Τρίτη, 18 Ιανουαρίου 2011

Άννα Κομνηνή: Οι Διωγμοί των Βογομίλων της Κωνσταντινούπολης


Μια από τις βασικότερες πηγές πληροφόρησης για τους Μπογκομίλους είναι το βιβλίο Αλεξιάς που συνέγραψε η Άννα Κομνηνή (1083-1142).

Η Άννα ήταν το πρώτο παιδί του αυτοκράτορα Αλεξίου Α΄ (1081-1118) και από μικρή ηλικία βρισκόταν σε καθημερινή επαφή με τις ηγετικές μορφές της αυτοκρατορίας. Αυτό της έδωσε τη δυνατότητα να έχει άμεση σχέση με τα διαδραματιζόμενα στην Κωνσταντινούπολη, αλλά και να είναι δέκτης πληροφοριών, έστω και φιλτραρισμένων, σχετικών με τα τεκταινόμενα στην αυτοκρατορία.
Σε παιδική ηλικία την αρραβώνιασαν με τον Κωνσταντίνο Δούκα, νόμιμο διάδοχο του θρόνου, και πικράθηκε πολύ όταν διαλύθηκε ο αρραβώνας κι έγινε διάδοχος ο αδελφός της Ιωάννης. Όταν, το 1118, πέθανε ο Αλέξιος Α΄, η Άννα και η μητέρα της έκαμαν το παν για να εμποδίσουν τον Ιωάννη να τον διαδεχθεί και λίγο αργότερα, φαίνεται πως η Άννα ενεπλάκη σε μια απόπειρα δολοφονίας του αδελφού της. Το αποτέλεσμα ήταν να της επιβληθεί περιορισμός σε μοναστήρι. Εκεί μπόρεσε να ασχοληθεί με τη συγγραφή της ιστορίας της διακυβέρνησης του πατέρα της, χάριν του οποίου το βιβλίο πήρε το όνομα Αλεξιάς.

Στο βιβλίο περιγράφονται η άνοδος των Κομνηνών στην εξουσία του Βυζαντινού κράτους, οι μακροχρόνιοι πόλεμοι του Αλεξίου με τους αντιπάλους από τη Δύση και την Ανατολή, οι κατά καιρούς συνωμοσίες και δολοπλοκίες εναντίον του αυτοκράτορα, η διπλωματία του και η ικανότητά του να προσεταιρίζεται εχθρούς και να διαιρεί τους συμμάχους, η αυστηρή αντιμετώπιση των "αιρέσεων", ιδιαίτερα των Μπογκομίλων, οι σχέσεις και οι διαξιφισμοί του με την Εκκλησία και ο αγώνας της διαδοχής.
Στο 15ο κεφάλαιο η Άννα αναφέρεται στους διωγμούς κατά των Μπογκομίλων.
Αποφεύγει βέβαια να αναφερθεί στις απόψεις τους, για το λόγο ότι με τη διακίνηση του βιβλίου της θα διακινούνταν και οι απόψεις των Μπογκομίλων, που, όπως λέει και η ίδια, είχαν μεγάλη απήχηση ακόμα και στον λαό της ίδιας της πρωτεύουσας.
Αποφεύγει επίσης να αναφέρει ότι ο Μπογκομιλισμός είχε και κοινωνικοπολιτικό χαρακτήρα, τα οποία κυρίως ενοχλούσαν την Βυζαντινή ολιγαρχία και ότι οι Μπογκόμιλοι πρωτοστάτησαν επανειλημμένα σε λαϊκές εξεγέρσεις κατά του αυτοκράτορα πατέρα της και μάλιστα το 1090 σε συνεργασία με τους Πετσενέγους απείλησαν την ίδια την Κωνσταντινούπολη.
Το γεγονός ότι αχολήθηκε ο ίδιος ο αυτοκράτορας με τον Μπογκομιλισμό, δείχνει και το μέγεθος της εξάπλωσής του, αλλά και το λόγο που αυτός ήταν ανοχλητικός για την αυταρχική εξουσία του και το Ορθόδοξο ιερατείο.

Η ίδια η περιγραφή της Άννας δείχνει και το πραγματικό χαρακτήρα της Βυζαντινής εξουσίας, αλλά και την ωμή και βίαιη επιβολή του Ρωμαιορθόδοξου δόγματος στους υπηκόους της αυτοκρατορίας.
Τους διωγμούς που εξαπέλυσαν οι Ρωμαίοι κατά των πρώτων χριστιανών, εξαπολύει τώρα το Βυζάντιο κατά των Μπογκομίλων.
Το κορυφαίο στέλεχος των Μπογκομίλων, ο Βασίλειος, εκβιάζεται να απαρνηθεί τα πιστεύω του, φυλακίζεται, βασανίζεται και τελικά ρίχνεται ζωντανός στην πυρά. Οι μαθητές του, όχι μόνο δεν μπορούν να συνεχίσουν τη διδασκαλία του Μπογκομισμού, όπως οι μαθητές του Ιησού, αλλά και περνάνε το υπόλοιπο της ζωής τους στη φυλακή.

Οι Μπογκόμιλοι υπερασπίζονταν τον πραγματικό χριστιανισμό και κατηγορούσαν το ιερατείο ότι είχε ξεφύγει τελείως από τις αρχές του. Αυτός ήταν και ο πραγματικός λόγος των διωγμών που εξαπολύθηκαν εναντίον τους.
Τα κατάλοιπα εκείνου του διεφθαρμένου Βυζαντινού καθεστώτος, μέρος του οποίου ήταν και το ιερατείο, μετακόμισε και έγινε καθεστώς στην σύγχρονη Ελλάδα και με την μαύρη προπαγάνδα δημιούργησε την ψευδή εικόνα που έχουν οι Νεοέλληνες για την «Ορθοδοξία» τους και τον Μπογκομιλισμό.


Η Άννα Κομνηνή γράφει για τους Μπογκόμιλους
και τη Βυζαντινή Ιερά Εξέταση:


15.8.1. Μετά απ' αυτά, κατά το έτος [...] της βασιλείας του, σηκώνεται μέγα νέφος αιρετικών. Το είδος της αιρέσεως ήταν νέο, ολωσδιόλου άγνωστο ως τότε στην Εκκλησία. Δύο δόγματα κάκιστα και φαυλότατα, γνωστά στην Εκκλησία από παλιά, είχαν αναμειχθεί μεταξύ τους: η ασέβεια, θα 'λεγε κανείς, των Μανιχαίων, την οποία έχουμε ονομάσει και αίρεση των Παυλικιανών, και η αχρειότητα των Μασσαλιανών. Αυτό είναι το δόγμα των Βογομίλων: ένα σύμφυρμα των Μασσαλιανών και των Μανιχαίων. Καθώς φαίνεται, υπήρχε και πριν από τα χρόνια του πατέρα μου, αλλά παρέμεινε κρυμμένο, γιατί είναι άφθαρτο το γένος των Βογομίλων στο να υποκρίνεται την αρετή. Ούτε ίχνος κοσμικού δεν θα συναντήσεις μεταξύ τους, το κακό είναι κρυμμένο κάτω από το ράσο και το καλλυμαύχι. Ο Βογόμιλος είναι πάντα σκυθρωπός και κουκουλωμένος ως τ' αυτιά, βαδίζει σκυφτός και μουρμουρίζει μες στό στόμα του, μέσα του είναι αιμοβόρος σάν λύκος.

2. Αυτό ακριβώς το φρικαλέο γένος, που ήταν φωλιασμένο σαν φίδι στην τρύπα του, με κάποιο μυστηριώδες σφύριγμα το μάγεψε ο πατέρας μου και το έβγαλε στο φως. Γιατί τώρα που είχε κάπως απαλλαγεί από τις φροντίδες των πολέμων σ' Ανατολή και Δύση, επιδόθηκε περισσότερο στά πνευματικά ζητήματα. Η αλήθεια είναι ότι ξεχώριζε απ' όλους σε όλα: στους διδακτικούς λόγους ξεπερνούσε τους ειδικευμένους στην τέχνη του λόγου, στις μάχες και στη στρατηγική ικανότητα υπερείχε απ' τους πιο θαυμαζόμενους πολεμιστές.

3. Ήδη η φήμη των Βογομίλων είχε εξαπλωθεί παντού: ένας κάποιος μοναχός Βασίλειος, ικανότατος στο να εκμεταλλεύεται την ασέβεια των Βογομίλων, μαζί με δώδεκα μαθητές του, τους οποίους και ονόμαζε αποστόλους, και κάποια γύναια κακοήθη και παμπόνηρα που είχε προσηλυτίσει, διέδιδε παντού το μίασμα τής κακίας, τό κακό, σαν φωτιά που απλώνεται, είχε διαφθείρει πλήθος ψυχές. Κάτι τέτοιο δεν μπορούσε να το ανεχθεί η ψυχή του βασιλιά που προστάζει να ερευνηθούν τα σχετικά με την αίρεση. Μερικοί Βογόμιλοι οδηγήθηκαν στά ανάκτορα κι όλοι κατήγγελλαν κάποιον Βασίλειο ως κορυφαίο και πρωτοστάτη της βογομιλικής αίρεσης. Μεταξύ αυτών που είχαν συλληφθεί ήταν και κάποιος Διβλάτιος που αρνιόταν ν' απαντήσει στις ερωτήσεις. Τον υπέβαλαν λοιπόν σε βασανιστήρια κι αμέσως κατονόμασε τον εν λόγω Βασίλειο και όσους εκείνος είχε προχειρίσει αποστόλους. Ο αυτοκράτορας τότε έστειλε πολλούς ανθρώπους να ψάξουν να τον βρουν. Και να που βγαίνει στο φως ο αρχισατράπης του Σαταναήλ Βασίλειος με ένδυμα μοναχού, κάτισχνο πρόσωπο, αραιό γένι, ανάστημα ψηλό.

