Παρασκευή, 28 Μαΐου 2010

Κροκοδείλια δάκρυα για την Άλωση της Κωνσταντινούπολης


Στις 29 Μαΐου 2010 συμπληρώνονται 557 χρόνια από την άλωση της Πόλης από τους Οθωμανούς το 1453. Είναι ημέρα «μνήμης και πένθους» (αποφράς ημέρα) κυρίως για την εκκλησία και τα προσφυγικά σωματεία.
Η κιτρινόμαυρη σημαία με τον δικέφαλο αετό έχει αναγορευτεί σε δεύτερη εθνική σημαία μετά την επίσημη γαλανόλευκη. Οι εφημερίδες και οι τηλεοπτικοί σταθμοί ήδη προανήγγειλαν σχετικά αφιερώματα.

Ο τελευταίος αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Παλαιολόγος θεωρείται ως μία από τις μεγαλύτερες μορφές του «γένους», και αν δεν είχε κάνει το λάθος να ταχθεί υπέρ της ένωσης των εκκλησιών και να αναγνωρίσει τα πρωτεία του πάπα της Ρώμης (Ουνίτης - Ενωτικός), σίγουρα θα είχε ανακηρυχθεί και άγιος.
Οι θρύλοι για τον «μαρμαρωμένο βασιλιά, που θα αναστηθεί και θα ξαναπάρει την Πόλη», είναι ακόμα ζωντανοί.

Γιατί, όμως, η εκκλησία και τα προσφυγικά σωματεία θεωρούν το «Βυζάντιο» ως κάτι δικό τους;

Το Βυζάντιο, που τότε αποκαλούνταν Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, πολλές δεκαετίες πριν το 1453 είχε περιοριστεί ουσιαστικά στα τείχη της Κωνσταντινούπολης.
Η οικονομία του στηρίζονταν κυρίως στην στρατηγική θέση της Πόλης. Ήταν εμπορικό και διαμετακομιστικό κέντρο, κάτι που απέφερε σημαντικά κέρδη και φόρους. Επιπλέον έσοδα είχε από τα διόδια που επέβαλαν στα διερχόμενα από τον Βόσπορο πλοία, τις λιμενικές διευκολύνσεις κλπ.
Ακριβώς επειδή είχε αυτόν τον χαρακτήρα, οι βασικότερες παροικίες ήταν εκείνες των τότε ναυτηλιακών και εμπορικών δυνάμεων της δυτικής Μεσογείου: Γενοβέζων, Βενετών, Καταλανών, Ισπανών, Φράγκων κλπ.
Η ναυτική υπεροπλία εκείνων των δυνάμεων, μαζί με τα ισχυρά (απόρθητα) τείχη, ήταν το βασικό αμυντικό στήριγμα της Πόλης απέναντι στην Οθωμανική αυτοκρατορία, που εκείνη την εποχή είχε μεταφέρει την πρωτεύουσά της στην Αδριανούπολη.

Ο τυπικά «Αυτοκράτορας των Ρωμαίων» ήταν φόρου υποτελής στον Σουλτάνο και ουσιαστικά αιχμάλωτός του , αφού εκείνος έλεγχε και τις δύο πλευρές της Προποντίδας. Επιπλέον ο Σουλτάνος έκτισε στα βόρεια της πόλης, στις ευρωπαϊκές ακτές του Βοσπόρου, στο πιο στενό σημείο του, ένα ισχυρό φρούριο (Ρούμελι Χισάρ). Τα κανόνια που τοποθετήθηκαν εκεί ήταν ό,τι πιο προηγμένο είχε να επιδείξει η πολεμική τεχνολογία της εποχής. Έτσι ανάγκαζε τα διερχόμενα πλοία να πληρώνουν φόρο διέλευσης, κάτι που μείωσε τα έσοδα της Πόλης, αλλά έθιξε και τα συμφέροντα των δυτικών ναυτηλιακών συμμάχων της. Έγινε φανερό πλέον, ότι ο Σουλτάνος δεν θα ανεχόταν στο μέσον της αυτοκρατορίας του έναν άλλο ηγεμόνα.

Στην ίδια την Πόλη βασίλευε η παρακμή, η διαφθορά, η πολιτική αποσύνθεση και οι θρησκευτικές έριδες. Μεγάλο μέρος του πληθυσμού είχε προσχωρήσει στον μοναχισμό, με αποτέλεσμα το κράτος να στερηθεί εργατικά χέρια και στρατεύσιμους για την υπεράσπισή του. Μόνο μέσα στην πόλη υπήρχαν, όπως λέγεται, περί τα 300 μοναστήρια με 10.000 καλόγερους, ενώ διάφορες αναφορές και εκτιμήσεις ανεβάζουν τον συνολικό αριθμό ακόμα ψηλότερα, την ίδια στιγμή που οι υπερασπιστές της ήταν λιγότεροι από 10.000. Και δεν έφτανε μόνο αυτό, αλλά στη συντριπτική τους πλειοψηφία αντιστρατεύονταν την ένωση με την Καθολική εκκλησία, κάτι που θα εξασφάλιζε την βοήθεια των Δυτικών.

Ο αυτοκράτορας υποστήριζε τις αποφάσεις της Συνόδου της Φερράρας-Φλωρεντίας (1439), βάσει των οποίων είχε συμφωνηθεί η ένωση των δύο εκκλησιών. Οι εκπρόσωποι του πάπα μαζί με την ενωτική μερίδα και με την παρουσία του βασιλιά και του πατριάρχη Γρηγορίου, συλλειτούργησαν από κοινού στην Αγία Σοφία, στις 12 Δεκεμβρίου 1452, και διακήρυξαν πανηγυρικά την ένωση των εκκλησιών.
Αυτό όμως αρνήθηκαν να το δεχτούν οι ανθενωτικοί και άρχισαν να προπαγανδίζουν και να ξεσηκώνουν τον κόσμο εναντίον της. Ο δε Γεώργιος Σχολάριος, ο μετέπειτα πρώτος πατριάρχης της άλωσης (ως Γεννάδιος), επικεφαλής των ανθενωτικών, από το κελί του στην μονή του Παντοκράτορος εκτόξευε απειλές και κατάρες για την προδοσία της πίστεως και έκαιγε βιβλία εθνικών φιλοσόφων όπως του ελληνιστή Πλήθωνα. Ανθενωτικός ήταν και ο πρωθυπουργός Μέγας Δούκας Λουκάς Νοταράς ο οποίος είπε το περίφημο εκείνο: «Κρειττότερόν εστιν ειδέναι εν μέση τη πόλει φακιόλιον βασιλεύον Τούρκων ή καλύπτραν λατινικήν.» (Είναι προτιμότερο να δούμε να κυριαρχεί στην μέση της Πόλης το φακιόλι των Τούρκων παρά την καλύπτρα των Λατίνων.)

Καλλιεργούσαν την ηττοπάθεια και διέδιδαν ότι «είναι θέλημα Θεού η Πόλη να τουρκέψη». Ως τέτοιο «θείο» σημάδι μάλιστα, ερμήνευσαν μια έκλειψη σελήνης που συνέβη την 23η Μαΐου 1453, σπέρνοντας τον πανικό και ενισχύοντας τις υπονομευτικές ενέργειες. Μετά την πτώση της Πόλης ο Γεννάδιος διακήρυττε δημοσίως: «Δεν βλέπετε ότι η Ορθοδοξία εθριάμβευσεν; Από του νυν, ουδέν πλέον φοβείται».

Ο Σουλτάνος αντάμοιψε πλουσιοπάροχα αυτές τις υπηρεσίες των ανθενωτικών. Ανακήρυξε τον Γεννάδιο Πατριάρχη Κωνσταντινούπολης και, εκτός από πνευματικό, τον αναγνώρισε και ως εθνικό ηγέτη όλων των χριστιανών της επικράτειάς του. Ο πατριάρχης δηλαδή αντικατέστησε τον αυτοκράτορα, αλλά ως υποτελής του Σουλτάνου στην πράξη έγινε Υποσουλτάνος με αυξημένες διοικητικές και πολιτικές αρμοδιότητες. Έτσι, από αυτήν την «απιστία» των ανθενωτικών προς τον Ρωμαίο αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης, δημιουργήθηκε το «Ρωμαϊκό Γένος» (Ρουμ μιλέτ – Ρωμιοσύνη).
Παραποιώντας την αλήθεια και μετατρέποντας τον εκκλησιαστικό μηχανισμό σε σχολείο πλύσης εγκεφάλων, έκαναν μερικούς από τους Ρωμιούς υπηκόους τους να πιστεύουν ότι είναι ένα «Γένος» και μάλιστα να είναι και περήφανοι γι΄αυτό. Και ενώ, όχι μόνο δεν υπερασπίστηκαν την Πόλη, αλλά και υποβοήθησαν στην κατάληψή της από τους Οθωμανούς, σήμερα κλαίνε με κροκοδείλια δάκρυα και εκθειάζουν τον τελευταίο αυτοκράτορα τον οποίο τότε είχαν προδώσει.

Ο τελευταίος Αυτοκράτορας της Ρωμιοσύνης

Ο Κωνσταντίνος ΙΑ’ Παλαιολόγος ή Κωνσταντίνος Δραγάτσης ήταν γιος του αυτοκράτορα Μανουήλ Β’ Παλαιολόγου και της Έλενας Δραγάτση (Ντραγκάτς – Драгач), κόρης του Σέρβου άρχοντα των Σερρών. Πήρε όχι μόνο το όνομα του Σλάβου παππού του Κωνσταντίνου, αλλά κράτησε και το επώνυμό του Δραγκάτσης (Ντραγκάτς).
Εκείνη την εποχή οι Σέρβοι ηγεμόνες είχαν υπό την κατοχή τους όλη την Μακεδονία, την Θεσσαλία, και τη Δυτική Θράκη. Δηλαδή οι Μακεδόνες πρόγονοί μας ήταν υπήκοοι των Σέρβων και κατά συνέπεια αναφέρονταν ως Σέρβοι. Ο τελευταίος επομένως αυτοκράτορας της Κωνσταντινούπολης από άποψη καταγωγής ήταν Σλαβορωμιός.

Ο Κωνσταντίνος αυτοπροσδιορίζονταν και υπέγραφε ως αυτοκράτωρ των Ρωμαίων. Εκείνη την περίοδο η επικράτειά του περιορίζονταν στα όρια της Κωνσταντινούπολης και του Δεσποτάτου του Μυστρά στην ανατολική Πελοπόννησο (Μοριάς), όπου ήταν ακόμα ζωντανή η σλάβικη γλώσσα. Ίσως δεν είναι καθόλου τυχαίο που το 1427 ανέλαβε την δεσποτεία της Βόστιτσας (σημερινό Αίγιο) και κατόπιν την διοίκηση του Δεσποτάτου του Μυστρά.

