Κυριακή, 10 Απριλίου 2011

Οι Μακεδόνες ως Βούλγαροι ή Έλληνες

«Το Μακεδονικό και η Βουλγαρία, Πλήρη τα απόρρητα βουλγαρικά έγγραφα 1950 – 1967» ήταν μια κοινή έκδοση της ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ (ΕΜΣ) με τα ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΑ ΚΡΑΤΙΚΑ ΑΡΧΕΙΑ (Εκδ. Οίκος Αδελφών Κυριακίδη, Θες/νίκη 2009). Ήταν η πρώτη επίσημη συνεργασία Ελλάδας – Βουλγαρίας με στόχο τον κοινό αγώνα των δύο εθνικισμών να πείσουν ότι οι Μακεδόνες δεν αποτελούν ξεχωριστό έθνος και ότι είναι ή Έλληνες –όσοι έμειναν στην ελλαδική επικράτεια- ή Βούλγαροι –όσοι έμειναν στη βουλγαρική ή την μακεδονική.
Ο ελλαδικός εθνικισμός ξεπέρασε τον προαιώνιο αντιβουλγαρικό μένος του, γιατί αντίπαλός του στο μακεδονικό δεν είναι πλέον οι Βούλγαροι, αλλά οι ίδιοι οι γηγενείς κάτοικοι της Μακεδονίας. Πρέπει να πείσουν λοιπόν, ότι αυτοί οι αποκαλούμενοι διεθνώς και αυτοαποκαλούμενοι Μακεδόνες είναι ή «εκσλαβισμένοι» Έλληνες ή παραπλανημένοι Βούλγαροι
Είναι ο κοινός «εχθρός» τους στο Μακεδονικό.

Ο αναπάντεχος σύμμαχος για τους καταπονημένους εθνικιστές προέκυψε από τις εκλογές του Ιουλίου 2009 στη Βουλγαρία. Πρωθυπουργός αναδείχθηκε ο ακροδεξιός Μπόικο Μπορίσοφ, ο οποίος διόρισε ως υπουργό για τους «Βουλγάρους της διασποράς» τον ιστορικό Μπόζινταρ Ντιμιτρόφ
Μια από τις πρώτες ενέργειες του Ντιμιτρόφ ήταν η συνέντευξη που έδωσε στο «Πρώτο Θέμα» (23-8-2009). Χαροποίησε τους «Έλληνες πατριώτες» δηλώνοντας ότι ο Μεγαλέξανδρος ήταν Έλληνας και ότι «οι Σκοπιανοί είναι Βούλγαροι». Είναι επίσης ο συγγραφέας του βιβλίου «Τα 10 ψέματα του μακεδονισμού» (2006)
Δεν είναι καθόλου τυχαία η τοποθέτηση ενός κρατικοδίαιτου ιστορικού σε αυτή τη θέση. Είναι ο κατάλληλος άνθρωπος να παρουσιάσει την ιστορία με τέτοιο τρόπο ώστε να εξυπηρετεί τον βουλγαρικό εθνικισμό.
Επειδή εμείς οι Μακεδόνες είμαστε οι πιθανόν «παραπλανημένοι Βούλγαροι» καλό θα είναι να αναζητήσουμε μέσω της ιστορίας τις «βουλγάρικες ρίζες μας»