4. Αμέσως ο αυτοκράτορας στέλνει να τον φωνάξουν με κάποιο ευσεβές πρόσχημα. Κάνει τα πάντα για να τον παρασύρει με πειθαναγκασμό να αποκαλύψει τις μυστικές του σκέψεις: σηκώνεται απ' τη θέση του να τον υποδεχθεί, του προσφέρει κάθισμα, τον καλεί ακόμα και να καθίσει στο τραπέζι, αμολάει όλη την πετονιά για να τον ψαρέψει, σκεπάζει καλά το αγκίστρι του με κάθε λογής δολώματα και τα δίνει στο παμφάγο εκείνο κήτος να τα χάψει, μεταχειρίζεται παντοίους τρόπους για να καταφέρει τον μοναχό εκείνον (πλην πολλαχό στην κακία) να καταπιεί το χάπι υποκρινόμενος πως θέλει να γίνει μαθητής του κι όχι μόνο αυτός, αλλά κι ο αδελφός του, ο σεβαστοκράτωρ Ισαάκιος, κάνει πως δέχεται τα λόγια του σαν μαντείου χρησμούς και υπόσχεται να τον υπακούει σε όλα φτάνει να μεσολαβούσε (ο κάκιστος εκείνος Βασίλειος!) για τη σωτηρία της ψυχής του. «Εγώ, σεβασμιότατε πάτερ», του έλεγε ο βασιλιάς ζαχαρώνοντας το χάπι για να ξεράσει ο δαιμονισμένος την παραφροσύνη του, «θαυμάζω την αρετή σου• έχω όμως την αξίωση να αντιληφθώ πλήρως τα δόγματα της σεβασμιότητάς σου μια και τα δικά μας είναι φαύλα και καθόλου δεν οδηγούν στην αρετή». Στην αρχή ο Βασίλειος έκανε τον ανήξερο και καλυπτόταν από παντού με τη λεοντή —εκείνος που δεν ήταν παρά ενας γάιδαρος— και πηδούσε στο πλάι για να μην πέσει στην παγίδα των λόγων, αλλά σιγά σιγά αποχαυνωνόταν με τους επαίνους, γιατί ακόμα καί ομοτράπεζο τον έκαμε ο βασιλιάς έχοντας μάλιστα κοντά του τον αδελφό του και σεβαστοκράτορα που έπαιζε κι εκείνος το ρόλο του στο έργο.

5. Τέλος ο Βασίλειος ξέρασε τα δόγματα της αιρέσεως. Με ποιό τρόπο; Ένα παραπέτασμα χώριζε τον γυναικωνίτη από το δωμάτιο όπου βρίσκονταν οι βασιλείς με τον βδελυρό εκείνον που ξερνούσε τα πάντα λέγοντας αναφανδόν όσα είχε στην ψυχή του, πίσω από το παραπέτασμα βρισκόταν ο γραμματέας που κατέγραψε τα λεγόμενα. Κι ενώ ο ανόητος εκείνος ήταν φαινομενικά ο δάσκαλος κι ο βασιλιάς έπαιζε τον μαθητή, ο υπογραμματέας κατέγραφε τη διδασκαλία. Όλα, και τα ρητά και τα άρρητα, τα αράδιασε ο θεοκατάρατος εκείνος άνθρωπος, κανένα θεομίσητο δόγμα δεν παρέλειψε, αλλά και τη θεολογία μας παρέβλεψε κι όλη τη διοίκηση της Εκκλησίας συκοφάντησε και τους ναούς, αλίμονο, τους ιερούς ναούς μας, ονόμασε ενδιαιτήματα δαιμόνων και για το άγιο μυστήριο που τελούμε, για το σώμα και το αίμα Εκείνου που είναι ο πρώτος Αρχιερέας και το πρώτο θύμα, μίλησε με περιφρόνηση χαρακτηρίζοντάς το ως ανοησία.

6. Τι έγινε ύστερα; Απορρίπτει τη μάσκα ο βασιλιάς κι ανοίγει το παραπέτασμα, και συγκεντρώνονται όλοι οι συγκλητικοί κι όλοι οι ανώτεροι στρατιωτικοί και η σύνοδος της Εκκλησίας. Στον πατριαρχικό θρόνο της βασιλεύουσας ήταν τότε προκαθήμενος ο εν πατριάρχαις μακαριότατος Νικόλαος ο Γραμματικός. Αναγνώστηκαν τα θεοστυγή δόγματα και αποδείχτηκε αδιαμφισβήτητα η ενοχή του Βασιλείου. Κι ο ίδιος όμως όχι μόνο δεν αρνήθηκε την κατηγορία, αλλά και προχώρησε παρευθύς σε απροκάλυπτες αντιλογίες διαβεβαιώνοντας πως ήταν έτοιμος ν' αντιπαραταχθεί και στην πυρά και στη μαστίγωση και σε μύριους θανάτους. Κάτι τέτοιο πιστεύουν οι παραπλανημένοι αυτοί Βογόμιλοι: πως μπορούν να υποστούν χωρίς πόνο κάθε τιμωρία γιατί τάχα οι άγγελοι θα τους αρπάξουν ακόμα κι από την πυρά. Όσο κι αν τον ονείδιζαν όλοι για την ασέβειά του, ακόμα κι εκείνοι που είχαν ακολουθήσει μαζί του την οδό της απωλείας, ο Βασίλειος παρέμενε ο ίδιος, αμετανόητος, Βογόμιλος γνησιότατος. Ας τον απειλούσε η πυρά, ας τον απειλούσαν κι άλλα μαρτύρια, αυτός παρέμενε προσκολλημένος στον δαίμονα, σε σφιχτό εναγκαλισμό με τον Σαταναήλ του. Τον έκλεισαν στη φυλακή και πολλές φορές τον οδήγησαν μπροστά στον βασιλιά και πολλές φορές εκείνος τον παρακάλεσε ν' απαρνηθεί την ασεβή του πίστη, μα άδικα: τηρούσε πάντα την ίδια στάση απέναντι στις παρακλήσεις του βασιλιά.

7. Αλλ' ας μην αντιπαρέλθουμε κάτι τερατώδες που του συνέβη προτού ο βασιλιάς αρχίσει να τον μεταχειρίζεται με αυστηρότητα. Μετά την ομολογία της ασεβείας του είχε εγκατασταθεί προσωρινά σ' ένα σπιτάκι κοντά στο παλάτι που το είχαν πρόσφατα ετοιμάσει για κείνον. Ήταν το βράδυ μετά τη σύγκληση της συνόδου. Τ' αστέρια έλαμπαν σ' έναν ασυννέφιαστο ουρανό κι η βραδιά ήταν φεγγαρόλουστη. Κατά τα μεσάνυχτα, καθώς ο μοναχός έμπαινε στο κελί του, άρχισαν αυτομάτως να πέφτουν πέτρες σαν χαλάζι πάνω στο κελί. Κανένα χέρι δεν τις έριχνε ούτε κανένας άνθρωπος λιθοβολούσε τον δαιμονισμένο εκείνον αβά• ήταν, καθώς φαίνεται, η εκδίκηση των οργισμένων δαιμόνων του Σαταναήλ που είχαν αγανακτήσει εναντίον του επειδή είχε προδώσει στον βασιλιά τα μυστήριά τους, πράγμα που θα προκαλούσε φοβερό διωγμό εναντίον της πλάνης. Κάποιος άνθρωπος ονόματι Παρασκευιώτης, που είχε αναλάβει να φρουρεί τον δαιμονισμένο εκείνον γέροντα για να τον εμποδίζει να επικοινωνεί με άλλους ανθρώπους και να τους μεταδίδει το μίασμα, ορκιζόταν με τους πιο φρικτούς όρκους ότι είχε ακούσει τους κρότους από τις πέτρες που έπεφταν και καταγής και στα κεραμίδια, είχε δει τις πέτρες να πέφτουν βροχή για ώρα πολλή, αλλά δεν είχε δει πουθενά κανέναν να τις ρίχνει. Στον αυτόματο εκείνον λιθοβολισμό προστέθηκε κι ένας ξαφνικός σεισμός: έτρεμε η γη κι έτριζε η οροφή. Ο εν λόγω Παρασκευιώτης, προτού υποψιαστεί ότι συνέβαινε κάτι δαιμονικό, διατηρούσε, καθώς έλεγε ο ίδιος, την ψυχραιμία του, βλέποντας όμως πως έβρεχε πέτρες, που λέει ο λόγος, από ψηλά κι ότι εκείνο το γερόντιο είχε χωθεί μέσα κι έμενε εκεί αποκλεισμένο, απέδωσε το φαινόμενο σε κάποιους δαίμονες και τότε πια τα 'χασε ολωσδιόλου.


15.9.1
Αυτά λοιπόν για το τερατούργημα εκείνο• θα ήθελα βέβαια να εκθέσω τα πάντα για την αίρεση των Βογομίλων, αλλά «με κωλύει και αιδώς», όπως λέει κάπου η ωραία Σαπφώ, γιατί δεν είμαι μόνο συγγραφέας, αλλά και γυναίκα και πορφυρογέννητη, το πιο τιμημένο και το πρώτο από τα βλαστάρια του Αλεξίου• ορισμένα πράγματα που φτάνουν στ' αυτιά πολλών ανθρώπων καλύτερα να τα παρασιωπώ. Όσα κι αν επιθυμώ να γράψω για να εξηγήσω καταλεπτώς την αίρεση των Βογομίλων, τα αντιπαρέρχομαι για να μη μολύνω τη γλώσσα μου.
Όσους θέλουν να μελετήσουν την όλη αίρεση τούς παραπέμπω στο βιβλίο με τον τίτλο «Δογματική πανοπλία» που έχει συντεθεί κατ' επιταγήν του πατέρα μου. Ο αυτοκράτορας είχε τότε καλέσει έναν μοναχό oνόματι Ζυγαβηνό, γνωστό στη δέσποινα και προς μητρός μάμμη μου και σ' όλους τους ανώτερους κληρικούς, που είχε φτάσει στις κορυφές της φιλολογίας χωρίς να παραμελήσει και τη ρητορική κι επίσης κατείχε όσο κανείς άλλος τα δογματικά ζητήματα, και τον πρόσταξε να εκθέσει όλες τις αιρέσεις, καθεμιά χωριστά, παραθέτοντας σε καθεμιά τις ανασκευές των άγιων πατέρων και βέβαια να εκθέσει και των Βογομίλων την αίρεση, όπως την εισηγήθηκε ο ασεβής εκείνος Βασίλειος. Το έργο αυτό ο αυτοκράτορας το ονόμασε «Δογματική πανοπλία» κι έτσι τιτλοφορείται ως τώρα το βιβλίο.