Η Κωνσταντινούπολη ήταν μία πόλη-κράτος κατά το πρότυπο της Βενετίας, της Γένοβας κλπ. οι οποίες είχαν υπό την κυριαρχία τους όλα σχεδόν τα νησιά του Αιγαίου, τον δυτικό Μοριά, την Ρούμελη και την Ήπειρο. Ο αυτοκράτορας της Κωνσταντινούπολης δεν θεωρούσε αυτές τις περιοχές δικές του και δεν τις διεκδικούσε από τους Φράγκους, Λατίνους και Καταλανούς κατόχους τους.
Όπως μας πληροφορεί ο βυζαντινός ιστορικός της άλωσης Γεώργιος Φραντζής, ο πατέρας του Κωνσταντίνου πούλησε το 1423 την Θεσσαλονίκη στους Βενετούς έναντι 50.000 δουκάτων. Επειδή όμως οι καλόγεροι της πόλης δεν ήθελαν την υπαγωγή τους στην Καθολική εκκλησία, αντέδρασαν όπως οι συνάδελφοί τους της Κωνσταντινούπολης.
Για τον ηγούμενο της μονής Βλατάδων Θεσσαλονίκης, υπάρχουν στοιχεία (Κ. Ν. Σάθα Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη Βενετία 1872, τ. Α’) πως συνεργάστηκε με τους Οθωμανούς. Οι καλόγεροι με επιστολή τους το 1430 στον Μουράτ Β΄ που πολιορκούσε την Θεσσαλονίκη, τον συμβούλεψαν να αποκόψει τους σωλήνες του υδραγωγείου της πόλης που ερχόντουσαν από τον Χορτιάτη. Ο Σουλτάνος ακολούθησε τις οδηγίες τους, η Θεσσαλονίκη έπεσε και ευγνωμονών τους έδωσε και άλλα προνόμια, τσιφλίκια, ακίνητα στην πόλη και φοροαπαλλαγές, τα οποία διατηρούν μέχρι σήμερα.

Οι καλόγεροι και οι δεσποτάδες αποδείχτηκαν οι μεγαλύτεροι χαμαιλέοντες. Ήξεραν ότι οι Οθωμανοί δεν έθιγαν τα συμφέροντα όσων υποτάσσονταν οικειοθελώς και έσπευδαν πρώτοι να δηλώσουν υποταγή.
Σήμερα είναι αυτοί που μας πουλάνε πατριωτισμό, γιατί τα προνόμια που έχουν στην Ελλάδα, πουθενά αλλού οι συνάδελφοί τους δεν έχουν. Το πρόσφατο σκάνδαλο της μονής Βατοπαιδίου απεκάλυψε τα μεσαιωνικά προνόμια που απολαμβάνουν οι μονές, οι εκκλησίες και οι μητροπόλεις.
Η ικανότητά τους να επηρεάζουν τις μάζες, κάνει τους πολιτικούς να μη τολμούν να θίξουν αυτά τα προνόμια.
Σήμερα που γίνονται τόσες απολύσεις και περιορισμός των εργαζομένων στο δημόσιο, κανένας δεν τολμάει να μιλήσει για περιορισμό των κληρικών, σε μια εποχή μάλιστα που τα μέσα επικοινωνίας και μεταφοράς επιτρέπουν σε έναν κληρικό να εξυπηρετήσει περισσότερες εκκλησιαστικές κοινότητες.
Συγχωνεύουν δήμους και νομαρχίες για την εξοικονόμηση πόρων και δεν τολμούν να συγχωνεύσουν μητροπόλεις σε επίπεδο περιφερειών, αφού οι μητροπολίτες είναι υψηλόμισθοι δημόσιοι υπάλληλοι.

Την Μακεδονία για τη οποία σήμερα φωνάζουν ότι "είναι μία και ελληνική ότι δεν μπορεί να ανήκει και σε σλαβόφωνους", ο αυτοκράτορας Ιωάννης ΣΤ’ Καντακουζηνός την παραχώρησε μαζί με την Θεσσαλία και τη Δυτική Θράκη στον Σέρβο ηγεμόνα Στέφανο Δουσάν (Συμφωνία Σκοπίων 1342).
Όταν εισβάλανε οι Οθωμανοί στα Βαλκάνια, το Βυζάντιο είχε Συνθήκη φιλίας μαζί τους. Έτσι, όταν οι άλλοι βαλκανικοί λαοί, μεταξύ των οποίων και οι πρόγονοι των σημερινών Μακεδόνων, Θεσσαλών και Δυτικοθρακών, υπό την ηγεσία των Σέρβων ηγεμόνων, πήγαν να αντιμετωπίσουν τους κατακτητές στη μάχη του Μαρίτσα (Έβρου 1371), οι Βυζαντινοί έμειναν τελείως αδιάφοροι.

Όταν το 1453 οι Οθωμανοί πολιόρκησαν την Κωνσταντινούπολη, ο αυτοκράτορας δεν είχε κανέναν Βαλκανικό ή Μικρασιατικό χριστιανικό λαό ή ηγεμόνα ως σύμμαχο. Εξαργύρωσε την μέχρι τότε συμπεριφορά του απέναντί τους. Ούτε αυτός νοιάζονταν για εκείνους, ούτε εκείνοι γι’ αυτόν.

Στο τέλος Μαρτίου 1453, σε μια απογραφή που διενεργήθηκε από τον Γεώργιο Φραντζή, διαπιστώθηκε ότι στην Κωνσταντινούπολη υπήρχαν διαθέσιμοι για την άμυνα 4.983 Ρωμαίοι στρατιώτες, πολλοί από τους οποίους ήταν μισθοφόροι, και λιγότεροι από 2.000 αλλοδαποί. Ανάμεσα στους ξένους ήταν 700 Γενουάτες με αρχηγό τον Γενουάτη Ιωάννη Ιουστινιάνη (Giovanni Giustiniani) ενισχυμένοι και από 200 άντρες του Πελοπονήσιου καρδινάλιου Ισίδωρου, που είχε έρθει ως απεσταλμένος του πάπα της Ρώμης.
Το λιμάνι και την αλυσίδα που έφραζε τον Κεράτιο κόλπο την φύλαγαν μεγάλα Βενετικά και Γενοβέζικα πλοία, καθώς οι Βυζαντινοί δεν είχαν καθόλου ναυτικό. Ακόμα και τα πλοία που πέντε χρόνια νωρίτερα είχαν μεταφέρει τον Κωνσταντίνο από τον Μυστρά στην Κωνσταντινούπολη ήταν Καταλανικά.
Υπεύθυνος της άμυνας της πόλης ήταν ο Γενουάτης Giovanni Giustiniani (Ιωάννης Ιουστινιάνης). Άλλωστε, η εικόνα που προκύπτει από τα περισσότερα χρονικά, είναι ότι αυτοί που αντιστάθηκαν περισσότερο ήταν οι Γενουάτες μισθοφόροι παρά οι ίδιοι οι Βυζαντινοί. Αυτός ο ήρωας, όμως, δεν τιμάται από τους σημερινούς θιασώτες του Βυζαντίου επειδή ήταν Λατίνος.
Υπεύθυνος για τα πυροβόλα, τις μηχανές ρίψης υγρού πυρός, τους πύργους και τις επισκευές των τειχών ήταν ο Γερμανός μηχανικός Ιωάννης Γκράντ. Ήταν δηλαδή με σημερινούς όρους ο διοικητής του Μηχανικού. Η καταγωγή του όμως τον καταδίκασε στην αφάνεια.

Απεναντίας ο Σουλτάνος Μωάμεθ ο Πορθητής είχε στο πλευρό του πολλούς Ρωμιούς συμμάχους, όπως οι εξισλαμισμένοι Ζαγανός πασάς και Μαχμούτ Μπέης κ.α. Το μεγάλο κανόνι με το οποίο γκρέμισε τα τείχη, το κατασκεύασε ο Ούγγρος Ουρβανός στήν Αδριανούπολη. Ο τελευταίος βασιλιάς του Πόντου Δαυίδ ήταν υποτελής στον Μωάμεθ και η συνθήκη συμμαχίας που είχε μαζί του, εκτός από τον φόρο υποτέλειας, προέβλεπε και την παραχώρηση 800 Ποντίων μισθοφόρων στον οθωμανικό στρατό.
Οι σημερινοί βυζαντινολόγοι της Ελλάδας αποφεύγουν να αναφερθούν στις αιτίες που το Βυζάντιο κατά τους τελευταίους αιώνες δεν είχε συμμάχους μεταξύ των χριστιανικών λαών και ηγεμόνων της περιοχής.
Το αποφεύγουν, όπως ο διάβολος το λιβάνι, γιατί πρέπει να εξηγήσουν γιατί αυτοί οι λαοί και οι ηγεμόνες δεν ένιωθαν το Βυζάντιο περισσότερο δικό τους από ότι τους Οθωμανούς.
Αλλά και η βοήθεια που είχε ο τελευταίος αυτοκράτορας από τους Δυτικούς, δεν οφείλονταν στην χριστιανική αλληλεγγύη, αλλά στο γεγονός ότι η Κωνσταντινούπολη εξυπηρετούσε τα δικά τους συμφέροντα στην περιοχή.

Μετά την άλωση της πόλης ο μηχανισμός του πατριαρχείου με τη στήριξη του Σουλτάνου έγραψε την ιστορία και τους θρύλους όπως ήθελε και την επέβαλε στο ποίμνιό του το οποίο μετέτρεψε σε Ρωμαίικο Γένος.
Μετά τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όλος αυτός ο μηχανισμός κόλλησε σαν βδέλλα στο νεοελληνικό κράτος και επέβαλε αυτήν την απατηλή άποψη για τον ρόλο και τον χαρακτήρα του Βυζαντίου και του Πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης.

Σήμερα εκείνοι που υποβοήθησαν την άλωση της Πόλης, εκείνοι μοιρολογούν με κροκοδείλια δάκρυα για τον χαμό της.

Τρίτη, 18 Μαΐου 2010

Διεθνές Συνέδριο για τους αγίους Κύριλλο και Μεθόδιο στο Σόροβιτς (Αμύνταιο)



Θέμα του συνεδρίου είναι:
«Η πολιτισμική κληρονομιά του έργου των Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου, ως παράγοντας ενότητας ανάμεσα στους
λαούς της Ν.Α. Ευρώπης»
και θα πραγματοποιηθεί στο Πνευματικό Κέντρο Αμυνταίου στις 21 και 22 Μαΐου.

Συνδιοργανωτές είναι:

• ΔΗΜΟΣ ΑΜΥΝΤΑΙΟΥ
• ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ
ΣΠΟΥΔΩΝ
«ΣΠΟΥΔΕΣ ΣΤΙΣ ΓΛΩΣΣΕΣ ΚΑΙ ΤΟΝ
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ ΤΩΝ ΧΩΡΩΝ ΤΗΣ
ΝΟΤΙΟΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ»
ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΒΑΛΚΑΝΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ
ΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΔΥΤΙΚΗΣ
ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ
• Σύλλογος Προστασίας Περιβάλλοντος και
Πολιτιστικής Κληρονομιάς.

Η πολιτισμική κληρονομιά των δύο Θεσσαλονικέων είναι σεβαστή από όλους τους λαούς, όχι μόνο της Ν.Ε., όπως λένε οι οργανωτές, αλλά και από τους λαούς της Β.Α. Ευρώπης. Ένα από τα θέματα του συνεδρίου μας πληροφορεί την «.. αναβίωση και θεσμοθέτηση του εορτασμού της 24ης Μαΐου (ημέρας μνήμης των Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου) ως ημέρας των Σλαβικών γραμμάτων και του πολιτισμού στη Ρωσία».
Το γεγονός αυτό δείχνει γιατί οι οργανωτές προβάλουν αυτήν την «πολιτισμική κληρονομιά… ως παράγοντα ενότητας των λαών της Ν.Α.» και όχι των λαών όλης της Ανατολικής Ευρώπης.
Είναι η χρήση πολιτιστικών στοιχείων για την εξυπηρέτηση πολιτικών σκοπών.

Ο εορτασμός στην Ελλάδα γίνεται με το Γρηγοριανό ημερολόγιο στις 11 Μαΐου.
Το 1980 ο πάπας Ιωάννης Παύλος ο Β’ τους ανακήρυξε σε συμπροστάτες της Ευρώπης μαζί με τον Άγιο Βενέδικτο.