Για την καταγωγή των αρχαίων Βουλγάρων δεν υπάρχουν γραπτές βουλγαρικές πηγές. Από τις αναφορές, όμως, που υπάρχουν σε ρωσικές, βυζαντινές, αραβικές κ.α. πηγές προκύπτει ότι οι Βούλγαροι ήταν λαός τουρανικής ή τουρκομογγολικής καταγωγής που ζούσε στην κεντρική Ασία, βορείως της Κασπίας θάλασσας. Κατά πολλούς οφείλει το όνομά του στον ποταμό Βόλγα, ο οποίος στο μέσον του διέσχιζε την περιοχή όπου ζούσαν, ενώ κατ’ άλλους στην τουρανική λέξη Bulga που σημαίνει «ανακατεύω». Η πρωτεύουσά τους ήταν το Μπουλγκάρ
Περί τον 4ο π.Χ. αιώνα μετακινήθηκαν νοτιοανατολικά, βορείως της Αζοφικής θάλασσας. Το δεύτερο μισό του 7ου μ.Χ. αιώνα πιεζόμενοι από τους Χαζάρους εγκατέλειψαν τα αζοφικά παράλια (Μεγάλη Βουλγαρία) και διασκορπίστηκαν προς διάφορες περιοχές της ανατολικής Ευρώπης. Για το μέγεθος αυτών των φυλών (ορδών) δεν υπάρχουν πληροφορίες, καθώς αφομοιώθηκαν με τους τοπικούς πληθυσμούς, ενσωματώθηκαν σε άλλα κράτη και έπαψαν να υπάρχουν ως Βούλγαροι.
Μία από τις βουλγαρικές ορδές, η οποία και μας απασχολεί, κινήθηκε νοτιοανατολικά και εγκαταστάθηκε το 668 μ.Χ. μεταξύ Δούναβη και της οροσειράς του Αίμου (Μπάλκαν ή Στάρα Πλάνινα), δηλαδή στο βόρειο μισό της σημερινής Βουλγαρίας. Αυτή αφομοιώθηκε μεν πολιτισμικά με τους σλαβόφωνους της περιοχής, αλλά διατηρώντας την πολιτικοστρατιωτική της δομή, κατάφερε σύντομα (το 680-681) να δημιουργήσει αυτόνομο κράτος και να μη χαθεί «εθνικά»
Αναφέρω τους τοπικούς πληθυσμούς ως σλαβόφωνους και όχι Σλάβους, γιατί στην περιοχή εκείνη προϋπήρχαν υπολείμματα αρχαίων Θρακών (Μοισοί, Τριβαλλοί, Βαστάρναι) Δακών, Σκυθών, Σαρματών κλπ. τα οποία προφανώς εκσλαβίστηκαν πριν από τους Βούλγαρους. Δεν μπορεί να επιβίωσε το αρχαιοελληνικό έθνος και να μην επιβίωσε κάτι από αυτά τα έθνη?
Εκείνοι οι αγανακτισμένοι υποτελείς μέχρι τότε του Βυζαντίου, αλλά ανοργάνωτοι πολιτικοστρατιωτικά, συντάχθηκαν με την οργανωμένη βουλγαρική ορδή και το 681 δημιούργησαν το Πρώτο Βουλγαρικό κράτος. Έτσι οι Βούλγαροι, αν και μειοψηφία, έδωσαν το όνομά τους στο νεοϊδρυθέν κράτος.
Οι πρώτοι ηγεμόνες κρατούσαν τον τίτλο του Χαν και τα βουλγαρικά τους ονόματα: Ασπαρούχ, Κρουμ (Κρούμος), Ομουρτάγκ κλπ. Μετά τον πλήρη εκσλαβισμό και εκχριστιανισμό τους ο Χαν έγινε Τσαρ (τσάρος) και τα ονόματά τους σλαβικά και εβραιοχριστιανικά: Μπόρις, Ιβάν, Συμεών κλπ.