2. Αλλ' ας επιστρέψουμε στα συμβάντα που οδήγησαν στη θανάτωση του Βασιλείου. Ο αυτοκράτορας κάλεσε τους απανταχού γης οπαδούς και προσήλυτους του Βασιλείου και κυρίως τους δώδεκα λεγόμενους μαθητές και δοκίμασε και αυτών τις γνώμες• και αποδείχτηκαν πραγματικοί μαθητές του Βασιλείου. Πράγματι, το κακό είχε εισχωρήσει και στα πιο μεγάλα σπίτια και μεγάλο πλήθος είχε προσβάλει το μίασμα. Γι' αυτό λοιπόν καταδίκασε στην πυρά τους αλλόθρησκους — τόσο τον κορυφαίο όσο και τον χορό. Όταν όμως συγκεντρώθηκαν όλοι οι κατηγορούμενοι ως Βογόμιλοι, άλλοι απ' αυτούς υποστήριζαν την αίρεσή τους κι άλλοι την αποκήρυσσαν εντελώς διαμαρτυρόμενοι σθεναρά εναντίον των κατηγόρων τους και καταδικάζοντάς την με αποτροπιασμό. Ο αυτοκράτορας δεν ήταν βέβαια διατεθειμένος να τους πιστέψει, αλλά και δεν ήθελε να καταδικαστεί κατά λάθος κανένας Χριστιανός ως Βογόμιλος κι ούτε να ξεφύγει κάποιος Βογόμιλος ως δήθεν Χριστιανός, γι' αυτό και επινόησε έναν πρωτότυπο τρόπο, με τον οποίο θα αναγνωρίζονταν σαφώς οι όντως Χριστιανοί.

3. Την επομένη λοιπόν κάθισε στον βασιλικό θρόνο. Παρευρίσκονταν πολλοί τόσο από τη σύγκλητο όσο κι από την ιερά σύνοδο κι επίσης επιφανείς Ναζιραίοι [ενν. μοναχοί] που διακρίνονταν για τη σοφία τους. Όλοι οι κατηγορούμενοι για βογομιλική αίρεση οδηγήθηκαν στη μέση κι ο αυτοκράτορας πρόσταξε να ερωτηθούν ένας ένας ακόμα μια φορά. Αλλά και πάλι ορισμένοι ομολογούσαν πως είναι Βογόμιλοι και υπεράσπιζαν με φανατισμό την αίρεσή τους, ενώ άλλοι την αρνούνταν ολωσδιόλου ονομάζοντας τους εαυτούς τους Χριστιανούς και επιμένοντας σ' αυτό παρά τις αποδείξεις που προσήγαν οι άλλοι. Τότε ο βασιλιάς, ζαρώνοντας τα φρύδια, «Σήμερα», είπε, «πρέπει ν' ανάψουν δύο καμίνια: στο δάπεδο του ενός θα καρφωθεί ένας σταυρός κι ύστερα θα δοθεί δικαίωμα εκλογής σε όλους: όποιοι θέλουν να πεθάνουν σήμερα ως Χριστιανοί θα χωριστούν από τους άλλους και θα προσέλθουν στο καμίνι με το σταυρό• όσοι παραμένουν σταθεροί στη βογομιλική αίρεση θα ριχτούν στο άλλο. Είναι καλύτερο να πεθάνει κανείς ως Χριστιανός παρά να ζει καταδιωκόμενος ως Βογόμιλος προσβάλλοντας τις συνειδήσεις του κόσμου. Πηγαίνετε λοιπόν κι ας κατευθυνθεί ο καθένας σας όπου θέλει».

4. Αυτά αποφάνθηκε ο βασιλιάς και φαινομενικά έκλεισε την υπόθεση. Άρπαξαν αμέσως τους κατηγορούμενους και τους απομάκρυναν μπροστά στα μάτια του πλήθους που συνέρρεε από παντού. Άναψαν ύστερα «καμίνους επταπλασίως», για να μιλήσω όπως ο μελωδός στο αποκαλούμενο Τζυκανιστήριον. Η φωτιά ανέβαινε ως τον ουρανό• στο ένα καμίνι στεκόταν ο σταυρός• οι ένοχοι μπορούσαν να διαλέξουν σε ποιο απ' τα δύο θα πήγαιναν με την ιδέα ότι όλοι θα καίγονταν. Βλέποντας πως ο θάνατος ήταν αναπόφευκτος, όσοι απ' αυτούς ήταν ορθόδοξοι κατευθύνθηκαν προς το καμίνι του σταυρού βέβαιοι πως τους περίμενε το μαρτύριο• οι δε αθεότατοι, παραμένοντας προσκολλημένοι στη μυσαρή αίρεση, στράφηκαν προς το άλλο.

5. Τη στιγμή που όλοι ανεξαιρέτως επρόκειτο να ριχτούν στην πυρά, όλοι οι παρευρισκόμενοι θλίβονταν για τους Χριστιανούς με την ιδέα πως τώρα πια θα τους έκαιγαν και καταφέρονταν έντονα εναντίον του βασιλιά επειδή δεν ήξεραν τι είχε κανονίσει. Μα να που μια βασιλική προσταγή προλαβαίνει τους δημίους και τους αποτρέπει από το εγχείρημα. Ο αυτοκράτορας, βεβαιωμένος τώρα εντελώς για την αθωότητά τους, άφησε ελεύθερους τους συκοφαντημένους εκείνους Χριστιανούς αφού προηγουμένως τους έδωσε πολλές συμβουλές• τους Βογομίλους τους έριξε και πάλι στη φυλακή, αφού ξεχώρισε από τους άλλους τους αποστόλους του ασεβούς Βασιλείου. Από τότε δεν παρέλειπε να τους καλεί καθημερινά για να τους διδάξει αυτοπροσώπως, συνιστώντας τους συνεχώς ν' απαρνηθούν τη μυσαρή θρησκεία τους. Επιπλέον έδωσε εντολή και σε μερικούς άλλους διακεκριμένους κληρικούς να τους επισκέπτονται καθημερινά και να τους διδάσκουν την ορθόδοξη πίστη παρακινώντας τους ν' αποκηρύξουν τη βογομιλική αίρεση. Μερικοί απ' αυτούς άλλαξαν στο καλύτερο κι απολύθηκαν από τη φυλακή κι άλλοι παρέμειναν φυλακισμένοι και πέθαναν μέσα στην κακοδοξία τους, χωρίς όμως να τους λείψει καθόλου ούτε η τροφή ούτε η ενδυμασία.

"Ούτε γαρ το πυρ κατεμάλαξε την σιδηράν αυτού ψυχήν..."

15.10.1 Τον Βασίλειο όμως, που ήταν όντως ο αρχηγός της αιρέσεως και ολωσδιόλου αμετανόητος, όλα τα διακεκριμένα μέλη της ιεράς συνόδου και οι επιφανείς μοναχοί κι ο ίδιος ο τότε πατριάρχης Νικόλαος τον έκριναν άξιο της πυράς. Μ' αυτούς συμφώνησε κι ο αυτοκράτορας γιατί πολλές φορές είχε συζητήσει μαζί του κι είχε διαγνώσει πόσο επικίνδυνος άνθρωπος ήταν και πόσο ήταν προσηλωμένος στην αίρεση. Πρόσταξε λοιπόν ν' ανάψουν στον Ιππόδρομο μια τεράστια φωτιά. Πρώτα έσκαψαν έναν πολύ βαθύ λάκκο κι ύστερα έφεραν πλήθος ξύλα, όλα δέντρα ψηλόκορμα, που, βαλμένα το ένα πάνω στ άλλο, σχημάτισαν ολόκληρο βουνό. Άναψαν τη φωτιά κι άρχισε λίγο λίγο να μαζεύεται κόσμος στο επίπεδο μέρος του Ιπποδρόμου και στα σκαλιά. Όλοι περίμεναν να δουν τι θα γινόταν. Απέναντι απ' τη φωτιά είχε στηθεί ένας σταυρός κι είχε δοθεί στον ασεβή το δικαίωμα επιλογής: αν τυχόν φοβόταν κι άλλαζε γνώμη θα μπορούσε να κατευθυνθεί προς τον σταυρό και τότε θ' αφηνόταν ελεύθερος.

2. Είχαν επίσης οδηγηθεί εκεί κι οι αιρετικοί όλοι για να δουν τον Βασίλειο, τον κορυφαίο τους. Όσο για κείνον, έδειχνε να καταφρονεί κάθε τιμωρία και κάθε απειλή• όσο στεκόταν μακριά από τη φωτιά, σάρκαζε και τερατολογούσε λέγοντας πως κάποιοι άγγελοι θα τον ανήρπαζαν μέσα από τις φλόγες κι έψαλλε χαμηλόφωνα το γνωστό Δαυιτικόν «Προς σεδε ουκ εγγιει• πλην τοις οφθαλμοις σου κατανοήσεις». Όταν όμως του άνοιξε χώρο ο κόσμος και μπόρεσε να δει ελεύθερα το φρικώδες εκείνο θέαμα της φωτιάς (από μακριά αισθανόταν την πύρα κι έβλεπε τις φλόγες ν' ανεβαίνουν και σαν να βροντάνε και τις σπίθες να πετάγονται ψηλά ως την κορυφή της λίθινης πυραμίδας που υψώνεται στο μέσο του Ιπποδρόμου), τότε ο θρασύς εκείνος άνθρωπος φάνηκε να δειλιάζει και να ταράζεται μπροστά στην πυρά. Σαν να τα είχε τελείως χαμένα, έστρεφε τo βλέμμα του πότε εδώ πότε εκεί, χτυπούσε τα χέρια, χτυπούσε τον μηρό του.