Μέχρι το 1991, οπότε αναζωπυρώθηκε το Μακεδονικό, στην Ελλάδα δεν αποδίδονταν κανενός είδους τιμές στους δύο Θεσσαλονικείς ιεραποστόλους.
Η γραφή που δημιούργησε ο Κύριλλος, και γι’ αυτό ονομάστηκε Κυριλλική, ήταν υπό διωγμό, όπως και η μακεδονική γλώσσα στην οποία έκαναν τις πρώτες μεταφράσεις των εκκλησιαστικών βιβλίων.
Εικόνες που υπήρχαν σε εκκλησίες μακεδονικών χωριών με κυριλλική γραφή απομακρύνθηκαν και καταστράφηκαν, ενώ οι αντίστοιχες τοιχογραφίες επικαλύφθηκαν ή καταστράφηκαν.
Φτάσαμε στο σημείο να επιβληθεί η άποψη ότι η μακεδονική γλώσσα «είναι ένα προφορικό ιδίωμα οικιακής χρήσης που δεν έχει γραφή».
Η αλήθεια που τώρα άρχισε να βγαίνει στο φως, λέει πως, όχι μόνο έχει γραφή, αλλά την γραφή που δημιουργήθηκε για να την εκφράσει, την υιοθέτησαν και άλλοι λαοί.


Με την ανεξαρτητοποίηση της Δημοκρατίας της Μακεδονίας το 1991 θυμήθηκαν ξαφνικά τους θεσσαλονικείς ιεραποστόλους και άρχισαν να τους τιμούν και να προβάλουν το έργο τους.

Τον Μάιο του 1993, το Υπουργείο Παιδείας με εγκύκλιό του έδωσε εντολή να τιμάται η γιορτή «με εκκλησιασμό όλων των μαθητών» και «ομιλία για τη ζωή και το έργο των Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου».
Στη Θεσσαλονίκη σε χρόνο ρεκόρ χτίστηκε εκκλησία προς τιμήν τους.

Αλλά αντί να τους τιμήσουν όπως έπρεπε, επιτρέποντας και καλλιεργώντας την «πολιτισμική τους κληρονομιά» στον τόπο όπου εκείνοι την θεμελίωσαν, συνέχισαν να την «επικαλύπτουν», όπως τις προηγούμενες δεκαετίες τις κυριλλικές τοιχογραφίες, με κάλπικα χρώματα. Και όχι μόνο αυτό, αλλά άρχισαν εναγωνίως να τους καπηλεύονται.
Ότι έχει κάποια ακτινοβολία από το παρελθόν δικό τους είναι και πρέπει να το εκμεταλλευτούν αυτοί.

Κατά τον περσινό εορτασμό ανακοίνωσαν ότι "Tην 30.3.2009 συστήθηκε στην Ελλάδα το «Κέντρο Μελέτης Πολιτιστικής Κληρονομιάς Κυρίλλου και Μεθοδίου» με έδρα την Θεσσαλονίκη. Το εν λόγω συνέδριο πραγματοποιείται ακριβώς στα πλαίσια αυτής της διαστρεύλωσης και εκμετάλλευσης.
Το Σόροβιτς (Αμύνταιο Φλώρινας) βρίσκεται σε μια περιοχή, όπου η πολιτισμική κληρονομιά των Κυρίλλου και Μεθοδίου ήταν και παραμένει ακόμα
ζωντανή. Κανένας φυσικός κληρονόμος της Κυριλλικής κληρονομιάς δεν έχει καλεστεί να συμμετάσχει στο συνέδριο ως εισηγητής. Δεν έχει καλεστεί ούτε κάποιος ακαδημαϊκός από τη Δημοκρατία Μακεδονίας ή από την Αρχιεπισκοπή Οχρίδας, την φιλολογική σχολή της οποίας ίδρυσαν οι μαθητές του Κυρίλλου και Μεθοδίου, Άγιοι Κλήμεντ και Ναούμ.

Εκτός από τους ελλαδίτες εισηγητές θα υπάρχουν και μερικοί ξένοι. Είναι οι:
Prof. Dr. Kenanov Dimitahr, (Veliko Tahrnovo)
Prof. Dr. Miltenova Anisava (Sofia)
Dr. Pirivatrić Srđan, (Beograd)
Prof. Dr. Popov Georgi (Sofia)
Dr. Skoviera Andrej (Bratislava)
Subotin – Golubovic Tatjana, Vanredni Prof. Univerzitet u
Beogradu Filozofski Fakultet Odeljenje za Istoriju
Todorov Todor, Sapundzieva Vanja, (Veliko Tahrnovo)

Όπως βλέπετε, οι πέντε είναι από Βουλγαρία: Kenanov Dimitahr, Todorov Todor, Sapundzieva Vanja (Veliko Tahrnovo), Miltenova Anisava, Popov Georgi (Sofia), δύο από Σερβία: Subotin – Golubovic Tatjana, Pirivatrić Srđan, (Beograd) και ένας από Σλοβακία.
Ο λόγος που έβαλαν στην πρόσκληση την πόλη και όχι την χώρα προέλευσης των εισηγητών είναι προφανής. Δεν ήθελαν να φαίνεται ότι η πλειοψηφία των ξένων εισηγητών προέρχεται από τη Βουλγαρία και συγκεκριμμένα από τη Σόφια και το Βελίκο Τύρνοβο, που είναι και η ιστορική πρωτεύουσά της. Στο νομό Λάρισας υπάρχει συνώνυμη πόλη (Τύρναβο) της οποίας το όνομα είναι σλάβικο.

Τα δύο τελευταία χρόνια υπάρχει πολύ στενή συνεργασία Ελλάδας – Βουλγαρίας στο Μακεδονικό.
Πέρυσι έγινε η κοινή έκδοση της ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ (ΕΜΣ) με τα ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΑ ΚΡΑΤΙΚΑ ΑΡΧΕΙΑ του βιβλίου «Το Μακεδονικό και η Βουλγαρία, Πλήρη τα απόρρητα βουλγαρικά έγγραφα 1950 – 1967». (Εκδ. Οίκος Αδελφών Κυριακίδη, Θες/νίκη 2009).
Η επίσημη παρουσίαση του βιβλίου μάλιστα έγινε στο Πολεμικό Μουσείο την Τετάρτη 29 Απριλίου 2009 παρουσία πολλών επισήμων από τις δύο χώρες.

Οι Βούλγαροι, εκτός από την παραπάνω έκδοση έχουν διοχετεύσει πάμπολα γραπτά «ντοκουμέντα» που εμφανίζουν τους Μακεδόνες, και ειδικά τους αυτονομιστές της ΕΜΕΟ, ως Βούλγαρους. Είναι αυτά τα «ντοκουμέντα» που μέσω της Εταιρίας Μακεδονικών Σπουδών και παρεμφερών ευαγών ιδρυμάτων έχουν διοχετευθεί και έχουν πλημμυρίσει πρόσφατα τα αντιμακεδονικά μπλογκ. Οι αδαείς μπλόγκερ τα άρπαξαν ως «ατράνταχτα στοιχεία» και μόλις τους λες ότι οι Μακεδόνες ανάλογα με την εκκλησία στην οποία προσχωρούσαν χαρακτηρίζονταν Βούλγαροι ή Έλληνες χωρίς αυτό να έχει σχέση με εθνική καταγωγή, κάνουν πως δεν άκουσαν ή δεν κατάλαβαν. Τα περισσότερα μάλιστα έγγραφα «ντοκουμέντα» είναι της περιόδου κατά την οποία οι βουλγαρίζοντες βερχοβιστές είχαν διαβρώσει και ελέγξει την ΕΜΕΟ.
Οι πρώην θανάσιμοι εχθροί έχουν συμμαχήσει στο Μακεδονικό και υποστηρίζουν με κάθε τρόπο, ότι Μακεδονικό έθνος δεν υπάρχει και οι Μακεδόνες είναι ή Βούλγαροι ή Έλληνες.

Στο εν λόγω συνέδριο θα υπάρχει και Έκθεση μνημειακού, φωτογραφικού και αρχειακού υλικού με θέμα: “Οι Έλληνες φωτιστές των Σλάβων,
Κύριλλος και Μεθόδιος, το ιεραποστολικό τους έργο και η
διαχρονική του συνέχεια”.
Είναι προφανές ότι για άλλη μια φορά προσπαθούν να εμφανίσουν τους Κύριλλο και Μεθόδιο ως Έλληνες. Φυσικά στο εξωτερικό κανένας δεν τους πιστεύει και αυτή η προπαγάνδα κατασκευάζεται μόνο για εσωτερική κατανάλωση. Κανένας σοβαρός ιστορικός δεν υποστηρίζει ότι εκείνη την εποχής υπήρχε λαός ή κάποια άτομα που να αυτοπροσδιορίζονταν ως Έλληνες. Ο όρος αυτός είχε μόνο θρησκευτικό χαρακτήρα και χαρακτήριζε τους πιστούς στις αρχαιοελληνικές θρησκευτικές δοξασίες, τις οποίες χαρακτήριζαν ειδωλολατρικές. Οι Βυζαντινοί εκείνης της εποχής όταν έλεγαν κάποιον Έλληνα εννοούσαν ειδωλολάτρη. Είχε δηλαδή υποτιμητικό χαρακτήρα.

Οι σημερινοί Βούλγαροι τους εμφανίζουν ως Βούλγαρους, καθώς όλους τους σλαβόφωνους πληθυσμούς από τον Δούναβη μέχρι το Αιγαίο τους θεωρούσαν ομοεθνείς τους. Οι Βούλγαροι εκείνη την εποχή κατοικούσαν στην περιοχή μεταξύ Δούναβη και της οροσειράς Στάρα Πλάνινα, δηλαδή στο σημερινό βόρειο μισό της Βουλγαρίας. Αυτό βέβαια δεν αποκλείει το ενδεχόμενο κάποιοι Βούλγαροι να είχαν εγκατασταθεί και στη Θεσσαλονίκη. Οι χρονογράφοι όμως της εποχής μιλάνε για Σλάβους. Και η έννοια Σλάβος φυσικά είχε την έννοια της γλωσσικής ταυτότητας και όχι της εθνικής. Ότι σημαίνει, δηλαδή, Έλληνας ή Λατίνος που φανερώνουν γλωσσική και όχι εθνική ταυτότητα.
Αν η ένοια Σλάβος είχε εθνικό χαρακτήρα, οι Μακεδόνες θα είχαν ως ομοεθνείς περίπου 500 εκατομύρια άτομα και δεν θα τολμούσε να τους πειράξει κανένας.

Σε πρόσφατη ανάρτηση του μπλογκ Akritas παρατίθεται
«Απόσπασμα από τον βιβλίο του Φαίδωνα Μαλιγκούδη «Ελληνισμός και Σλαβικός κόσμος», εκδόσεων Βάνιας, σελ 121-132», όπου αυτός προσπαθεί να πείσει ότι η φράση που περιέχεται στην βιογραφία του Μεθοδίου:«Selunene vbsi cisto slovenbsky besedujut». Δηλαδή: «Σεις λοιπόν είστε Θεσσαλονικείς και όλοι οι Θεσσαλονικείς ομιλούν συχνά τη Σλαβική», δεν αποδίδεται σωστά και δεν είναι αξιόπιστη μαρτυρία για τη σλαβοφωνία των Θεσσαλονικέων εκείνης της εποχής. Φτάνει στο σημείο να αντικαθιστά το чисто (cisto), που σημαίνει καθαρά με το често, που σημαίνει συχνά, για να μειώσει την έκταση της σλαβοφωνίας. Αν δεν μιλούσαν οι Σαλονικείς σλαβονικά, τότε ποιος ονόμασε τον βόρειο άνεμο που την χτυπάει Βαρδάρη?