Στις αρχές του 9ου αιώνα οι Βούλγαροι εκείνοι ήδη είχαν κάνει ισχυρό κράτος και, εκμεταλλευόμενοι την δυσαρέσκεια των βαλκανικών πληθυσμών, επεκτείνουν την επικράτειά τους σε βάρος του Βυζαντίου. Καταλαμβάνουν περιοχές της Μακεδονίας και Θράκης (Αν.Ρωμυλία). Το καλοκαίρι μάλιστα του 811 ο αυτοκράτορας Νικηφόρος πραγματοποιεί εκστρατεία και καταστρέφει την ορεινή πρωτεύουσα Πλίσκα, αλλά ο Κρούμος τον παγιδεύει στις κλεισούρες του Αίμου, καταστρέφει τον βυζαντινό στρατό και αποκεφαλίζει τον αυτοκράτορα. Ο νέος αυτοκράτορας Μιχαήλ Α’ τον Ιούνιο του 812 κάνει νέα εκστρατεία, αλλά έξω από την Αδριανούπολη ηττάται. Για καλή του τύχη ο Κρούμος πεθαίνει το 814 και ο νέος Χάνος Ομουρταγκ είναι πιο διαλακτικός και συνάπτει συνθήκη ειρήνης με τους Βυζαντινούς.
Σε όλες εκείνες τις συγκρούσεις φάνηκε ότι οι βαλκανικοί πληθυσμοί, και ειδικά οι σλαβόφωνοι, συντάσσονταν περισσότερο με τους Βούλγαρους παρά με τους Βυζαντινούς. Σ΄αυτό βέβαια συντελεί η καταπίεση και η εκμετάλλευση. Εξάλλου οι αυτοκράτορες του Βυζαντίου εκείνης της εποχής ήταν Σύριοι (Δυναστεία Ισαύρων), Φρύγες (Αμορίου) και Αρμένιοι.
Για να αντιμετωπίσουν αυτή την κατάσταση, οι Βυζαντινοί μεταφέρουν πληθυσμούς από τη Συρία και την Αρμενία στη Θράκη για να πυκνώσει ο εκεί δικός τους πληθυσμός.
Η μεθοδική μεταφορά πληθυσμών, λοιπόν, που έκανε το κράτος των Αθηνών σε Μακεδονία και Θράκη τις δεκαετίες του ’20 και του ’90, δεν αποτελούσε κάποια πρωτοτυπία, αλλά συνήθη βυζαντινή πρακτική. 
Από τους Αρμένιους εκείνους θα προκύψει το 867 η νέα δυναστεία, που λόγω του ότι η Αδριανούπολη τότε ήταν πρωτεύουσα του διοικητικού Θέματος της Μακεδονίας, θα ονομαστεί Μακεδονική.
Εκείνοι που ονομάζουν Μακεδόνες εκείνους τους Αρμένιους αυτοκράτορες, παρόλο που είχαν εγκατασταθεί στο θέμα της Μακεδονίας μόλις πριν λίγες δεκαετίες, αμφισβητούν σήμερα το αυτονόητο δικαίωμα των προαιώνιων γηγενών κατοίκων της Μακεδονίας να αυτοαποκαλούνται Μακεδόνες. 
Έχουν και την απαίτηση να υποκύψουμε στον παραλογισμό τους.

Το δεύτερο που θα επιχειρήσουν οι Βυζαντινοί είναι η θρησκευτική ενοποίηση, καθώς ξέρουν ότι η θρησκεία αποτελεί στοιχείο πολιτικής ενοποίησης των πληθυσμών. Με τους σύγχρονους όρους αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικά του έθνους. Υπόψη ότι μέχρι τότε στη βαλκανική ενδοχώρα δεν είχε διαδοθεί ο χριστιανισμός. Επειδή η πειοψηφία των κατοίκων της Βαλκανικής δεν μιλούσε την ελληνική, αποφάσισαν να παραβιάσουν το «τρίγλωσσο» της Αγία Γραφής (Εβραϊκά, Ελληνικά, Λατινικά) και να την μεταφράσουν και στη Σλαβική. Για το λόγο αυτό επέλεξαν την διάλεκτο της Μακεδονίας, και συγκεκριμένα της Θεσσαλονίκης, αναθέτοντας αυτό το έργο στους Θεσσαλονικείς Κύριλλο και Μεθόδιο (860). Έτσι αρχίζει η φιλολογική καλλιέργεια της Μακεδονικής γλώσσας. Η χρήση, όμως, εκείνων των μεταφράσεων ήταν επόμενο να συμβάλει στην επιρροή της μακεδονικής πάνω στις άλλες σλαβικές γλώσσες, μεταξύ των οποίων και στη βουλγαρική. 
Η Μακεδονική, λοιπόν, στην πραγματικότητα έχει δώσει και δεν έχει πάρει από την καθαυτού βουλγαρική των Βουλγάρων πριν να έρθουν στα Βαλκάνια.