3. Αλλά και σ' αυτή την κατάσταση, μόνο να τον έβλεπες, έμοιαζε σκληρός σαν διαμάντι. Ούτε η πυρά κατάφερε να μαλάξει τη σιδερένια ψυχή του ούτε τα μηνύματα που του έστελνε ο αυτοκράτορας μπόρεσαν να τον δελεάσουν. Ίσως είχε ολωσδιόλου παραφρονήσει την ώρα εκείνη της μεγάλης ανάγκης και της συμφοράς και δεν ήταν σε θέση ν' αποφασίσει, μη μπορώντας καθόλου να ξεχωρίσει ποιο ήταν το συμφέρον του• μάλλον όμως ο διάβολος, που είχε κυριεύσει την ψυχή του, είχε σκορπίσει σ' αυτήν βαθύτατο σκότος. Σε κανένα φόβο, σε καμιά απειλή δεν αντιδρούσε ο κατάπτυστος εκείνος Βασίλειος, μόνο στεκόταν εκεί κοιτάζοντας σαν χαμένος μια την πυρά και μια τον κόσμο. Ήταν φανερό σε όλους πως είχε τρελαθεί: ούτε στη φωτιά ορμούσε ούτε πισωπατούσε καθόλου, μα έμενε παγωμένος και ακίνητος στην ίδια θέση όπου είχε σταθεί αρχικά. Ο κόσμος τώρα είχε αρχίσει να λέει διάφορα, οι μαγικές προφητείες του κυκλοφορούσαν πια από στόμα σε στόμα. Φοβήθηκαν τότε οι δήμιοι μην τυχόν ο Θεός επιτρέψει στους δαίμονες που προστάτευαν τον Βασίλειο να τελέσουν κάποια άνομη πράξη μαγείας• ίσως άρπαζαν τον άθλιο μεσ' απ' τις τόσες φλόγες για να τον μεταφέρουν σ' ένα πολυσύχναστο μέρος, όπου θα τον έβλεπε ο κόσμος σώο και αβλαβή, οπότε και θα γινόταν η έσχατη πλάνη χείρων της πρώτης. Αποφάσισαν λοιπόν να κάμουν ένα πείραμα.

4. Μια και εκείνος προφήτευε σημεία και τέρατα και καυχιόταν πως θα τον έβλεπαν να βγαίνει μέσ' απ' τις φλόγες σώο και αβλαβή, πήραν το μανδύα του κι είπαν: «Ας δούμε αν θα πάρουν φωτιά τα ρούχα σου», κι εύθύς έριξαν το μανδύα καταμεσής στο καμίνι». Τόση εμπιστοσύνη είχε ο Βασίλειος στον δαίμονα που τον παραπλανούσε, ώστε είπε: «Βλέπετε; Ο μανδύας σηκώθηκε και πετάει στον αέρα!» Τότε εκείνοι, που ήδη είχαν καταλάβει εξ όνυχος τον λέοντα, τον σήκωσαν και τον πέταξαν με τα ρούχα και τα παπούτσια καταμεσής στο καμίνι. Κι η φλόγα, σαν να ήταν οργισμένη εναντίον του, τόσο γρήγορα προχώρησε τρώγοντας τις σάρκες του ασεβούς, ώστε ούτε κνίσσα βγήκε καθόλου ούτε άλλαξε μορφή ο καπνός και μόνο μια λεπτή γραμμή καπνού φάνηκε ανάμεσα στις φλόγες. Γιατί και τα στοιχεία εξεγείρονται κατά των ασεβών• φείδονται όμως, για να πούμε την αλήθεια, των θεοφίλων, όπως κάποτε υποχωρούσαν και παραμέριζαν μπροστά στους θεοφιλείς εκείνους παίδας στη Βαβυλώνα και τους στεφάνωνε γύρω γύρω η φωτιά σαν χρυσαφένιος θάλαμος. Αλλά τον απαίσιο εκείνον Βασίλειο δεν είχαν καλά καλά προλάβει να τον πιάσουν αυτοί που τον είχαν σηκώσει κι η φλόγα φαινόταν να ορμάει μπροστά για ν' αρπάξει τον ασεβή. Όσο για τους άλλους που είχαν ακολουθήσει τον Βασίλειο στην οδό της απωλείας, το συγκεντρωμένο πλήθος, σφαδάζοντας από αγανάκτηση, απαιτούσαν να ριχτούν κι εκείνοι στην πυρά, αλλά ο βασιλιάς δεν το επέτρεψε και πρόσταξε να τους κλείσουν στις στοές και στους διαδρόμους των μεγίστων ανακτόρων. Μετά από αυτό τελείωσε η παράσταση, οι άθεοι μεταφέρθηκαν ύστερα σε άλλη ασφαλέστερη φυλακή κι αφού έζησαν κλεισμένοι εκεί αρκετό διάστημα, πέθαναν μέσα στην ασέβειά τους.

5. Γι' αυτό λοιπόν ήταν το ύστατο έργο και κατόρθωμα του αυτοκράτορα, αποκορύφωμα των μακροχρόνιων μόχθων και κατορθωμάτων του και συνάμα καινοτομία και τόλμη απίστευτη.

* Μετάφραση Αλόη Σιδέρη, Αλεξιάς, εκδ. Άγρα, 2005.

Τρίτη, 4 Ιανουαρίου 2011

Οι Φωτιές των Χριστουγέννων και οι Βογόμιλοι


Το έθιμο της Φωτιάς την προπαραμονή των Χριστουγέννων και την παραμονή της Πρωτοχρονιάς ασφαλώς είναι το πιο χαρακτηριστικό έθιμο της μακεδονικής λαϊκής παράδοσης. Το πανάρχαιο αυτό έθιμο τηρείται σε όλα σχεδόν τα μακεδονόφωνα και βλαχόφωνα χωριά και δήμους της Μακεδονίας, αλλά και σε πολλά ντόπια ελληνόφωνα της Κοζάνης, του Ρουμλουκιού, των Σερρών, της Χαλκιδικής κ.α., καθώς και σε μερικά θρακιώτικα.
Η κρατούσα εκκλησία της Ελλάδας διαδίδει ότι το έθιμο της φωτιάς συμβολίζει «τη φωτιά που άναψαν οι βοσκοί στη Βηθλεέμ για να ζεστάνουν το μικρό Χριστό».
Αυτό βέβαια δεν ευσταθεί, γιατί απλούστατα, αν ήταν έτσι, το ίδιο έθιμο θα το είχαν όλοι οι χριστιανοί, κάτι που δεν συμβαίνει.
Το έθιμο της Φωτιάς την προπαραμονή των Χριστουγέννων έχει σχέση με τις λαϊκές (παγανιστικές) εορταστικές εκδηλώσεις του χειμερινού ηλιοστασίου (21 Δεκεμβρίου).
Οι άνθρωποι όταν διαπίστωσαν την περίοδο που (περίπου) η μέρα έπαυε να λιγοστεύει και άρχιζε να αυξάνει και ο ήλιος άρχιζε να ανεβαίνει, το θεώρησαν θεϊκό γεγονός. Τότε άναβαν μεγάλες φωτιές και πανηγύριζαν τη «νίκη» του Θεού Ήλιου κατά των δυνάμεων του σκότους. Στις 25 Δεκεμβρίου τοποθετούνταν και η γέννηση του θεού Μίθρα που ήταν ταυτισμένος με τον Ήλιο. Υπόψη ότι η λατρεία του Μίθρα ήταν ευρύτατα διαδεδομένη στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία μέχρι τον 5ο αιώνα μ.Χ. Υποχώρησε μετά την ανακήρυξη του Χριστιανισμού ως επίσημης θρησκείας και την απαγόρευση του Μιθραϊσμού. Ανάγλυφο του Μίθρα, του 3ου μ.χ. αιώνα, βρέθηκε κοντά στις Θέρμες Ξάνθης. Παρόλα αυτά οι λαϊκές παραδόσεις δεν ήταν εύκολο να ξεριζωθούν, κάτι που ανάγκασε τον αυτοκράτορα και τους δεσποτάδες να υιοθετήσουν πολλές από αυτές. Έτσι μόλις κατά τον 4ο αιώνα όρισαν ως ημερομηνία εορτασμού της γέννησης του Ιησού την 25η Δεκεμβρίου για να αντικαταστήσουν τις σχετικές με το χειμερινό ηλιοστάσιο και τη γέννηση του Μίθρα λαϊκές παραδόσεις και δοξασίες με τη γέννηση του Ιησού. Εξάλλου ο Χριστιανισμός είχε πολλά κοινά στοιχεία με τον Μιθραϊσμό, όπως τα ιδανικά της ταπεινότητας και της αδελφοσύνης, το βάπτισμα, τη χρήση αγιασμένου νερού, το τελετουργικό της κοινωνίας, την υιοθέτηση της 25ης Δεκεμβρίου ως άγιας ημέρας (ημέρας γενεθλίων του Μίθρα, στη γέννηση του οποίου επίσης παραβρέθηκαν βοσκοί), και στα δόγματα της αθανασίας της ψυχής, της τελικής κρίσης και της ανάστασης.