Ας θέσουμε λοιπόν στους αυτόκλητους απογόνους των αρχαίων Ελλήνων (οι οποίοι διακρίνονταν για την κριτική τους σκέψη) και βάζοντας σε δοκιμασία την κριτική τους σκέψη, να μας απαντήσουν:

- Είναι δυνατόν οι Σλάβοι να εγκαταστάθηκαν σε όλη την Μακεδονία και σε όλα τα Βαλκάνια και να μην εγκαταστάθηκαν και στη Θεσσαλονίκη?


- Ας δεχθούμε ότι κατά τον 6ο αιώνα εγκαταστάθηκαν ως γεωργοί και κτηνοτρόφοι στις αγροτικές περιοχές. Κατά τον 10ο αιώνα που έζησαν οι Κύριλλος και Μεθόδιος, δηλαδή μετά από τέσσερις περίπου αιώνες, είναι δυνατόν πολλοί από αυτούς να μην μορφώθηκαν, να μη μπήκαν στον κρατικό μηχανισμό της πολυεθνικής Ανατολικορωμαϊκής Aυτοκρατορίας, να μην ασχολήθηκαν και με το εμπόριο αγροτικών και κτηνοτροφικών προϊόντων κλπ και ως τέτοιοι να μην εγκαταστάθηκαν στην πόλη?

- Ένας Έλληνας (δηλαδή ελληνομαθής) είναι δυνατόν να έμαθε τόσο καλά την σλαβική της Μακεδονίας, την στιγμή που δεν διδάσκονταν αυτή σε κανένα σχολείο, σε τέτοιο βαθμό που να μπορεί να μεταφράσει τα εκκλησιαστικά βιβλία από τα ελληνικά στα μακεδονικά εκείνης της εποχής?
- Η μετάφραση εκείνη δεν νομίζετε ότι ήταν κάτι αδιανόητο για κάποιον που δεν γνώριζε άριστα την μακεδονική? Οι μόνοι, λοιπόν, που την γνώριζαν άριστα ήταν εκείνοι που την είχαν ως μητρική γλώσσα.
Είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι οι μορφωμένοι, οι εκκλησιαστικοί, οι διοικητικοί, οι έμποροι κλπ. εκτός από τη μητρική τους γλώσσα μιλούσαν και την επίσημη βυζαντινή ελληνική.

- Αυτοί οι σλαβόγλωσσοι, λοιπόν, και ταυτόχρονα ελληνομαθείς δεν είναι φυσικό να είναι οι πλέον κατάλληλοι να δημιουργήσουν αλφάβητο για την μητρική τους γλώσσα?

- Αν ήταν Έλληνες οι Θεσσαλονικείς ιεραπόστολοι, με την έννοια του ελληνόφωνου βυζαντινού, γιατί προσχώρησαν στην Καθολική εκκλησία?
- Γιατί ο Κύριλλος παρέμεινε μέχρι τον θάνατό του δίπλα στον Πάπα της Ρώμης και μάλιστα τάφηκε στον προσωπικό του τάφο?
- Γιατί ο Μεθόδιος χειροτονήθηκε επίσκοπος Μοραβίας από τον Πάπα και όχι από τον Πατριάρχη?
- Και τέλος, γιατί αφού δεν υπάρχουν ούτε καν ενδείξεις ότι ήταν Έλληνες ή Βούλγαροι, τους διεκδικεί η Ελλάδα και η Βουλγαρία?

Οι οργανωτές του συνεδρίου του Αμυνταίου αν σκόπευαν στην ανάδειξη της πολιτισμικής κληρονομιάς των Κυρίλλου και Μεθοδίου, το πρώτο που έπρεπε να κάνουν, ήταν να προσκαλέσουν του πολιτισμικούς και εθνικούς απογόνους τους, δηλαδή τους Μακεδόνες της περιοχής. Αν δεν προωθήσουν την Κυριλλομεθοδιανή πολιτισμική κληρονομιά στον τόπο όπου γεννήθηκε, όχι απλώς δεν τους τιμούν, αλλά και τους υποτιμούν, καθώς προσπαθούν να τους καπηλευτούν.
.

Δευτέρα, 17 Μαΐου 2010

"Μπήκαν στην Πόλη οι Οχτροί..."

Τραγούδι του αείμνηστου Νίκου Ξυλούρη
με στίχους που ταιριάζουν απόλυτα στην στάση των Μακεδόνων απέναντι στους "φίλους" που μας "ελευθέρωσαν" ... από τους "οχτρούς"

Παρασκευή, 14 Μαΐου 2010

Οι Γενίτσαροι της εποχής μας



Γενίτσαρους κατά την τουρκοκρατία ονόμαζαν τους στρατιώτες που ανήκαν σε ειδικό σώμα που το αποτελούσαν εξισλαμισμένοι χριστιανοί.
Επειδή οι Γενίτσαροι ήταν οι πιο φανατικοί διώκτες των πρώην ομοθρήσκων τους και ομογενών τους, σήμερα ο όρος κατέληξε να χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει αυτόν που απαρνείται την ταυτότητα των προγόνων του και στρέφεται κατά των ομογενών του.

Ο Θεσμός των Γενιτσάρων

Γενίτσαροι στα τουρκικά σημαίνει "νέος στρατός": yeni, "νέος" + çeri, "στρατός"
Η θεσμός του σώματος των Γενιτσάρων δημιουργήθηκε στα τέλη του 14ου αιώνα και κράτησε μέχρι τις αρχές του 19ου.
Η επιλογή γινόταν μεταξύ των χριστιανοπαίδων ηλικίας από 6 - 15 ετών, εξ ού και το όνομα "παιδομάζωμα", ανά πενταετία ή συντομότερα αν υπήρχαν στρατιωτικές ανάγκες και κυρίως από τις επαρχίες της Βαλκανικής.
Αρχικά αυτά τα χριστιανόπαιδα τα παραχωρούσαν σε Οθωμανούς τιμαριούχους και γεωργούς, όπου κάτω από συνθήκες σκληρής πειθαρχίας τα εκτούρκιζαν και τα εξισλάμιζαν.
Σε ηλικία 14 – 20 ετών τα μετέφεραν σε κέντρα στρατιωτικής εκπαίδευσης για να τα εντάξουν τελικά στα τάγματα των Γενιτσάρων.

Οι γενίτσαροι, εξισλαμισθέντες πλέον, γίνονταν οι πιο φανατικοί ισλαμιστές και πολεμιστές, καθώς μάλιστα τίποτε δεν τους συνέδεε με την ομαλή οικογενειακή και κοινωνική ζωή, αφού λησμονούσαν γονείς και γενέτειρα γη, με συνέπεια να θεωρούνται οι φανατικότεροι αλλά και οι καλύτεροι υπερασπιστές του εκάστοτε Σουλτάνου.
Στην αρχή ήταν μικρό σώμα, αλλά ενώ τον 15ο αιώνα δεν ήταν παρά 20.000, το 1820 αριθμούσαν περίπου 135.000. Σ’ αυτούς οφείλονταν η επέκταση κυρίως στα Βαλκάνια.

Οι Γενίτσαροι εξελίχθηκαν σε παραστρατιωτικό κέντρο εξουσίας και συμμετείχαν σε εσωτερικούς πολιτικούς και οικονομικούς ανταγωνισμούς. Για πολλούς γονείς η ένταξη στο σώμα των Γενιτσάρων ήταν ο μοναδικός τρόπος κοινωνικής ανόδου και διαφυγής από τη σκληρή ζωή πείνας για τα παιδιά τους.
Αυτοί αποφάσιζαν για θέματα στρατού, εμπλεκόντουσαν σε πολιτικές αποφάσεις και, σε πολλές περιπτώσεις, είχαν την απόλυτη κυριαρχία της κρατικής μηχανής.
Συμμετείχαν στη διαφθορά και την αναποτελεσματικότητα του κρατικού μηχανισμού. Οι συντάξεις και οι μισθοί από τον κρατικό προϋπολογισμό ήταν ένα πολύ μεγάλο βάρος. Μάλιστα, πολλοί έπαιρναν κρατικό μισθό, ενώ δεν υπηρετούσαν καν στο στράτευμα.

Οι Γενίτσαροι όμως έμειναν γνωστοί στην ιστορία των Βαλκανικών λαών κυρίως για τη σκληρή συμπεριφορά τους απέναντι στους πρώην ομογενείς και ομόθρησκούς τους.
Η προγραμματισμένη ανατροφή και εκπαίδευση δημιουργούσε στις ψυχές τους θρησκευτικό μουσουλμανικό ακατασίγαστο φανατισμό και τυφλή υπακοή στον μοναδικό τους αφέντη, τον σουλτάνο. Ο φανατισμός τους στρέφονταν κυρίως κατά των χριστιανών και γι’ αυτό τους έλεγαν και χριστιανομάχους. Κάτι ανάλογο δηλαδή με τους μακεδονομάχους που ονομάστηκαν έτσι επειδή μάχονταν τους Μακεδόνες.


Ο Σύγχρονος Γενιτσαρισμός

Ο γενιτσαρισμός με λίγα λόγια ήταν η πολιτική της μετατροπής αλλογενών και αλλόθρησκων σε φανατικούς οπαδούς του καθεστώτος στην προσπάθειά του να κρατάει υπό την εξουσία του αλλόθρησκους και αλλογενείς πληθυσμούς.
Αυτή την μετατροπή βέβαια δεν την επιδίωξαν μόνο οι Οθωμανοί, αλλά και άλλοι πολιτικοί θεσμοί. Ήταν οι θεσμοί που προέκυψαν από τη διάλυση της οθωμανικής αυτοκρατορίας.
Οι κυριότεροι τέτοιοι θεσμοί, που μας αφορούν άμεσα και εμάς, είναι το πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης, η Εκκλησία της Ελλάδας και το κράτος της Ελλάδας.

Το πατριαρχείο με τη διάλυση της οθωμανικής αυτοκρατορίας σταδιακά άρχισε να χάνει το μεγαλύτερο μέρος του ποιμνίου του. Όλοι οι λαοί που απελευθερώνονταν από τους Οθωμανούς, αποτίναζαν και την ιδεολογικοπολιτική κηδεμονία του πατριαρχείου. Ακόμα και η Εκκλησία της Ελλάδας είχε αποσχιστεί και είχε γίνει αυτοκέφαλη.
Οι αλλόγλωσσοι και αλλοεθνείς πληθυσμοί που παρέμεναν ακόμα στην επικράτειά του άρχισαν να δείχνουν σημάδια απόσχισης. Τότε οι δεσποτάδες θυμήθηκαν την πολιτική της γεγιτσαροποίησης που είχαν διδαχθεί από τους οθωμανούς συμμάχους τους. Βέβαια δεν είχαν τη δυνατότητα να παίρνουν τα νεαρά χριστιανόπουλα από τους γονείς τους και να τα περνούν από τη σχετική παιδαγωγική διαδικασία γενιτσαροποίησης. Είχαν όμως τη δυνατότητα να τα διαπαιδαγωγούν χωρίς να τα αρπάξουν, αφού ο σουλτάνος τους είχε παραχωρήσει το αποκλειστικό δικαίωμα της μόρφωσης των χριστιανών της επικράτειάς του.
Τα σχολεία, οι εκκλησίες, τα μοναστήρια μετατράπηκαν σε σχολές γενιτσαροποίησης με τη διαφορά ότι αντί για φανατική πίστη στον Μωάμεθ και τον σουλτάνο, δίδασκαν φανατική πίστη στην ορθοδοξία και τον Πατριάρχη. Οι Οθωμανοί εκτούρκιζαν, οι πατριαρχικοί εξελλήνιζαν.