Η πολιτική συγκυρία, όμως, επιτάχυνε τις εξελίξεις.
Ο ηγεμόνας της Μεγάλης Μοραβίας (στη σημερινή Τσεχία), Ροστισλάβ, έσπασε το 850 κάθε μορφή εξάρτησης από το φραγκικό κράτος. Η δυναμική αντίδραση του ηγεμόνα της «Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας» των Φράγκων, Λουδοβίκου, δεν άλλαξε την κατάσταση, γιατί στις πολεμικές συγκρούσεις με το Ροστισλάβ οι φράγκοι ηττήθηκαν. Η επέκταση των μοραβών ως τον Τισσό ποταμό τους έφερε πλέον σε γειτονία με τους Βουλγάρους.
Προκειμένου να εξουδετερώσει τον μοραβικό κίνδυνο, ο ηγεμόνας της Βουλγαρίας, Μπόρις, ήλθε σε συνεννοήσεις με τους φράγκους, οι οποίες κατέληξαν τελικά, το 863, σε συμμαχία.
Η συμμαχία των γειτόνων Βουλγάρων με το αντίπαλο φραγκικό κράτος αποτελούσε για τους Μοραβούς ένα θανάσιμο κλοιό. Έτσι ο Ροστισλάβ αναγκάσθηκε να αναζητήσει στη βυζαντινή αυτοκρατορία μια αντίρροπη δύναμη κι ένα στήριγμα. Αποφάσισε λοιπόν να χρησιμοποιήσει τον εκχριστιανισμό των υπηκόων του ως ενοποιητικό στοιχείο κατά το πρότυπο του Βυζαντίου. Ο μοναδικός λόγος που επέλεξε τη βυζαντινή ορθοδοξία ήταν να αναχαιτίσει την επιρροή της καθολικής εκκλησίας στους υπηκόους του, κάτι που ευνοούσε τους Φράγκους. Έστειλε πρεσβεία στην Κωνσταντινούπολη και ζήτησε την αποστολή βυζαντινών επισκόπων για να διδάξουν τη χριστιανική θρησκεία στη γλώσσα του λαού του. Οι βυζαντινοί φυσικά άρπαξαν την ευκαιρία και έστειλαν τους Κύριλλο και Μεθόδιο. Έτσι οι Βούλγαροι βρέθηκαν σε δύσκολη θέση. Αυτό τους ανάγκασε να επιλέξουν και αυτοί το χριστιανισμό ως ενοποιητικό πολιτικό στοιχείο και τη συμμαχία με το Βυζάντιο. Τον εκχριστιανισμό τους ανέλαβαν οι ιδρυτές της Φιλολογικής Σχολής Οχρίδας Κλήμεντ και Ναούμ. Έτσι οι Βούλγαροι δέχονται μαζί με τον εκχριστιανισμό και γλωσσικές επιρροές της Μακεδονικής, με αποτέλεσμα η γλώσσα τους να απομακρυνθεί ακόμη περισσότερο από την μητρική τους τη βουλγαρική. Ο ηγεμόνας μάλιστα των Βουλγάρων Μπόρις βαπτίζεται το 867 με ανάδοχο τον ίδιο τον βυζαντινό αυτοκράτορα Μιχαήλ.
Έτσι δημιουργείται ένα κράτος που ονομάζεται βουλγαρικό, αν και οι Βούλγαροι αποτελούσαν μειοψηφία ακόμα και στην περιοχή μεταξύ Αίμου και Δούναβη. Η επίσημη γλώσσα αυτού του βουλγαρικού κράτους φυσικά αποκαλείται Βουλγαρική αν και ελάχιστη σχέση έχει με την καθαυτού βουλγαρική. Είναι η σλαβική διάλεκτος της περιοχής με επιρροές της καθαυτού βουλγαρικής και άλλων προϋπαρχόντων γλωσσικών στοιχείων. Έχει συγγένεια, όμως, με την Μακεδονική, από την οποία και έχει δεχθεί επιρροές και η οποία έχει ως βάση τη σλαβική διάλεκτο της Μακεδονίας με επιρροές της Κοινής Ελληνικής, της Λατινικής και φυσικά και άλλων προϋπαρχόντων γλωσσικών στοιχείων της Μακεδονίας.