Στη Μακεδονία και τη Θράκη, όμως, υπάρχουν και άλλα λαϊκά έθιμα που δεν υπάρχουν σε άλλες περιοχές. Είναι το έθιμο του Κορμπανιού, τα Τζαμαλάρια (καρναβάλια), η Πυροβασία κλπ..

Κορμπάνι είναι το έθιμο της σφαγής κάποιου ζώου -συνήθως μοσχαριού- και της διανομής του, ωμού ή μαγειρεμένου, σε όλους τους κατοίκους. Πραγματοποιείται κυρίως κατά την εορτή του Αγίου Αθανασίου (18 Ιανουαρίου). Για την αγορά του, συνεισέφεραν χρήματα ή προϊόντα όλοι οι κάτοικοι του χωριού.
Η λέξη κορμπάν έχει αραμαϊκή προέλευση και σημαίνει κοινό ταμείο. Στα νεοελληνικά προφέρεται ως κορβανάς και σημαίνει επίσης κοινό ταμείο, αλλά κυρίως το δημόσιο ταμείο (κρατικός κορβανάς).
Το έθιμο πράγματι είναι κατάλοιπο του κοινοβιακού τρόπου ζωής που χαρακτήριζε το κοινωνικοθρησκευτικό κίνημα των Μπογκομίλων (στα ελληνικά αναφέρονται ως Βογόμιλοι). Κατάλοιπα των κοινοβιακών εκδηλώσεων των Μογκομίλων είναι και τα Τζαμαλάρια (καρναβάλια) που επίσης είναι χαρακτηριστικό έθιμο της Μακεδονίας. Πιο γνωστά είναι τα Τζαμαλάρια της Καστοριάς (Ραγκουτσάρια) και της Νάουσας (Γενίτσαροι και Μπούλες), οι Μπαμπούγεροι. Η λέξη Ραγκουτσάρια είναι παραφθορά της λέξης Ντραγκουτσάροι. (ντραγκ στα μακεδονικά σημαίνει αγαπητός, καλός). Μία από τις ονομασίες με τις οποίες είναι γνωστοί οι Μπογκόμιλοι είναι Ντραγκουβίτες που στα μακεδονικά προφερόταν Ντραγκουτσάροι. Μπούλα στα μακεδονικά της Νάουσας-Έδεσσας είναι η πολύ ωραία νύφη.

Οι Mπογκόμιλοι

Μπόγκα στα μακεδονικά σημαίνει θεός και μίλοι σημαίνει αγαπητοί. Στα ελληνικά δηλαδή θα λέγαμε τους Μογκόμιλους, Θεαγάπητους ή Θεόφιλους.
Η προπαγάνδα της κρατικοδίαιτης εκκλησίας έχει δημιουργήσει την εντύπωση ότι ο Μπογκομιλισμός ήταν μια από τις «αιρέσεις» του χριστιανισμού η οποία αφορίστηκε από την «Ορθόδοξη» εκκλησία και έσβησε. Στην πραγματικότητα, όμως, ήταν ένα πολιτικοθρησκευτικό κίνημα που έπαιξε σοβαρότατο ιστορικό ρόλο στα Βαλκάνια από τον 9ο έως τον 15ο αιώνα.

Η κρατούσα στη Βυζαντινή αυτοκρατορία εκκλησία είχε ταυτιστεί με το φεουδαρχικό καθεστώς και απολάμβανε τα υλικά αγαθά που αυτό της προσέφερε. Από την πλευρά της η αυτοκρατορική εξουσία απαγόρευε και καταδίωκε όλα τα άλλα θρησκευτικά δόγματα και επέβαλε δια της βίας το εξαρτημένο από αυτήν δόγμα του ορθόδοξου ιερατείου. Το ιερατείο ανταπέδιδε στην πολιτική εξουσία αυτές τις παροχές, υποστηρίζοντας το δόγμα της εκ θεού εκπορευόμενης εξουσίας των αυτοκρατόρων πάνω στη γη και τους ανθρώπους και μέσω της θεοφοβίας καλλιεργούσε την υποτακτικότητα των υπηκόων. Χαρακτηριστική είναι η συχνή επανάληψη του ψαλμού «Σώσον κύριε τον λαόν σου και ευλόγησον την κληρονομίαν σου, νίκας τοις βασιλεύσι κατά βαρβάρων δωρούμενος και το σόν φυλάττον δια του σταυρού σου πολίτευμα». Το πολίτευμα βέβαια που εξυμνούσαν ήταν μοναρχικό, φεουδαρχικό και δουλοκτητικό. Εξ άλλου μεγάλο μέρος των δυσβάστακτων φόρων πήγαινε στην εκκλησία. Έτσι η δυσαρέσκεια των λαών κατά της πολιτικής εξουσίας στρεφόταν και κατά της ταυτισμένης με αυτήν εκκλησιαστικής εξουσίας.

Οι Μπογκόμιλοι υποστήριζαν ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι απέναντι στο Θεό και ότι από τον Θεό δεν πηγάζει καμία εξουσία ανθρώπων πάνω σε ανθρώπους. Η γη ανήκει σε όλους και όχι στους φεουδάρχες, τους ηγεμόνες και την εκκλησία.
Αμφισβητούσαν, δηλαδή, την εκ Θεού εξουσία των βασιλιάδων και των δεσποτάδων. Απέρριπταν την ιεραρχία της κρατούσας εκκλησίας, την απόδοση τιμής στις ιερές εικόνες, στο σταυρό και τα ιερά λείψανα —τα οποία θεωρούσαν ειδωλολατρία— και στους αγίους. Δεν αποδέχονταν τα εκκλησιαστικά μυστήρια, τον νηπιοβαπτισμό, την Θεία Ευχαριστία και τα δόγματα περί Αειπάρθενου και Θεοτόκου της μητέρας του Ιησού Χριστού. Απέρριπταν γενικά αυτά που θεωρούσαν ως κοσμική και εκκλησιαστική εξουσία καθώς πίστευαν ότι έχουν ανθρώπινη προέλευση. Θεωρούσαν τους ναούς της επίσημης Εκκλησίας ως κατοικίες δαιμόνων.
Κατηγορούσαν το «Ορθόδοξο» ιερατείο ότι έχει ξεφύγει τελείως από τις αρχές του πραγματικού χριστιανισμού και ότι τον χρησιμοποιούν για να ασκούν κοσμική εξουσία και να εκμεταλλεύονται τους ανθρώπους.

Οι ίδιοι άρχισαν να ζουν και να συμπεριφέρονται σαν τους χριστιανούς των πρωτοχριστιανικών χρόνων και να δημιουργούν παρόμοιους κοινοβιακούς θεσμούς. Σπίτια για τις οικογένειες έφτιαχναν από κοινού, όπως και μαντριά, αποθήκες, δρόμους, υδραγωγεία κλπ. Δημιουργούσαν δηλαδή μια κοινωνία αλληλεγγύης. Κατάλοιπο εκείνου του θεσμού ήταν η Ζάντρουγκα που υπήρχε ακόμα στη Μακεδονία μέχρι τα μέσα του περασμένου αιώνα. Ήταν η πλατιά οικογένεια των συγγενών της οποίας αρχηγός ήταν ο Ντέντος (παππούς). «Ζα» στα μακεδονικά σημαίνει «για» και «νρουγκ» σημαίνει τον «άλλον». Ζάντρουγκα, δηλαδή, σημαίνει «για τον άλλον». Με μια λέξη θα το λέγαμε αλληλεγγύη.

Αντίθετα από τις τελετουργίες του βυζαντινού ιερατείου, οι Μπογκόμιλοι έκαμναν συνάξεις τα βράδια, όπου συζητούσαν θεολογικά και φιλοσοφικά ζητήματα. Διοργάνωναν συχνά γιορτές με κοινά γεύματα για όλους, όπου τραγουδούσαν, χόρευαν γύρω από μεγάλες φωτιές, διοργάνωναν σατιρικές παραστάσεις ή μεταμφιέζονταν όλοι (Τζαμαλάρια ή Καρναβάλια), ασκούνταν στην πυροβασία και άλλες παραδοσιακές εκδηλώσεις διονυσιακού και βακχικού τύπου. Στις σατιρικές εκδηλώσεις περιγελούσαν τους πλούσιους και τους δεσποτάδες με τα ακριβά και φανταχτερά ρούχα και τις θεατρικές αμφιέσεις και τελετουργίες της εκκλησίας. Μέρος εκείνων των μεταμφιέσεων ήταν και η παταρίτσα με την οποία περιγελούσαν το καλογιαλισμένο κοντάρι που κρατούσαν οι βασιλιάδες και οι δεσποτάδες (ποιμαντική ράβδος) ως σύμβολο εξουσίας. «Πατ» στα μακεδονικά είναι ο δρόμος και παταρίτσα ήταν το μπαστούνι που υποβοηθούσε τους οδοιπόρους στην πεζοπορία τους. Οι δεσποτάδες το έκαναν πατερίτσα για να φαίνεται ότι έχει ρίζα το πάτερ. Η τρίτη μέρα των (Ντ)ραγκουτσαρίων της Καστοριάς είναι αφιερωμένη σε εκείνη την Παταρίτσα.
Κατάλοιπο του κοινοβιακού τρόπου κοινωνικής οργάνωσης των Μπογκομίλων, που στηρίζονταν στο κοινό ταμείο (Κορμπάν), είναι το έθιμο του Κορμπανιού και της συγκέντρωσης ξύλων για τις φωτιές και τροφίμων από όλα τα σπίτια, όπως και της διοργάνωσης σατιρικών και πυρολατρικών εκδηλώσεων στα μακεδονικά και θρακικά χωριά.
Το αυτοκρατορικό Πατριαρχείο απαγόρευε τέτοιες εκδηλώσεις και τις χαρακτήριζε ειδωλολατρικές, ελληνικές («ελληνικώ τω τρόπω») και σατανικές.