Το ελλαδικό κράτος κατά τη δημιουργία του είχε στην επικράτειά του πολλούς αλλογενείς και αλλόθρησκους. Οι Αρβανίτες που ήταν η μεγαλύτερη μη ελληνόφωνη ομάδα απλώς έπρεπε να εγκαταλείψουν τη γλώσσα τους. Οι μουσουλμάνοι Αλβανοί (τουρκαλβανοί) ή έπρεπε να φύγουν από τις εστίες τους ή έπρεπε να αλλαξοπιστήσουν και να απαρνηθούν τη γλώσσα τους και την καταγωγή τους. Πολλοί από εκείνους προτίμησαν να παραμείνουν στις εστίες τους και να εξελληνιστούν.

Η επέκταση της Ελλάδας μετά το 1912 στη νότια Ήπειρο, νότια Μακεδονία και Δυτική Θράκη είχε σαν αποτέλεσμα να περιληφθούν στην επικράτειά της μεγάλοι αλλοεθνείς, αλλόγλωσσοι και αλλόθρησκοι πληθυσμοί. Αν δεν εξελλήνιζε αυτούς τους πληθυσμούς ήταν πολύ αμφίβολο αν θα μπορούσε να κρατήσει αυτές τις περιοχές στο μέλλον, καθώς οι πληθυσμοί αυτοί αποτελούσαν την πλειοψηφία.
Για τον σεβασμό αυτών των πληθυσμών της Δυτικής Θράκης είχε δέσμευση από τις διεθνείς συνθήκες, αλλά ήταν και υπό την προστασία της Τουρκίας.
Οι Μακεδόνες, όμως, και οι Αλβανοί της Ηπείρου δεν είχαν την ανάλογη προστασία και ήταν εκτεθειμένοι στις διαθέσεις της Ελλάδας. Υπήρχε λοιπόν η δυνατότητα να απαρνηθούν την εθνική τους ταυτότητα και να εξελληνιστούν. Δηλαδή έπρεπε να μετατραπούν σε Γενίτσαρους.

Για την μετατροπή των Μακεδόνων σε γενίτσαρους χρησιμοποιήθηκαν παρόμοιες πρακτικές με αυτές των Οθωμανών. Τα δημόσια σχολεία, η εκκλησία και τα ιδρύματα στην Μακεδονία λειτούργησαν όχι για την εξυπηρέτηση εκπαιδευτικών και πνευματικών σκοπών, αλλά για την γενιτσαροποίηση των Μακεδόνων.
Οι Οθωμανοί εκτουρκίσανε μια μικρή μερίδα αλλοεθνών και αλλόθρησκων. Η Ελλάδα στο μηχανισμό εξελληνισμού (γενιτσαροποίησης) έβαλε όλους τους αλλόγλωσσους και αλλοεθνείς.
Επειδή δεν μπορούσε να στείλει τόσο μεγάλους πληθυσμούς σε «ελληνικά» τσιφλίκια για εξελληνισμό, όπως οι Οθωμανοί σε τουρκικά, εγκατέστησε ανάμεσά τους «ελληνικούς» πληθυσμούς. Στα μακεδονικά χωριά έκανε δημόσιους παιδικούς σταθμούς για να αρχίζει η γενιτσαροποίηση από την τρυφερή εκείνη ηλικία.
Μόνο στις νομαρχίες της Μακεδονίας δημιουργήθηκαν «Διευθύνσεις Πολιτιστικών Υποθέσεων», που στην πράξη ήταν «Διευθύνσεις Πλύσης Εγκεφάλων».

Κατά τον Εμφύλιο 1946 – 1949 διαφάνηκε η θέληση των Μακεδόνων να καλλιεργήσουν την εθνική τους ταυτότητα με την συμπαράσταση του Δ.Σ.Ε. και του Κ.Κ.Ε. Αυτό ανάγκασε το εθνορατσιστικό καθεστώς των Αθηνών να λάβει πρόσθετα μέτρα. Για να απομακρύνει τα μακεδονόπουλα από τις περιοχές όπου υπήρχε ελευθερία έκφρασης της μακεδονικής ταυτότητας έκανε παιδομάζωμα ανάλογο με αυτό που έκανε ο σουλτάνος για τη δημιουργία γενιτσάρων.
Επειδή όμως η λέξη παιδομάζωμα παρέπεμπε στην αντίστοιχη πολιτική του σουλτάνου και του ΚΚΕ, χρησιμοποίησαν τη λέξη παιδοφύλαγμα.
Τα παιδιά μεταφέρονταν σε «παιδουπόλεις» που ανήκαν στην «Πρόνοια Βορείων Επαρχιών της Ελλάδος» που ήταν παράρτημα του «Βασιλικού Ιδρύματος Πρόνοιας».
Μετά το τέλος του εμφυλίου, από τις 53 παιδουπόλεις έμειναν ενεργές οι 14 οι οποίες λειτουργούσαν μέχρι τη δεκαετία του ’70. Είναι γνωστές σας «Παιδουπόλεις της Φρειδερίκης». Επίσημα βέβαια εμφανίζονταν σαν «Παιδουπόλεις και Επαγγελματικές Σχολές». Στην πραγματικότητα όμως ήταν σχολές πλύσης εγκεφάλων παρόμοιες με εκείνες του σουλτάνου. Το κύριο μέλημά τους ήταν να μετατρέψουν τα μακεδονόπουλα σε φανατικούς Έλληνες και να τα κάνουν να απεχθάνονται και να μισούν τη γλώσσα τους και τους εκτός Ελλάδας ομογενείς τους.


Οι διαφορές ανάμεσα στον οθωμανικό και τον ρωμαίϊκο γενιτσαρισμό είναι ελάχιστες.
Οι Οθωμανοί γενίτσαροι γίνονταν φανατικοί οπαδοί του ισλαμισμού και του σουλτάνου, ενώ οι ρωμιοί γενίτσαροι γίνονταν φανατικοί οπαδοί της ορθοδοξίας και του πατριαρχείου, του ελληνισμού και του βασιλιά. Δεν είναι καθόλου τυχαίο που σχεδόν όλοι οι κληρικοί και οι θρησκόληπτοι ήταν και βασιλόφρονες.

Έτσι φτάσαμε στο σημερινό κατάντημα, όπου οι γενιτσαροποιημένοι Μακεδόνες της Ελλάδας να απαρνούνται την ταυτότητα των προγόνων τους και πολλοί από αυτούς να στρέφονται με φανατισμό κατά των ομογενών τους της Δημοκρατίας της Μακεδονίας και της διασποράς. Ενώ δεν προέβαλαν καμία αντίδραση στον εποικισμό της πατρίδας τους με νέους ασιατικούς πληθυσμούς (κυρίως Ρωσοπόντιους), εκδηλώνουν την αντίδρασή τους στον επαναπατρισμό των ομογενών τους πολιτικών και οικονομικών προσφύγων. Διαδηλώνουν, και μάλιστα πολλοί από αυτούς με φανατισμό, κατά του δικαιώματος μιας μερίδας ομογενών τους να ονομάζουν το κράτος τους Δημοκρατία της Μακεδονίας.
Και το τραγελαφικό είναι πως πολλοί από τους Μακεδόνες γενίτσαρους, όχι μόνο είναι ομοεθνείς με τους Μακεδόνες της Δ.Μακεδονίας, αλλά είναι και συγγενείς τους.
Βέβαια δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία για το πόσο περιφρονητικά σκέπτονται γι’ αυτούς οι εξ Ασίας, Πελοπονήσου κλπ «ομοεθνείς» τους. Βέβαια είναι και πάρα πολλοί εκείνοι οι Μακεδόνες που έχουν ξεκάθαρη άποψη αλλά φοβούνται να εκδηλωθούν φοβούμενοι πιθανές επιπτώσεις.
Η τρομοκρατία δεκαετιών έχει γεμίσει την ψυχή τους με φόβο που οι δια της βίας «ομοεθνείς» τους φροντίζουν να συντηρούν.

Οι φορείς του γενιτσαρισμού ξέρουν πολύ καλά ότι πλέον δεν μπορούν δια της βίας να εξελληνίζουν. Μπορούν όμως με την μαύρη προπαγάνδα, το ψέμα, την συκοφαντία, την κινδυνολογία, την πολιτική τρομοκρατία να δημιουργούν ένα κλίμα ανελευθερίας για τους Μακεδόνες, καθιστώντας τους παθητικούς γενίτσαρους. Όλοι οι Μακεδόνες της ελλαδικής Μακεδονίας, όλοι όσοι εγκαταστάθηκαν ως έποικοι σ’ αυτήν, αλλά και η συντριπτική πλειοψηφία των υπηκόων της Ελλάδας ξέρουν την αλήθεια αλλά δεν τολμούν να την πούνε και να την υποστηρίξουν.
Δεν τολμούν να παραδεχθούν ότι όλοι είναι σε κάποιο βαθμό γενίτσαροι. Όλοι έχουν εγκαταλείψει την πραγματική τους ταυτότητα του ελληνόφωνου Ρωμιού, του Αλβανού, του Μακεδόνα, του Βλάχου του Καππαδόκη (Πόντιου, Τουρκόφωνου, Καραμανλή κλπ) και έχουν φορέσει τη μάσκα του Έλληνα. Ακριβώς όπως οι Οθωμανοί εκτουρκισμένοι γενίτσαροι ήταν περήφανοι που ήταν γενίτσαροι έτσι ακριβώς είναι περήφανοι και οι Ρωμιοί εξελληνισμένοι γενίτσαροι. Απλώς δεν θέλουν να χρησιμοποιήσουν τη λέξη γενίτσαρος, γιατί έχει αρνητική χροιά λόγω της πρώτης εφαρμογής του γενιτσαρισμού από τους Οθωμανούς. Χρησιμοποιούν κυρίως τη λέξη πατριώτης που είναι πιο γοητευτική.


Είναι δυνατόν να είναι περήφανος κάποιος που απαρνήθηκε και περιφρονεί την πραγματική εθνική του ταυτότητα και να είναι περήφανος για μια εθνική ταυτότητα που του επέβαλαν άλλοι;

Είναι δυνατόν οι σύγχρονοι Γενίτσαροι να έχουν τον σεβασμό των άλλων λαών και μάλιστα σε μια εποχή που η ελεύθερη επικοινωνία λαών και πολιτισμών έχει καταρρίψει όλα τα τείχη.
Οι μόνοι ευρωπαϊκοί λαοί που ζουν ακόμα σε ιδεολογικοπολιτικό γκέτο, είναι οι λαοί της ελλαδικής επικράτειας.
Τα τείχη αυτού του γκέτο χτίστηκαν και συντηρούνται από τον μεσαιωνικό φονταμενταλιστικό χριστιανισμό και το ιστοριοκαπηλευτικό εθνορατσιστικό κατεστημένο της χώρας μας.
Ή τα γκρεμίζουμε αυτά τα τείχη ή παραμένουμε η πιο ανελεύθερη, ανυπόληπτη και καθυστερημένη κοινωνία της Ευρώπης.



Παρασκευή, 7 Μαΐου 2010

Οι αιτίες της κρίσης και οι επιπτώσεις στο Μακεδονικό



Το φάντασμα της χρεοκοπίας πλανιέται πλέον απειλητικό πάνω από τη χώρα. Ο υπερδανεισμός οδήγησε σε αδυναμία εξυπηρέτησης του εξωτερικού χρέους και έθεσε την χώρα υπό διεθνή οικονομική (και κατ΄επέκταση και πολιτική) κηδεμονία.