Στους μετέπειτα βυζαντινο-βουλγαρικούς ανταγωνισμούς οι Βούλγαροι θα προσπαθούν να εκμεταλλευτούν την συγγένεια της γλώσσας τους με τις άλλες βαλκανικές σλαβικές γλώσσες ως ενοποιητικό στοιχείο των σλαβόφωνων. Οι Βυζαντινοί από τη πλευρά τους θα προσπαθούν να προβάλουν την Κοινή Ελληνική (την Ρωμαίϊκη) ως γλώσσα των ευαγγελίων και του πολιτισμού. Θα προπαγανδίζουν τη βάρβαρη καταγωγή των Βουλγάρων και την κατωτερότητα του πολιτισμού τους. Έτσι η έννοια «Βούλγαρος» θα πάρει τον χαρακτήρα επιθέτου που θα σημαίνει τον αμόρφωτο, τον άξεστο, τον απολίτιστο. Κάτι ανάλογο δηλαδή που συνέβη με την έννοια «γραικύλος», που προέρχεται μεν από το Γραικός (Έλληνας), αλλά για τους Δυτικούς σήμαινε τον αμόρφωτο, τον άξεστο, τον απολίτιστο
Το ίδιο συνέβη και με την έννοια «γύφτος», που είναι παραφθορά του Αιγύπτιος ή την έννοια «αράπης», που είναι παραφθορά του όρου Άραβας, αλλά την κολλάμε σε όλους τους μελαχρινούς και κυρίως στους μαύρους Αφρικανούς που δεν είναι Άραβες.
Την έννοια «βούλγαρος» οι Βυζαντινοί θα την κολλήσουν και στο Βασίλειο του Σαμουήλ που δημιουργήθηκε με έδρα τις Πρέσπες και την Οχρίδα (976-1018), αν και ο Σαμουήλ ήταν γόνος σλαβόφωνου βυζαντινού αξιωματούχου με Αρμένισσα μητέρα.
Την έννοια «βούλγαρος» θα την κολλήσουν αμέσως και στους Μπογκόμιλους, γιατί ήταν το κοινωνικοπολιτικό κίνημα που απειλούσε την φεουδαρχική εξουσία τους στα Βαλκάνια. Για να το φθείρουν έπρεπε να το παρουσιάσουν ως δημιούργημα που ταιριάζει μόνο στους απολίτιστους («βούλγαρους»). Εξάλλου και τα έθιμά τους τα χαρακτήριζαν χωριάτικα – επαρχιώτικα (παγανιστικά, από то λατινικό «pagan» που σημαίνει χωριάτης-επαρχιώτης).
Αυτό επιρρέασε και τους Δυτικούς αντιμπογκομίλους συμμάχους τους με αποτέλεσμα οι Μπογκόμιλοι να γίνουν γνωστοί στη Δύση, εκτός από τον ελληνικό όρο Cathars (Καθαροί) και ως "Bulgari". Μάλιστα είναι καταγραμμένη «αίρεση» με το όνομα «bulgarorum heresis» και οι οπαδοί της στη νότια Γαλλία είναι γνωστοί ως «bougres» (από το Bulgarus). Έτσι το «bougres» στη Γαλλία έμεινε να αποδίδεται στον διεστραμμένο, τον κατάπτυστο, τον έκφυλο - συνώνυμο του αγγλικού «Bastards» (μπάσταρδο).
Η υποτιμητική χροιά που απέδωσαν στον όρο «βούλγαρος» έχει διασωθεί και στις μέρες μας. Έχει γίνει αιτία να αποκαλούν «Βούλγαρους», οι νότιοι τους οπαδούς και τους παίκτες των ομάδων της Θεσσαλονίκης και ειδικά του ΠΑΟΚ. Αυτός είναι και ο λόγος που παρουσιάζουν την Μακεδονική γλώσσα ως διάλεκτο της Βουλγαρικής. Φυσικά αυτό εξυπηρετεί άριστα τη σοβινιστική πολιτική του σύγχρονου βουλγαρικού κράτους.
Το 1185 θα δημιουργηθεί το «Δεύτερο Βουλγαρικό κράτος» που είναι όμως Βουλγαρο-Βλαχο-Σλαβο-Κουμανο-Ρωαμαίικο κλπ. με επίσημη, όμως γλώσσα την μη βουλγαρική «Βουλγαρική».