Το σημαντικότερο, όμως, από όλα ήταν το ότι οι Μπογκόμιλοι παρακινούσαν τον κόσμο να μη πληρώνει φόρους, γιατί οι βασιλιάδες, οι γαιοκτήμονες και η εκκλησία αυθαίρετα κρατούσαν τη γη, η οποία ανήκει σε όλους, να μην υπακούει στους άρχοντες και να μη τους ακολουθεί στους πολέμους.

Ο εκφυλισμός του χριστιανισμού

Από τη γέννησή του ο χριστιανισμός εκ των πραγμάτων θα αντιμετώπιζε το δίλλημα της επιλογής μεταξύ πνευματικότητας και εκκοσμίκευσης. Οι μεγάλες θρησκείες της εποχής είχαν γίνει μεγάλες επειδή τις είχε επιβάλει κάποια μεγάλη πολιτική δύναμη. Ο Ιουδαϊσμός, του οποίου παρακλάδι ήταν ο Χριστιανισμός, από τη φύση του είχε το χαρακτήρα της αντίστασης κατά του ρωμαϊκής κατοχής, καταπίεσης και εκμετάλλευσης. Αμφισβητούσε την ελέω θεού αυτοκρατορική εξουσία, η οποία στηριζόταν στο ελληρωμαϊκό πάνθεο. Ο νεοεμφανιζόμενος χριστιανισμός μιλούσε για κοινωνική αλληλεγγύη, για δικαιοσύνη, για ισότητα, για τα δικαιώματα των αδυνάτων. Εκείνον το χριστιανισμό καταδίωκε το ρωμαϊκό καθεστώς, γιατί υπονόμευε την υποτακτικότητα και ανοχή των υπηκόων του στην καταπίεση και την εκμετάλλευση.
Όταν άρχισε να δημιουργείται χριστιανικό ιερατείο άρχισε και ο εκφυλισμός του χριστιανισμού. Το ιερατείο αρχικά απέβαλε τα ενοχλητικά για την εξουσία χαρακτηριστικά του χριστιανισμού και άρχισε την συνεργασία μαζί του. Εκείνη η ανοχή εξασφάλισε την ανοχή του χριστιανισμού από τους Ρωμαίους και το σταμάτημα των διωγμών.
Από τις αρχές του 4ου μ.Χ. αιώνα το ιερατείο έκανε το επόμενο βήμα. Όχι μόνο σταμάτησε να αμφισβητεί τη ρωμαϊκή εξουσία, αλλά και της έδωσε την στήριξή του και ταυτίστηκε με αυτήν. Η αυτοκρατορική εξουσία ανταπέδωσε εκείνη τη στήριξη, επιβάλλοντας τον χριστιανισμό του ιερατείου ως επίσημης θρησκείας και απαγορεύοντας τις άλλες θρησκείες και κυρίως τα άλλα χριστιανικά ρεύματα. Η διαμόρφωση του χριστιανισμού πλέον γίνεται από τις Οικουμενικές Συνόδους, τις οποίες συγκαλούσε ο εκάστοτε αυτοκράτορας και των οποίων οι αποφάσεις αποτελούσαν μέρος του ρωμαϊκού δικαίου.


Κινήματα αντίστασης


Όπως ήταν αναμενόμενο, παράλληλα με την εκκοσμίκευση της εκκλησίας και την ταύτισή της με το φεουδαρχικό καθεστώς, άρχισε να αναπτύσσεται και η αντίδραση των πραγματικών χριστιανών. Αυτή η αντίδραση σε κάποιες περιπτώσεις συνδέονταν και με την αντίσταση των λαών κατά του φεουδαρχικού ρωμαϊκού καθεστώτος και την δημιουργία ισχυρότατων επαναστατικών κινημάτων. Τα σημαντικότερα από αυτά τα πολιτικοθρησκευτικά κινήματα ήταν εκείνο των Παυλικιανών στη Μ.Ασία και των Μπογκομίλων στα Βαλκάνια.

Όσα γνωρίζουμε γι’ αυτά προέρχονται κυρίως από τις συκοφαντικές επιθέσεις της κρατικής Ορθόδοξης εκκλησίας που τα χαρακτήρισε αιρέσεις, τα αφόρισε και τα καταδίωξε.
Αίρεση σημαίνει απόκλιση από ένα δόγμα ή ακόμα και κατάργηση. Ενώ η ρωμαϊκή (βυζαντινή) «Ορθόδοξη» εκκλησία είχε ξεφύγει τελείως από τον πραγματικό χριστιανισμό και είχε καταπιεί ολότελα το δόλωμα του διαβόλου, που είναι οι απολαβές της κοσμικής εξουσίας, κατηγορούσε για κάτι τέτοιο εκείνους που προσπαθούσαν να την επαναφέρουν στο σωστό δόγμα.

Οι Παυλικιανοί είχαν πολλά κοινά στοιχεία με αυτά που προανέφερα για τους Μπογκομίλους, τους οποίους φαίνεται να επηρέασαν, αφού προηγήθηκαν χρονικά. Το κίνημα των Παυλικιανών εμφανίστηκε κυρίως στη Μ.Ασία κατά τον 7ο αιώνα. Το όνομά τους πιθανόν να οφείλεται σε κάποιον από τους ηγέτες του ονόματι Παύλο αλλά πιθανόν να οφείλεται και στη λατινική λέξη πούμπλικους (publikus}, που σημαίνει δημόσιος, κοινός. Υποστήριζαν πράγματι ότι όλα είναι δημόσια, δηλαδή ανήκουν σε όλους και όχι στον αυτοκράτορα, τους ηγεμόνες και την εκκλησία, όπως υποστήριζαν εκείνοι. Παρακινούσαν το λαό σε απείθεια και αντίσταση και γι’ αυτό έγιναν στόχος επιθέσεων από το βυζαντινό κράτος και την εκκλησία. Εκτός από τους αφορισμούς και το κάψιμο των συγγραμάτων τους υπέστησαν επιθέσεις από τον βυζαντινό στρατό, σφάχτηκαν και ρίχτηκαν στην πυρά κατά χιλιάδες. Απέκτησαν όμως μεγάλη επιρροή στη Μ.Ασία και κατάφεραν να γίνουν κύριοι μεγάλων τμημάτων της. Μετέτρεψαν «Ορθόδοξους» ναούς σε αποθήκες και σταύλους και διασκόρπισαν τις «ιερές» εικόνες, τα λείψανα και τα άλλα είδωλα. Απέκρουσαν τις επιθέσεις του αυτοκρατορικού στρατού με τη βοήθεια των Μωαμεθανών φίλων τους ηγεμόνων της Κομαγηνής και έκαναν δικό τους κράτος με έδρα την Τεφρίκη της ανατολικής Μ.Ασίας.

Σε μια από τις εξεγέρσεις του αγροτικού πληθυσμού κυρίως της Μ.Ασίας και της λαϊκής τάξης των πόλεων ηγήθηκε ο πρώην βυζαντινός στρατηγός Θωμάς ο Σλάβος (821 μ.Χ). Οι επαναστάτες κυριάρχησαν σε όλη τη Μ.Ασία και πολυόρκησαν την Κωνσταντινούπολη. Ο αυτοκράτορας Μιχαήλ κάλεσε σε βοήθεια τον ηγεμόνα των Βουλγάρων Ομουρτάγκ, ο οποίος το 823 εκστράτευσε κατά των επαναστατών και έσωσε το προπύργιο του φεουδαρχισμού και του σκοταδισμού από τους επαναστάτες. Μετά από αυτό οι αυτοκράτορες εξαπέλυσαν νέο κύμα διώξεων κατά των Παυλικιανών. Τους μεγαλύτερους διωγμούς εξαπέλυσε η αυτοκράτειρα Θεοδώρα, σύζυγος του Θεόφιλου (829-842) και μητέρα κηδεμόνας του Μιχαήλ Γ’ (842-867).
Η Θεοδώρα επέβαλε την ειδωλολατρεία με την επαναφορά της εικονολατρείας και αντικατέστησε τον Πατριάρχη με δικό της εικονόφιλο. Εικόνες και λείψανα «αγίων», άγια ξύλα, κομποσκοίνια κλπ. πήραν ξανά τη θέση τους στις εκκλησίες μετά από 120 χρόνια. Αυτή την επέτειο της επαναφοράς της ειδωλολατρείας την εορτάζουν ως μια από τις μεγαλύτερες εορτές ως «Κυριακή της Ορθοδοξίας». Εκτιμάται ότι σφάχτηκαν ή ρίχτηκαν ζωντανοί στην πυρά περί τις 100.000 Παυλικιανοί. Η βυζαντινή προπαγάνδα έθαψε με λάσπη τον ιδεολογικό και κοινωνικό χαρακτήρα αυτών των εξεγέρσεων και παρουσιάζει τους Παυλικιανούς ως αιρετικούς προδότες που συνεργάστηκαν με Άραβες ηγεμόνες κατά του Βυζαντίου. Αποσιωπούν το γεγονός ότι εκείνη την εποχή οι αυτοκράτορες του Βυζαντίου ήταν Αρμένιοι, Φρύγες και Σύριοι (Ίσαυροι) και ότι εκείνοι συνεργάστηκαν με τους Βούλγαρους, τους Χαζάρους κλπ. εναντίον τους.