Η κρίση έχει πολλά κοινά χαρακτηριστικά με εκείνη της τελευταίας δεκαετίας του 19ου αιώνα, η οποία οδήγησε τον τότε πρωθυπουργό Χαρίλαο Τρικούπη να δηλώσει το γνωστό «δυστυχώς επτωχεύσαμεν» (1893) και την Ελλάδα υπό Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο (1898).
Εκείνος ο Δ.Ο.Ε. επέβαλε σκληρά μέτρα λιτότητας και υποθήκευσε μεγάλο μέρος της οικονομίας. Επέβαλε φόρους σε μια σειρά προϊόντων, τα οποία πήγαιναν κατ’ ευθείαν στους πιστωτές.
Εκχωρήθηκαν τα έσοδα από τα κρατικά μονοπώλια άλατος, πετρελαίου, φωτιστικού οινοπνεύματος, σπίρτων, παιγνιόχαρτων, τσιγαρόχαρτων, ο φόρος καπνού και τα τέλη χαρτοσήμου.

Όπως πρόσφατα ο Γιώργος Παπανδρέου, έτσι και ο Τρικούπης κάλεσε στα τέλη του 1892 την Επιτροπή Ελέγχου των Μεγάλων Δυνάμεων να κάνει έρευνα και να συντάξει σχετική έκθεση για την εθνική οικονομία, ώστε να μπορέσει να πάρει άλλο ένα δάνειο για την κάλυψη των άμεσων αναγκών της.
Ο πρόεδρος της Επιτροπής, Άγγλος διπλωμάτης και οικονομολόγος Έντουαρντ Λο, στην έκθεσή που υπέβαλε προς την Αγγλική κυβέρνηση τον Μάρτιο του 1893, λέει:

«Το ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί είναι αν η κρίση αυτή οφείλεται σε μόνιμες δυσμενείς οικονομικές συνθήκες ή σε αποτυχημένη οικονομική διαχείριση, γεννιέται ένα άλλο ζήτημα: είναι οι πόροι του τόπου αρκετοί ώστε με ένα λογικό νοικοκύρεμα να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες που υπάρχουν, ή η οικονομική κατάσταση είναι τόσο κρίσιμη ώστε να μην υπάρχει θεραπεία χωρίς να πειραχθεί η τιμή του ελληνικού έθνους και τα νόμιμα δικαιώματα των δανειστών τους».

Κατά τον Λο δηλαδή ο προβληματισμός είναι αν η κρίση οφείλεται σε δημοσιονομική κακοδιαχείριση ή σε αντικειμενική έλλειψη πόρων.
Ως βασική αιτία επισημαίνει τον «οικονομικό μεγαλοϊδεατισμό» που οδηγεί σε επενδύσεις πέρα από τα πραγματικά όρια των δυνατοτήτων της ελλαδικής οικονομίας. Επισημαίνει επίσης ότι «το εμπορικό ισοζύγιο, όπως το δείχνουν οι πίνακες των εισαγωγών και εξαγωγών, ήταν σταθερά παθητικό».

Η Ελλάδα από τη εποχή της επανάστασης του 1821 κατέφυγε στον διεθνή δανεισμό. Το ζήτημα είναι που διέθεσε εκείνα τα δάνεια.
Η Αγγλία παραχώρησε το πρώτο δάνειο 800.000 στερλινών το 1824, οπότε ήταν σε εξέλιξη ο ελληνικός εμφύλιος. Το παραχώρησε στη πλευρά της συμμαχίας των εφοπλιστών της Ύδρας και των Φαναριωτών (κυβέρνηση Κουντουριώτη).
Αυτό την ενίσχυσε και την βοήθησε να επικρατήσει επί των Φιλικών και Καπεταναίων.
Το 1825 χορήγησε άλλο ένα δάνειο 2.000.000 στερλινών στην ίδια παράταξη, από τα οποία ως γνωστό μόνο 521.624 στερλίνες έφτασαν στην Ελλάδα και διατέθηκαν για το στρατό και τη διοίκηση, ενώ τα υπόλοιπα τα καταβρόχθισαν οι μεσίτες και οι παράγοντες της αγγλόφιλης παράταξης. Αποτέλεσμα εκείνων των δανείων ήταν η δημιουργία μισθοφορικού στρατού με την εξαγορά βουλευτών, καπεταναίων και στρατιωτών, και η πλήρης επικράτηση της παράταξης των Φαναριωτών, των Εφοπλιστών και των Κοτζαμπάσηδων σε βάρος των Φιλικών και των καπεταναίων.

Το 1833, μαζί με την τοποθέτηση του Όθωνα ως βασιλιά της Ελλάδας, παραχωρείται άλλο ένα δάνειο 60.000.000 γαλλικών φράγκων, από το οποίο μόνο το 1/3 δαπανήθηκε για τον σκοπό για τον οποίο έγινε, δηλαδή για το στρατό και την οικονομία, ενώ το υπόλοιπο κατασπαταλήθηκε για τις ανάγκες της διοίκησης του Όθωνα, της Βαυαρικής ακολουθίας του και την εξυπηρέτηση των προηγούμενων δανείων.
Από τότε το κράτος, αφ΄ενός μπήκε υπό την κηδεμονία των δανειστών του και αφ΄ετέρου μετατράπηκε σε φέουδο της εκάστοτε κυβερνώσας παράταξης.
Τα δάνεια δηλαδή χρησιμοποιήθηκαν για την επικράτηση και στερέωση του νέου φεουδαρχικού καθεστώτος. Η αποπληρωμή τους, όμως, έγινε από την φορολογία και εκμετάλλευση του λαού. Με λίγα λόγια, τα δάνεια διατέθηκαν για τη δημιουργία και την επικράτηση ολιγαρχικής άρχουσας τάξης και όχι για έργα υποδομής και ενίσχυση της οικονομίας. Η νέα άρχουσα τάξη σε τίποτα δεν διέφερε από την προηγούμενη οθωμανική και ο λαός σωστά μιλούσε πλέον για χριστιανούς μπέηδες και τσιφλικάδες.

Μέχρι τη δεκαετία του 1870 το ύψος των δανείων παραμένει σε χαμηλά επίπεδα. Από τη δεκαετία, όμως του 1880 ανεβαίνει κατακόρυφα. Από τα 60 εκατ. Χρυσά φράγκα του 1833, το 1898, οπότε η Ελλάδα μπαίνει υπό τον Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο, το ύψος των δανείων θα φτάσει τα 620 εκ. χρυσά φράγκα.
Ο Άγγλος πρόεδρος της Επιτροπής Ελέγχου, επισημαίνει κάτι σημαντικό:
«συχνά πιστεύω εκφράζεται η γνώμη ότι η διοίκηση στην Ελλάδα είναι σπάταλη, και ειδικότερα, ότι δυσαναλόγως μεγάλα ποσά ξοδεύονται για τον στρατό και το ναυτικό… Αν εξετάσουμε όμως τα ποσά των μισθών και συντάξεων, και τον αριθμό των δημοσίων υπαλλήλων, θα βρούμε ότι το ζήτημα αυτό δεν μπορεί σοβαρά να επηρεάσει το ισοζύγιο του προϋπολογισμού. Αν αφήσουμε κατά μέρος τον στρατό και το ναυτικό, η συνολική δαπάνη για μισθούς και συντάξεις είναι περίπου … 650.000 λίρες. Με την πιο καλή θέληση του κόσμου, δεν είναι δυνατό να γίνει καμιά αξιόλογη περικοπή στο σημείο αυτό».

Ο Λο μας πληροφορεί ότι τα έξοδα για μισθούς και συντάξεις δεν ήταν εκείνα που ανέβαζαν το έλλειμμα, αλλά και ότι «δυσανάλογα» μεγάλα ποσά ξοδεύονται για το στρατό και το ναυτικό.
Γιατί όμως η Ελλάδα διέθετε τόσο μεγάλα ποσά για το στρατό και το ναυτικό;

Η χώρα είχε απελευθερωθεί χάρη στην επέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων (ναυμαχία Ναυαρίνου – επέμβαση γαλλικού στρατού).
Η δημιουργία ισχυρού στρατού και ναυτικού με σκοπό την απελευθέρωση υπόδουλων αδελφών, επίσης δεν δικαιολογούνταν, γιατί παραχωρήθηκαν (ελευθερώθηκαν) στην Ελλάδα η Θεσσαλία και η Άρτα χωρίς να χρειαστεί να ρίξει μια τουφεκιά.
Άλλοι ήταν επομένως οι λόγοι δημιουργίας ισχυρού στρατού. Ο ένας φυσικά είναι η στήριξη του καθεστώτος. Τα μοναρχικά καθεστώτα πάντα στηρίζονταν σε ισχυρό στρατό, τον οποίο συντηρούν από τη βαριά φορολογία του λαού. Η μεγάλη στρατιωτική ενίσχυση, όμως, από τη δεκαετία του 1870 και μετά οφείλεται σε ειδικούς λόγους.

Ήταν ολοφάνερο πλέον ότι η οθωμανική αυτοκρατορία δεν μπορούσε πια να κρατήσει τα Βαλκάνια. Το 1870 αναγκάζεται να παραχωρήσει χαλαρή (πολιτική και θρησκευτική) αυτονομία στη Βουλγαρία.
Το 1878 η Ρωσία έφτασε μέχρι τα πρόθυρα της Κωνσταντινούπολης και στην συνοικία του Αγίου Στεφάνου υπογράφηκε η ομώνυμη Συνθήκη, που δημιουργούσε τη Μεγάλη Βουλγαρία. Μόνο χάρη στην πίεση των Δυτικών αποσπάστηκε η Μακεδονία από τη Βουλγαρική ηγεμονία και δόθηκε αυτονομία στην Ανατολική Ρωμυλία.
Το 1881 παραχωρήθηκε η Θεσσαλία και η Άρτα στην Ελλάδα, ενώ το 1885 η Βουλγαρία προσάρτησε την Ανατολική Ρωμυλία χωρίς καμία αντίσταση.
Όλα έδειχναν πως η αυτονόμηση της Μακεδονίας και της Αλβανίας είναι θέμα χρόνου.

Την ίδια περίοδο στην Ελλάδα η άρχουσα τάξη διογκώθηκε με την έλευση και άλλων «ομογενών» από τις τότε και πρώην οθωμανικές επαρχίες, καθώς η κατάσταση εκεί δεν τους επέτρεπε να ζουν παρασιτικά και να πλουτίζουν. Τέτοιες συνθήκες πλέον γι΄αυτούς υπήρχαν μόνο στην Ελλάδα.
Η προσάρτηση της Θεσσαλίας τους έδωσε την ευκαιρία να εξαγοράσουν πάμφθηνα τα τούρκικα τσιφλίκια και να γίνουν οι ίδιοι τσιφλικάδες. Για τον απλό λαό δεν άλλαξε τίποτα. Δεν είναι καθόλου τυχαίο που η σημαντικότερη εξέγερση των Θεσσαλών (εξέγερση του Κιλελέρ) δεν έγινε κατά των Τούρκων, αλλά κατά των Ελλήνων τσιφλικάδων και του ελληνικού καθεστώτος.
Η επέκταση της διοίκησης στη Θεσσαλία επέβαλε την περαιτέρω διόγκωση του κρατικού μηχανισμού. Έτσι, διογκωμένος κρατικός μηχανισμός και άπληστη άρχουσα τάξη έγιναν δυσανάλογα μεγάλοι για να τροφοδοτούνται από τους υπάρχοντες πόρους και πληθσμούς. Αυτό αναγκαστικά οδήγησε σε υπερδανεισμό.

Ο καθηγητής Ιστορίας του Νέου Ελληνισμού στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου Απόστολος Διαμαντής έγραψε σε σχετικό άρθρο του στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία (2 Μαΐου 2010):
«Το βασικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας δεν ήταν πρόβλημα διαχείρισης αλλά πρόβλημα πόρων και μιας άνευ όρων ανάπτυξης μέσω χρηματοπιστωτικών κινήσεων. … Μια χώρα χωρίς έδαφος, χωρίς πληθυσμό, χωρίς πόρους ζήτησε να φτιάξει υποδομές, στηριζόμενη στο δανεισμένο χρήμα. Λάθος, όπως και να το δει κανείς. Διότι ποιο είναι το πρόβλημα; Η έλλειψη πόρων, η έλλειψη πληθυσμού. … είναι προφανές ότι το ζήτημα της επέκτασης των συνόρων του μικρού ελληνικού βασιλείου θα ήταν η μόνη λύση».

Παρά την σχετικά θετική έκθεση του Άγγλου διπλωμάτη τον Μάρτιο του 1893 το δάνειο δεν δόθηκε και η Ελλάδα λίγους μήνες αργότερα κήρυξε πτώχευση.
Η «επέκταση του ελληνικού βασιλείου» ήταν πλέον «η μόνη λύση», η οποία ευνοούνταν καθώς εξυπηρετούσε και τις προστάτηδες δυνάμεις. Έτσι, παρά τη χρεοκοπία και τα σκληρά μέτρα λιτότητας, συνέχισε τους εξοπλισμούς και τον Απρίλιο του 1897 εξαπέλυσε επίθεση κατά των οθωμανικών δυνάμεων στα θεσσαλομακεδονικά σύνορα. Δεν εκτίμησε όμως σωστά όλες τις διπλωματικές παραμέτρους με αποτέλεσμα να μην έχει καμία βοήθεια από τις προστάτηδες δυνάμεις. Έτσι επακολούθησε συντριπτική ήττα και άτακτη υποχώρηση προς τη Στερεά Ελλάδα.
Οι Μεγάλες Δυνάμεις θεώρησαν υπαίτια του πολέμου την Ελλάδα και την ανάγκασαν να πληρώσει ως πολεμική αποζημίωση 95 εκατ. χρυσές λίρες και να τεθεί υπό την κηδεμονία του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου. Παρ’ όλα αυτά της επέστρεψαν τη Θεσσαλία.
Μεταξύ των μέτρων λιτότητας που επεβλήθηκαν, ήταν και ο περιορισμός των στρατιωτικών δαπανών και η περικοπή των μισθών των στρατιωτικών.
Οι στρατιωτικές μονάδες υπολειτουργούσαν και πολλοί από αξιωματικοί και υπαξιωματικοί τέθηκαν σε αργία.

Ο ελληνικός μεγαλοϊδεατισμός, ως γνωστό, καλλιεργείται πάντα σε μεγαλύτερο βαθμό στον στρατό. Αυτό γίνεται για να μπορεί να χρησιμοποιηθεί για επεκτατικούς σκοπούς.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι μόνο ο μεγαλοϊδεατισμός των στρατιωτικών είχε πληγωθεί βάναυσα λόγω της ολέθριας ήττας που είχε προηγηθεί, αλλά είχε πληγεί βάναυσα και το γόητρό τους.

Με το ξέσπασμα της εθνικοαπελευθερωτικής επανάστασης του Ίλιντεν στη Μακεδονία το 1903 έγινε πλέον ορατή η πιθανότητα δημιουργίας ανεξάρτητου Μακεδονικού κράτους. Σε μια τέτοια περίπτωση το όνειρο της επέκτασης του ελληνικού βασιλείου προς βορά θα έσβηνε για πάντα.
Οι προξενικές αρχές της Ελλάδας σε συνεργασία με τους δεσποτάδες την υπονόμευσαν με κάθε τρόπο. Αυτό είναι καταγεγραμμένο στις εκθέσεις και τα απομνημονεύματα και δεν αμφισβητείται σοβαρά από κανέναν. Έτσι, μετά την καταστολή της επανάστασης από τις τουρκικές δυνάμεις, ο ελλαδικός μεγαλοϊδεατισμός βάζει σαν στόχο την διάβρωση, την διάσπαση και την υπονόμευση της μακεδονικής αντίστασης. Είναι ο γνωστός ως «Μακεδονικός αγώνας». Οι αργόσχολοι και με καταρρακωμένο γόητρο λόγω των μέτρων λιτότητας και της ήττας του 1897 αξιωματικοί και υπαξιωματικοί θα αποτελέσουν την κύρια δεξαμενή άντλησης «μακεδονομάχων», δηλαδή αυτών που μάχονταν κατά των Μακεδόνων.
Μάχονταν κατά ενός αποδεκατισμένου εθνικοαπελευθερωτκού κινήματος και ενός λαού καταστρεμένου από την θηριωδία του κατακτητή.

Λίγα χρόνια αργότερα (1912-1913) η Ελλάδα θα εκμεταλλευθεί την ευνοϊκή γι΄αυτήν συγκυρία και θα γίνει κάτοχος της μισής Μακεδονίας.
Τότε θα αποκαλυφθούν τα πραγματικά κίνητρα του αγώνα της για επέκταση. Θα την αντιμετωπίσει καθαρά σαν λάφυρο πολέμου. Η Μακεδονία θα αποτελέσει, «το έδαφος», «τους πόρους» και «τον πληθυσμό» από τον οποίο θα τραφεί το κρατικό τέρας που την οδήγησε στην πτώχευση του 1893 και τον Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο του 1898.

Ο πληθυσμός που είναι ο πραγματικός κληρονόμος του τόπου για να είναι εύκολο υποχείριο, έπρεπε να ξεριζωθεί και στη θέση του να εγκατασταθεί ημέτερος. Οι Μακεδόνες που δεν ξεριζώθηκαν, έπρεπε να δηλώσουν υποταγή. Έπρεπε να υποστούν και αυτοί τις συνέπειες της χρεοκοπίας και του υπερδανεισμού της Ελλάδας, παρ΄όλο που τότε δεν ήταν υπήκοοί της. Οι μεγαλύτερης ηλικίας Μακεδόνες θα θυμούνται ακόμα τον φόρο στο αλάτι, τα σπίρτα, το πετρέλαιο, τα τραπουλόχαρτα κλπ, ο οποίος εισπράττονταν μέχρι τα μέσα της δεκαετίας το ’60. Πολλοί θα θυμούνται ότι πλήρωναν στην Εθνική Τράπεζα για να δικαιωθούν τα κτήματα των παππούδων τους.

Σήμερα οι υπήκοοι της Ελλάδας ακόμα πληρώνουν τις συνέπειες εκείνης της κρίσης. Η Ελλάδα επεκτάθηκε προς βορά διαπράττοντας εγκλήματα κατά των γειτονικών της λαών. Έτσι οι γειτονικές της χώρες Αλβανία, Μακεδονία, Βουλγαρία, Τουρκία φιλοξενούν πληθυσμούς τους οποίους ξερίζωσε από τις εστίες τους, καταστρέφοντας τα χωριά τους, αρπάζοντας τις περιουσίες τους και δολοφονώντας συγγενείς τους. Η συγκυρία ίσως δεν τους επιτρέπει να διεκδικήσουν όσα δικαιούνται, αλλά η Ελλάδα φοβάται ότι αυτό πολύ πιθανόν να συμβεί στο μέλλον.
Όταν έκανε την επέκταση και την εθνοκάθαρση, οι Δυτικοί «σύμμαχοι» ήταν φιλικοί μόνο προς την Ελλάδα και εχθρικοί προς τους γειτονικούς της λαούς. Μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης οι Δυτικοί είναι το ίδιο φιλικοί με τους γειτονικούς λαούς που ανήκουν πλέον στο ίδιο με την Ελλάδα στρατόπεδο.
Έτσι εδώ και μια εικοσαετία λένε τα πράγματα με το όνομά τους (κυρίως στο Μακεδονικό), κάτι που κάνει το «χαϊδεμένο παιδί» να δυσανασχετεί με τους «άτιμους» τους «συμμάχους».

Όλη αυτή η κατάσταση αναγκάζει την Ελλάδα να σπαταλάει δυσανάλογα μεγάλα ποσά, σε σχέση με τους γείτονες και το μέγεθός της, για στρατιωτικούς εξοπλισμούς. Αυτό θα παραμένει μια μόνιμη οικονομική αιμοραγία που δεν θα της επιτρέψει εύκολα να μειώσει τα μεγάλα ελλείμματά της και να βγει από αυτήν την κρίση.
Υπάρχει τρόπος να απεμπλακεί, αλλά αυτό προϋποθέτει αποκατάσταση των δικαιωμάτων εκείνων που καταλήστευσε και καταπίεσε.
Ας ελπίσουμε ότι θα το καταλάβει πριν δημιουργηθούν άλλες επικίνδυνες και ανεξέλεγκτες καταστάσεις.

Ο μεγαλοϊδεατισμός και ο εθνορατσισμός είναι δομικά στοιχεία της Ελλάδας που κληρονόμησε από τον τρόπο κατασκευής της.

Η πάταξη τους και η αντικατάστασή τους με δημοκρατικά πολυπολιτισμικά δομικά υλικά είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την ειρηνική συνύπαρξη των λαών της περιοχής και κατά συνέπεια της οικονομικής ανάπτυξης.

Δευτέρα, 3 Μαΐου 2010

Βασίλ Τσακαλάρωφ: «Το ημερολόγιο του Ίλιντεν 1901-1903»

Εκδόθηκε στα ελληνικά και ήδη κυκλοφορεί στα καλά βιβλιοπωλεία, από τις εκδόσεις «Πετσίβα», (Αθήνα 2010), το ημερολόγιο του Μακεδόνα επαναστάτη Βασίλη Τσακαλάρωφ.

Από τον ίδιο εκδοτικό οίκο, εκδόθηκαν και τα απομνημονεύματα των Ίωνα Δραγούμη, Ιωάννου Καραβίτη και Γεωργίου Βάρδα Τσόντου, οι οποίοι, κατά την ίδια δεκαετία, έκαναν τον αγώνα για να υποτάξουν ακριβώς εκείνους τους Μακεδόνες που συμμετείχαν στην εθνικοαπελευθερωτική επανάσταση του Ίλιντεν.

Το ημερολόγιό του ο Τσακαλάροβ το έγραφε σε τεφτεράκια με ειδικό κρυπτογραφικό κώδικα και κάλυπτε την περίοδο από 3 Ιουλίου 1901 έως 5 Σεπτεμβρίου 1903, τη μεγαλύτερη δε αξία έχει το πρωτόκολλο του συνεδρίου που πραγματοποιήθηκε στο Σμίλεβο της επαναστατικής περιοχής της Μπίτολας, στο οποίο συμμετείχε ο Τσακαλάροβ.

Το πρωτότυπο του ημερολογίου διασώθηκε από τον συναγωνιστή και συγγενή του Λάζαρ Κισελίντσεβ, ο οποίος σε συνεργασία με τον Σπύρο Βασίλεβ Μορέοβ από τη Ζαγκορίτσανη, το αποκρυπτογράφησε και το ετοίμασε για έκδοση το 1946. Ο Σπύρος με τον Βασίλη Ιβάνοβσκι, πρόεδρο του Μακεδονικού Συλλόγου Σόφιας, προσπάθησαν στη συνέχεια να το εκδώσουν, χωρίς όμως να το κατορθώσουν.
Το 1948 ο Βασίλης Ιβάνοβσκι, ως μέλος της Κ.Ε. του Βουλγαρικού Κομμουνιστικού Κόμματος, συνελήφθει κατηγορούμενος και το ημερολόγιο κατασχέθηκε από το υπουργείο Δημόσιας Τάξης της Βουλγαρίας ως αποδεικτικό υλικό.
Αντίτυπα του αποκρυπτογραφημένου ημερολογίου φυλάγονται στο Επιστημονικό Αρχείο της Βουλγαρικής Ακαδημίας Επιστημών.

Η πρώτη Βουλγαρική έκδοση έγινε το 2001. Η μετάφραση έγινε από τον Μακεδόνα πολιτικό πρόσφυγα στη Δημοκρατία της Μακεδονίας, Βάσκο Καρατζά, και εκδίδεται για πρώτη φορά στα Ελληνικά, ως μαρτυρία για τους αγώνες των Μακεδόνων των αρχών του 20ου αιώνα για ελευθερία και ανεξαρτησία.

Ο Βασιλ Τσακαλάροβ (Васил Чакаларов)


Γεννήθηκε το 1874 στο Σμάρντες (Κρυσταλλοπηγή) Φλώρινας, που τότε είχε 1.780 κατοίκους. Πήγε στην αρχή στο πατριαρχικό σχολείο, όπου έμαθε την ελληνική γλώσσα. Μετά πήγε στο εξαρχικό, όπου έμαθε τη βουλγαρική γλώσσα με σκοπό να πάει για σπουδές στη Βουλγαρία.
Κατά τις διακοπές του πήγαινε και εργαζόταν στην Ελλάδα ως λιθοξόος και οικοδόμος.

Ένα επεισόδιο που είχε με τη δασκάλα των ελληνικών, τον οδήγησε στη φυλακή, από όπου δραπέτευσε και κατέφυγε στη Βουλγαρία. Εκεί εργαζόταν ως κτίστης, ενώ παράλληλα φοίτησε και στο νυχτερινό γυμνάσιο.
Στη Σόφια διετέλεσε πρόεδρος του συλλόγου αλληλοβοήθειας Καστοριανών. Συμμετείχε ενεργά στις εργασίες της Μακεδονο-Αδριανουπολίτικης οργάνωσης, επικεφαλής της οποίας ήταν ο Μπόρις Σαράφωβ, με τον οποίο συνδέθηκαν με στενή φιλία.

Στις αρχές του 1901 κατόρθωσε να αγοράσει όπλα για την περιοχή της Καστοριάς από την Αθήνα και τη Θεσσαλία. Μαζί με τους Πάντο Κλιάσεβ και Λάζαρ Μόσκοβ καταπιάστηκαν δραστήρια με την οργάνωση του αγώνα, καταβάλλοντας κάθε προσπάθεια για την εκκαθάριση της οργάνωσης από τους απείθαρχους και για προσωπικό συμφέρον δρώντων κομιτών, σπουδαιότερος των οποίων ήταν ο Κότε (καπετάν Κότας) από τη Ρούλια.
Ο Χρ. Σιλιάνοβ γράφει:
«Χωρίς να έχει τη μόρφωση των συντρόφων του και χωρίς να είναι δάσκαλος, ο Τσακαλάροβ είναι στις πρώτες γραμμές των δασκάλων, μια ισχυρή προσωπικότητα ικανή να επιβληθεί και στον πιο αποφασιστικό αντίπαλο.»

Με τη δράση του κατά των προδοτών, έγινε ένας από τους πιο μισητούς για τους αντιπάλους επαναστάτης.
Στις 26-4-1903 σε επιστολή του ο Παύλος Μελάς προς τον κουνιάδο του Ίωνα Δραγούμη γράφει: «Η Νάτα απαιτεί ξεμπέρδεμα Τσακαλάροβ».

Όταν πάρθηκε η απόφαση στη Θεσσαλονίκη τον Ιανουάριο του 1903 για την κήρυξη της εξέγερσης, ο εκπρόσωπος της οργάνωσης Μπίτολας Ατανάς Λοζάντσεβ χαρακτήρισε την οργάνωση της Καστοριάς ως την πλέον έτοιμη να ανταποκριθεί.
Στις 29 Μαρτίου 1903 οθωμανική μονάδα προσπαθεί να χτυπήσει την τσέτα του Τσακαλάροβ και του Σαράφοβ έξω από το Σμάρντες, αλλά αποκρούεται και οι επαναστάτες καταφέρνουν να διαφύγουν χωρίς απώλειες.
Στις 31 Μαϊου 1903 διεύθυνε μια από τις αιματηρότερες μάχες με τον τακτικό στρατό πάνω από το Ντ΄μπενι.

Κατά την επανάσταση του Ίλιντεν στις 20 Ιουλίου 1903 η περιοχή της Καστοριάς γίνεται ένα από τα βασικά κέντρα της επανάστασης.
Οι 2.000 περίπου επαναστάτες κυριαρχούν στην περιοχή και αναγκάζουν το στρατό κατοχής να κλειστεί στα στρατόπεδα της Καστοριάς. Μερικές μέρες όμως αργότερα καταφθάνει στην περιοχή στρατιωτική δύναμη περίπου 15.000 ανδρών και καταστρέφει ότι βρει μπροστά της.
Ο Τσακαλάροβ παίρνει την πρωτοβουλία για τη σύνταξη έκθεσης για τις ωμότητες του τουρκικού στρατού, η οποία παραδόθηκε στις προξενικές αρχές της Μπίτολας στις 30 Αυγούστου 1903.
Ο αγώνας όμως είναι άνισος και δεν εκδηλώνεται καμία εξωτερική υποστήριξη.
Έτσι ο Τσακαλάροβ πληροφορείται στις 6 Οκτωβρίου 1903 την απόφαση του γενικού επιτελείου να σταματήσει η εξέγερση.
Με την αδελφή του, τον Πάντο Κλιάσεβ και τον Λάζαρ Κισελίντσεβ περνούν τα ελληνικά σύνορα και μέσω Άρτας και Φιούμε πηγαίνει στη Βουλγαρία.

Κατά τους Βαλκανικούς πολέμους, η αίσθηση του καθήκοντος απέναντι στους σκλαβωμένους αδελφούς οδηγεί τον Τσακαλάροβ επικεφαλής σώματος με τους βοεβόδες Ιβάν Πόποβ και Χρήστο Σιλιάνοβ στην γενέτειρα περιοχή.
Η ελληνική wikipedia γράφει σχετικά:

«Μετά τις 20 Οκτωβρίου το μικτό σώμα καταλαμβάνει διαδοχικά το Νυμφαίο, την Πρεκοπάνα (Περικοπή Φλώρινας) και την Ζαγορίτσανη (Βασιλειάδα Καστοριάς) και αφοπλίζει τα γύρω Τουρκικά χωριά και το μουσουλμανικό Ζέρβενι (Άγιος Αντώνιος Καστοριάς). Μετά από αυτό καταλαμβάνονται και τα χωριά Απόσκεπος, Δενδροχώρι, Γάβρος Καστοριάς και Ιεροπηγή. Μετά την ήττα του Ελληνικού πέμπτου τμήματος [5η Μεραρχία] στο χωριό Βεύη, το μικτό σώμα του Βασίλ Τσεκαλάροφ διεξάγει μάχες οπισθοφυλακής κατά του Τουρκικού στρατού για να εξασφαλίσει την απόσυρση των Ελληνικών τμημάτων. Κατά την γενική οπισθοχώρηση το σώμα προσπάθησε να προστατεύσει τα χωριά από τους προελαύνοντες Τούρκους. Στις 29 Οκτωβρίου το σώμα βοήθησε τα Ελληνικά στρατεύματα στη κατάληψη των Καϊλαρίων (Πτολεμαΐδα), ενώ στις 8 Νοεμβρίου συντρίβει και αιχμαλωτίζει 600 Τούρκους στρατιώτες στο Πισοδέρι και στο Ζέλοβο (Αντάρτικο). Μια ημέρα αργότερα αιχμαλωτίζουν ακόμα 100 Τούρκους στρατιώτες στο χωριό Καπέστιτσα (Αλβανία), και στις 13 Νοεμβρίου το μικτό σώμα εισέρχεται στην Καστοριά όπου τους υποδέχονται πανηγυρικά τα μέλη της Βουλγαρικής [Εξαρχικής Μακεδονικής] κοινότητας, με επικεφαλής τον αναπληρωτή του Αρχιεπισκόπου Πανάρετου. Στις 29 Νοεμβρίου, τα Ελληνικά τμήματα αποσύρονται από την περιοχή των Κορεστίων και το ενωμένο σώμα τοποθετείται εκεί για να προστατεύσει τα χωριά. Κατόπιν τούτου διαλύεται στις 20 Δεκεμβρίου.»

Το 1913 τα πράγματα αλλάζουν. Οι μέχρι χθες σύμμαχοι Έλληνες έγιναν αντίπαλοι και θέλουν να γίνουν Τούρκοι στη θέση των Τούρκων.
Όταν Ελλάδα, Σερβία, Βουλγαρία συγκρούονται για το μοίρασμα των εδαφών της Μακεδονίας, ο Τσακαλάροβ με σώμα Μακεδόνων επαναστατών κινείται και πάλι προς την περιοχή της γενέτειράς του με σκοπό να ξεσηκώσει τους συμπατριώτες του σε εξέγερση ελπίζοντας στην αυτονόμηση της πατρίδας του.

Οι δυνάμεις του τακτικού στρατού βοηθούμενες από χωροφύλακες και αντάρτικα σώματα των πρώην μακεδονομάχων (δηλαδή αυτών που μάχονταν τους Μακεδόνες) τους καταδιώκουν με πείσμα. Σε πολύνεκρες μάχες που δόθηκαν μεταξύ Μπάνιτσας (Βεύη), Νέβεσκας (Νυμφαίο) και Μπελκαμεν (Δροσοπηγή), ο Τσακαλάροβ τραυματίζεται και πέφτει στα χέρια των διωκτών του στις 6 Ιουλίου 1913.

Ο Έλληνας Συνταγματάρχης Μιχαλακόπουλος περιγράφει την κατάσταση που ακολούθησε ως εξής:

«Πέντε έξι στρατιώτες και αντάρτες έσπευσαν προς το πεσμένο σώμα με πανηγυρικές κραυγές. Αυτός κινήθηκε προς έκπληξή μας. Αρχικά ανασήκωσε το κεφάλι του σκεπασμένο από τα πλούσια όμορφα σγουρά μαλλιά, και στη συνέχεια ανασήκωσε το σώμα του και ψάχνοντας για στήριγμα το πιο κοντινό δέντρο, στάθηκε όρθιος. Έτσι ο Τσεκαλάροφ πραγματικά ήταν πολύ τρομακτικός. Όσοι έσπευδαν σταμάτησαν για μια στιγμή. Στιγμιαία τρέμοντας κουνήθηκε έπεσε κάτω και δεν ξανακινήθηκε πια! (Εκείνη την στιγμή αντάρτης χτύπησε το άψυχο σώμα του Τσεκαλάροφ με ένα μαχαίρι.) Πιθανόν αυτή να ήταν η τελευταία συνειδητή κίνηση και το επικίνδυνο κεφάλι αποχαιρέτισε το σώμα του. Σχεδόν δεν ένοιωθε τίποτα όταν αντάρτες παλιοί εχθροί του κάρφωναν αυτό το οποίο δεν έμοιαζε καθόλου με τον τρομερό Τσεκαλάροφ. Ο καπετάν Χ. με δύο ακόμα κτυπήματα αποκόπτει το κεφάλι από το νεκρό του σώμα.
Το κομμένο κεφάλι του Βασίλ Τσεκαλάροφ μεταφέρθηκε από τους στρατιώτες στη Φλώρινα και καρφωμένο σε πάσσαλο περιφέρεται στους δρόμους με κραυγές:
«Δεν υπάρχει ο Τσεκαλάροφ! Δεν υπάρχει η Μακεδονία! Εξοντώσαμε τον Τσεκαλάροφ και μαζί του και όλους τους Τσεκαλάροφ!»