Η περίπτωση των Βουλγάρων, που αν και δεν είναι σλάβικης καταγωγής έγιναν σλαβόφωνοι, είναι μια κλασική απόδειξη ότι η γλώσσα ενός λαού δεν σημαίνει και καταγωγή.

Ο τρίτος από τους εταίρους που συμμετείχαν στο μοίρασμα της Μακεδονίας το 1912-13, οι Σέρβοι, μέχρι το 1940 μας αποκαλούσαν Σέρβους και τη Μακεδονική γλώσσα διάλεκτο της Σερβικής. Εξ άλλου οι Μακεδόνες ήταν υπήκοοι του σερβικού κράτους πριν την κατάληψη της Μακεδονίας από τους Οθωμανούς. Ο αυτοκράτορας Ιωάννης ΣΤ’ Καντακουζηνός για να εξασφαλίσει τη συμμαχία του Σέρβου ηγεμόνα Στέφανου Δουσάν, του παραχώρησε τη Μακεδονία (πλην Θεσσαλονίκης), τη Θεσσαλία και τη Δυτική Θράκη (Συμφωνία Σκοπίων 1342). Τρία χρόνια αργότερα ο Δουσάν ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας των Σέρβων και των Ρωμαίων με πρωτεύουσα τα Σκόπια, καθώς το Βυζάντιο έκανε συνθήκη ειρήνης με τους Οθωμανούς
Όταν οι Σέρβοι ηγεμόνες επικεφαλής πολυεθνικού βαλκανικού στρατού μάχονταν κατά των Οθωμανών για να μη περάσουν τον Έβρο (1371) οι Βυζαντινοί ήταν σύμμαχοι των Οθωμανών.

Όταν μετά από αιώνες άρχισε η χειραφέτηση των Βαλκανικών λαών λόγω Διαφωτισμού και κατάρρευσης της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, κάποιοι δεν αρκέσθηκαν στην απελευθέρωσή τους, αλλά επιδίωξαν και την επιβολή τους πάνω σε άλλους. Για το σκοπό αυτό επικαλέστηκαν ιστορικά δικαιώματα που απέρρεαν από πολυεθνικές γλώσσες, αυτοκρατορίες και βασίλεια. Η ιστορική αλήθεια, όμως, δεν δίνει δικαίωμα σε κανέναν να ιδιοποιείται ούτε την πολυεθνική Κοινή Ελληνική γλώσσα ή το πολυεθνικό Βυζάντιο ή τα πολυεθνικά Βασίλεια «Σέρβων και Ρωμαίων», «Βουλγάρων και Ρωμαίων», ούτε τη συγγένεια της σύγχρονης Βουλγαρικής γλώσσας με τη σύγχρονη Μακεδονική.
Οι ίδιοι οι Μακεδόνες, όπως θα σημειώσει ο Στρατής Μυριβίλης στο έργο του «Ζωή εν τάφω» (Αθήνα 1924, σ.104-5 και 1930, σ.206),
"Δε θέλουν να είναι μήτε 'Μπουλγκάρ', μήτε 'Σρρπ', μήτε 'Γκρρτς'. Μονάχα 'μακεντόν ορτοντόξ"