Επαναστάσεις στα Βαλκάνια


Ένα ιστορικό γεγονός που καταγράφεται στις ελληνικές εγκυκλοπαίδειες, δείχνει ότι το επαναστατικό εκείνο κίνημα ξέσπασε και στα Βαλκάνια. Στο λήμμα Βρυέννιος Θεόκτιστος αναφέρεται μια εκστρατεία του εν λόγω στρατηγού του Μιχαήλ Γ’ το 849 στην Πελοπόννησο για την υποταγή των εκεί εξεγερμένων Σλάβων. Τους υπέταξε, λένε, και τους ανάγκασε να ξαναγίνουν φόρου υποτελείς.
Σε άλλα λήμματα σχετικά με το Βυζάντιο εκείνο το έτος (849) αναφέρεται και ως έτος εκχριστιανισμού των Σλάβων της Πελοποννήσου. Αυτό δείχνει ότι ο βυζαντινός στρατηγός υπέταξε τους επαναστατημένους πελοποννήσιους, αλλά και τους ανάγκασε να δεχθούν την αυτοκρατορική «ορθοδοξία». Αυτή η μέθοδος επιβολής του «ορθόδοξου» χριστιανικού δόγματος στους υπηκόους από τους στρατηγούς ήταν η πιο συνήθης και αποτελεσματική. Αυτό δείχνει ότι το αδελφό κίνημα των Παυλικιανών στα Βαλκάνια, το Μπογκομιλικό, υπήρχε και κατά τον 9ο αιώνα.

Τη δυσαρέσκεια των βαλκανικών λαών θα εκμεταλλευτούν και οι Βούλγαροι ηγεμόνες και θα δημιουργήσουν ανεξάρτητο βουλγαρικό κράτος το 852. Οι καταπιεσμένοι σλαβόφωνοι πληθυσμοί συντάχθηκαν με τους Βούλγαρους ηγεμόνες και αυτό έγινε αιτία να χαρακτηρίζουν οι Βυζαντινοί όλους τους σλαβόφωνους, μεταξύ των οποίων και τους Μακεδόνες, ως Βούλγαρους και τη γλώσσα τους ως Βουλγαρική.

Είναι φανερό ότι στην επαναστατικότητα εκείνη οφείλεται και η δημιουργία του Κυριλλικού αλφαβήτου και η μετάφραση των χριστιανικών βιβλίων στις σλαβικές γλώσσες εκείνης της εποχής.
Ένα από τα αιτήματα των Μπογκομίλων ήταν η μετάφραση των Ευαγγελίων και της Θ.Λειτουργίας στη γλώσσα κάθε λαού. Οι Βυζαντινοί, όμως, καθώς και οι Λατίνοι και οι Φράγκοι, δεν επέτρεπαν κάτι τέτοιο, γιατί υποστήριζαν ότι «ο Θεός εξέλεξε μόνο τρεις γλώσσες με τις οποίες μπορεί κανείς να τον τιμά, δηλ. την εβραϊκή, την ελληνική και τη λατινική» (τρίγλωσσο δόγμα). Ο πραγματικός λόγος βέβαια ήταν ότι αυτό εξυπηρετούσε τις δυο αυτοκρατορίες που χρησιμοποιούσαν την ελληνική και την λατινική στην επιδίωξή τους να κηδεμονεύουν όλους τους χριστιανικούς λαούς.
Όταν οι μη ελληνόφωνοι λαοί των Βαλκανίων άρχισαν να ριζοσπαστικοποιούνται και να εξεγείρονται, οι αυτοκράτορες κατάλαβαν ότι στερώντας τους το δικαίωμα να θρησκεύονται και να καλλιεργούν τη δική τους γλώσσα δεν ήταν πλέον δυνατόν να τους επιβάλουν το δικό τους χριστιανικό δόγμα και να τους κρατούν υποτελείς. Έπρεπε να κάνουν κάποιες παραχωρήσεις για να τους συγκρατήσουν. Έτσι ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Γ’ και ο Πατριάρχης Φώτιος ανέθεσαν στους Θεσσαλονικείς αξιωματούχους Κύριλλο και Μεθόδιο τη διαμόρφωση του Κυριλλικού αλφαβήτου και την μετάφραση των εκκλησιαστικών βιβλίων στη γλώσσα τους. Επέτρεψαν επίσης τη δημιουργία της Φιλολογικής Σχολής της Οχρίδας όπου η διδασκαλία γινόταν στην μακεδονική γλώσσα εκείνης της εποχής.

Οι διεκδικήσεις βέβαια των βαλκανικών λαών δεν εξαντλούνταν μόνο στο δικαίωμα της γλώσσας, αλλά και στο δικαίωμα κατοχής της γης, την άρνηση της βαριάς φορολογίας, της υποχρέωσης συμμετοχής στους αυτοκρατορικούς πολέμους κλπ. Έτσι μετά την κατάλυση του βουλγαρικού κράτους το 971 εξεγέρθηκαν και πάλι και δημιούργησαν δικό τους κράτος με ηγέτη τον πρώην βυζαντινό αξιωματούχο Σαμουήλ (976) με έδρα τις Πρέσπες και κατόπιν της Οχρίδας. Και αυτό το κράτος οι βυζαντινοί το αποκαλούν βουλγαρικό παρόλο που ο Σαμουήλ κατάγονταν από σλαβόφωνο Μακεδόνα πατέρα και αρμένισσα μητέρα. Υπαρχηγός του ήταν ο ηγέτης των Βλάχων των Σερβίων Κοζάνης Νικουλίτσα, ο οποίος μάλιστα μετά τον θάνατο του Σαμουήλ (1014) συνέχισε τον αγώνα μέχρι το 1018 οπότε και ηττήθηκε από τους Βυζαντινούς. Οι Βυζαντινοί αναγκάστηκαν να αναγνωρίσουν το Πατριαρχείο της Οχρίδας ως Αρχιεπισκοπή εξαρτημένη από το Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης και να σεβαστούν το δικαίωμα εκκλησιασμού και μόρφωσης στη μακεδονική γλώσσα.

Διωγμοί κατά των Μπογκομίλων

Η απείθεια και η αντίσταση του λαού κατά του θεοκρατικού βυζαντινού κατεστημένου φυσικά συνεχίστηκε με ιδεολογικούς καθοδηγητές και υποκινητές τους Μπογκομίλους, όπως και οι διωγμοί εναντίον τους.
Οι σκληρότεροι διωγμοί εξαπολύθηκαν επί Αλεξίου Α’ Κομνηνού (1081-1118) και επειδή καταγράφονται από την κόρη του Άννα Κομνηνή και τον προσωπικό του θεολόγο Ευθύμιο Ζιγαβινό δεν μπορούν να αμφισβητηθούν.
Οι Μπογόμιλοι αρνήθηκαν να στηρίξουν τον Αλέξιο στην εκστρατεία του κατά των Νορμανδών στα δυτικά Βαλκάνια και «τρεις χιλιάδες περίπου απ' αυτούς, που είχαν πάρει μέρος στην εκστρατεία κατά των Νορμανδών, τον εγκατέλειψαν και γύρισαν στα χωριά τους». Στη συνέχεια εκμεταλλευόμενοι την εξέγερση των Πετσενέγων που είχαν εγκατασταθεί στην περιοχή της σημερινής Βουλγαρίας ως σύμμαχοι των Βυζαντινών κατά των Βουλγάρων, επαναστάτησαν κατά του Αλεξίου. Μπογκόμιλοι και Πετσενέγοι νίκησαν τα αυτοκρατορικά στρατεύματα και έφτασαν μπροστά από τα τείχη της πρωτεύουσας (1090). Ο Αλέξιος αναγκάστηκε να μεταφέρει όλες τις δυνάμεις του από τη Μ.Ασία για να καταστείλει την εξέγερση.

Ο Μπογκομιλισμός ως θρησκευτικό δόγμα αποτελούσε πολιτική απειλή για το αυτοκρατορικό καθεστώς, όπως ο χριστιανισμός των πρώτων αιώνων και γι’ αυτό άρχισαν οι διωγμοί εναντίον του.
Κοινότητες Μπογκομίλων καταστράφηκαν και συγγράμματα κάηκαν, ενώ οι επώνυμοι διδάσκαλοι του Μπογκομιλισμού συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στις φυλακές, σφάχτηκαν ή ρίχτηκαν στην πυρά.

Η ίδια η Άννα η Κομνηνή περιγράφει το ρίξιμο στην πυρά του ηγέτη των Μπογκομίλων, ιατρού Βασιλείου και των κορυφαίων οπαδών του (1118). Άναψαν δυο μεγάλες φωτιές στον γεμάτο κόσμο Ιππόδρομο και έδωσαν τη δυνατότητα στους κορυφαίους Μπογκομίλους να σωθούν κινούμενοι προς έναν μεγάλο σταυρό, που συμβόλιζε την πατριαρχική «ορθοδοξία» ή προς την πυρά. Αυτοί δεν απαρνήθηκαν την πίστη τους και ρίχτηκαν στην πυρά.
Αν αυτά δεν τα περιέγραφε η ίδια η κόρη του αυτοκράτορα (Αλεξιάδα, κεφ.15ο) θα μπορούσαν να αμφισβητηθούν ως συκοφαντία. Επειδή δεν μπορούν να αμφισβητηθούν, απλώς αποσιωπούνται.

Για μεν τα εγκλήματα της Καθολικής Εκκλησίας, που μέσα από την Ιερά Εξέταση έστειλε αμέτρητους αιρετικούς στην πυρά, άπειρες φορές έχουν γραφεί άρθρα και βιβλία. Στο Βυζάντιο δεν στήνονταν ούτε στοιχειώδης Ιερά Εξέταση. Οι Μπογκόμιλοι και οι Παυλικιανοί ρίχνονταν στην πυρά μετά από αφορισμό του πατριάρχη και εντολή του αυτοκράτορα.

Οι Μπογκόμιλοι υποβοήθησαν και στη δημιουργία του δεύτερου Βουλγαρικού κράτους (1185). Οι ηγεμόνες όμως της Βουλγαρίας μετά την σταθεροποίηση του καθεστώτος τους δημιούργησαν δικό τους Πατριαρχείο με έδρα το Τύρνοβο, το οποίο σε τίποτα δεν διέφερε από εκείνο του Βυζαντίου.
Το 1211 το Βουλγαρικό Πατριαρχείο χαρακτήρισε τον Μπογκομιλισμό αίρεση και άρχισαν σκληροί διωγμοί εναντίον του. Μερικοί από τους Μπογκομίλους κατέφυγαν στη Βοσνία και με τους εκεί ομοϊδεάτες τους δημιούργησαν ισχυρό αντιμοναρχικό και αντιϊερατικό κίνημα κατά του σέρβικου πατριαρχικού ηγεμονισμού. Αυτό προκάλεσε την σκληρή καταδίωξή τους από τους Σέρβους ηγεμόνες του οίκου Νεμάνια. Ο Στέφανος Νεμάνια εξαπέλυσε σκληρούς διωγμούς και έκανε μαζικές εκκαθαρίσεις των Μπογκόμιλων, ενώ υπήρξε μεγάλης κλίμακας καύση βιβλίων αδιακρίτως, σε τέτοιο βαθμό ώστε δεν σώζεται κανένα σερβικό χειρόγραφο εκείνης της περιόδου.


Αποτέλεσμα όλων εκείνων των διωγμών ήταν η συνεργασία των Παυλικιανών και Μπογκομίλων με του Μωαμεθανούς. Οι Μωαμεθανοί αφενός ήταν πιο ανεκτικοί και φιλικοί στα άλλα θρησκευτικά δόγματα, αφετέρου δε ο Μωαμεθανισμός ήταν πιο κοντά στις πεποιθήσεις τους. Απαγόρευε, για παράδειγμα, και αυτός την λατρεία των εικόνων (ακόμα και αυτήν του Μωάμεθ) και άλλων θρησκευτικών αντικειμένων. Οι Παυλικιανοί συνεργάστηκαν αρχικά με τους Άραβες Μωαμεθανούς ηγεμόνες και αργότερα με τους επίσης Μωαμεθανούς Οθωμανούς. Είναι γνωστό ότι κατά την άλωση της Κωνσταντινούπολης η πλειοψηφία του στρατού του Μωάμεθ του Πορθητή αποτελούνταν από πρώην βυζαντινούς υπηκόους.
Μεγάλο μέρος των Παυλικιανών και των Μπογκομίλων θεώρησε πλησιέστερο τον Μωαμεθανισμό από την βυζαντινή «Ορθοδοξία» και εξισλαμίστηκε. Εξάλλου οι Μωαμεθανοί σέβονταν τον Χριστό ως Προφήτη του Θεού. Απλώς θεωρούσαν τον Μωάμεθ ως τον τελευταίο Προφήτη.
Στα Βαλκάνια εξισλαμισμένοι Μπογκόμιλοι είναι οι σερβόφωνοι μουσουλμάνοι της Βοσνίας, οι περί τις 60.000 Μακεδόνες Μωαμεθανοί που εκδιώχθηκαν από τη Μακεδονία κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών του 1925 και οι Πομάκοι της Θράκης.
Μνημεία που θυμίζουν τους Μπογκομίλους είναι οι μπογκομιλικοί τάφοι με τις μεγάλες πέτρινες πλάκες που σώζονται ακόμα σε μερικά σημεία της Μακεδονίας, όπως στην Παλαιά Πέλλα, τη Χαλκηδόνα, τη Βεύη κ.α. Δυστυχώς αυτά τα μνημεία δεν έχουν την οφειλόμενη προστασία και την συντήρηση από το ελλαδικό κράτος.

Ο πολύς κόσμος αγνοεί ότι τα λαϊκά έθιμα που διατηρούνται σε Μακεδονία και Θράκη είναι κατάλοιπα μιας πολύ σπουδαίας θρησκευτικής, πολιτικής και κοινωνικής κουλτούρας. Είναι η ζώσα μαρτυρία της πολιτικής πάλης των βαλκανικών λαών κατά της φεουδαρχίας και του σκοταδισμού.

Η στρεβλή εικόνα για το Βυζάντιο και την Ορθοδοξία


Οι νεοέλληνες έχουν τελείως στρεβλή εικόνα για το Βυζάντιο. Μερικοί έχουν ακούσει ότι όταν το πολιόρκησαν και το κατέλυσαν οι Σταυροφόροι και αργότερα οι Οθωμανοί, κανένας από τους λαούς που το απάρτιζαν δεν το υπερασπίστηκε και ότι απεναντίας συντάχθηκαν με τους αντιπάλους του. Δεν μπορούν να φανταστούν ότι το Βυζάντιο ήταν ένα λαομίσητο αυταρχικό κράτος και ότι οι λαοί που ήταν υποτελείς του αγωνίζονταν να απαλλαγούν από την εξουσία του.
Τα μπογκομιλικά ήθη και έθιμα χαρακτηρίζονται παγανιστικά και ταυτίζονται με την ειδωλολατρεία.
Το πώς γίνεται οι αρχαίοι Έλληνες, Λατίνοι, Φοίνικες κλπ. που πίστευαν σε ψεύτικους θεούς (ειδωλολάτρες), να δημιούργησαν τόσο αξιόλογο πολιτισμό, ενώ οι «Ορθόδοξοι» που πιστεύουν στον αληθινό, ο οποίος εννοείται τους έχει φωτίσει, έμειναν πολιτιστικά ουραγοί, δεν προβληματίζει τον νεοέλληνα.


Οι βασικές αιτίες που εμπόδιζαν τον ανθρώπινο νου να ελευθερωθεί, να ερευνήσει και να δημιουργήσει ήταν ο δογματισμός, οι θρησκευτικές προλήψεις και οι δεισιδαιμονίες που επέβαλαν τα απολυταρχικά και θεοκρατικά καθεστώτα. Μόνο όταν αποδυναμώθηκε η επιρροή της Καθολικής εκκλησίας και οι μοναρχίες στη δυτική Ευρώπη (κυρίως Γαλλία, Αγγλία, Γερμανία) επικράτησε ο Διαφωτισμός. Στην καθ’ ημάς Ανατολή τη βυζαντινή θεοκρατική απόλυτη μοναρχία διαδέχθηκε η όμοιά της οθωμανική. Το χειρότερο, όμως, ήταν ότι εκείνη η αλλαγή δεν συνοδεύτηκε με αποδυνάμωση της «Ορθόδοξης» σκοταδιστικής ιεραρχίας. Απεναντίας αυτή συμμάχησε με τους Οθωμανούς και απέκτησε ακόμα περισσότερα προνόμια. Εκτός από πνευματική εξουσία επί των υπηκόων της, απέκτησε ακόμα μεγαλύτερη πολιτική, με κυριότερη εκείνη του ελέγχου της μόρφωσης του ποιμνίου της. Έτσι, ενώ στη δυτική Ευρώπη ο μεσαιωνικός σκοταδισμός τελείωσε τον 15ο αιώνα, στη ζώνη επιρροής της «Ορθοδοξίας» παρατάθηκε για άλλους πέντε αιώνες. Στην Ελλάδα οι λίγες αχτίδες διαφωτισμού έφτασαν μόνο χάρη στο γεγονός ότι αυτή έγινε προτεκτοράτο των Δυτικών.

Τα κατάλοιπα του βυζαντινού σκοταδιστικού κατεστημένου (ιερατείο, Φαναριώτες κλπ) μετακόμισαν στην Ελλάδα και έγιναν κράτος εν κράτει. Καθόρισαν την εθνική ιδεολογία, επέβαλαν τα εβραιοχριστιανικά ήθη-έθιμα της «ορθοδοξίας» τους, παρεμβαίνουν σε θέματα εκπαίδευσης. Έτσι κατάφεραν να δημιουργήσουν την στρεβλή εικόνα που έχει ο νεοέλληνας για το Βυζάντιο, την Ορθοδοξία και τα επαναστατικά κινήματα των Παυλικιανών και των Μπογκομίλων.
Τα προνόμια που έχουν οι κληρικοί στην Ελλάδα, δεν τα έχουν πουθενά αλλού. Η αναλογία κληρικών, μοναστηριών, ναών και ναϊσκων ανά κάτοικο είναι η μεγαλύτερη στην Ευρώπη. Οι απολαβές τους το ίδιο.
Μόλις διατυπώθηκε η απειλή να φορολογηθεί η εκκλησιαστική περιουσία και τα ιδρύματα, να μειωθούν οι δεσποτάδες και οι κληρικοί, όπως συμβαίνει με όλους τους άλλους οργανισμούς και πολίτες, αντέδρασαν αμέσως. Με εγκύκλιο που μοίρασαν την προτελευταία εβδομάδα του περασμένου χρόνου στο ποίμνιό τους, καταλογίζουν στους πολιτικούς την ευθύνη για την παρούσα κρίση και τους κάνουν σκληρή κριτική. Τους έστειλαν έτσι το μήνυμα-προειδοποίηση να μη συμπεριλάβουν στα μέτρα εξυγίανσης της οικονομίας και την εκκλησία, γιατί θα χρησιμοποιήσουν τη δυνατότητά τους να επηρεάζουν το ποίμνιο και να παρεμβαίνουν στην πολιτική.
Κι όμως κανένα από τα κόμματα δεν τόλμησε να καταδικάσει εκείνη την απαράδεκτη για κληρικούς πολιτική πράξη
.
Αν δεν απαλλαγεί ο τόπος από τους φορείς του βυζαντινού σκοταδισμού δεν πρόκειται να επικρατήσει ούτε αυτόν τον αιώνα ο Διαφωτισμός στον τόπο μας και ο Ελληνισμός θα παραμένει μεσαιωνικό κατάλοιπο στη σύγχρονη Ευρώπη.

Οι θέσεις και οι αγώνες των Μπογκομίλων παραμένουν πάντα επίκαιρες, ακριβώς γιατί στον τόπο μας επιβιώνει ακόμη ο βυζαντινός σκοταδισμός.
Εξάλλου οι ομοϊδεάτες των Μπογκομίλων στη δυτική Ευρώπη, οι Καθαροί, χαρακτηρίζονται από τους ιστορικούς μελετητές ως οι πρόδρομοι του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού.