Τρίτη 18 Ιανουαρίου 2011

Άννα Κομνηνή: Οι Διωγμοί των Βογομίλων της Κωνσταντινούπολης


Μια από τις βασικότερες πηγές πληροφόρησης για τους Μπογκομίλους είναι το βιβλίο Αλεξιάς που συνέγραψε η Άννα Κομνηνή (1083-1142).

Η Άννα ήταν το πρώτο παιδί του αυτοκράτορα Αλεξίου Α΄ (1081-1118) και από μικρή ηλικία βρισκόταν σε καθημερινή επαφή με τις ηγετικές μορφές της αυτοκρατορίας. Αυτό της έδωσε τη δυνατότητα να έχει άμεση σχέση με τα διαδραματιζόμενα στην Κωνσταντινούπολη, αλλά και να είναι δέκτης πληροφοριών, έστω και φιλτραρισμένων, σχετικών με τα τεκταινόμενα στην αυτοκρατορία.
Σε παιδική ηλικία την αρραβώνιασαν με τον Κωνσταντίνο Δούκα, νόμιμο διάδοχο του θρόνου, και πικράθηκε πολύ όταν διαλύθηκε ο αρραβώνας κι έγινε διάδοχος ο αδελφός της Ιωάννης. Όταν, το 1118, πέθανε ο Αλέξιος Α΄, η Άννα και η μητέρα της έκαμαν το παν για να εμποδίσουν τον Ιωάννη να τον διαδεχθεί και λίγο αργότερα, φαίνεται πως η Άννα ενεπλάκη σε μια απόπειρα δολοφονίας του αδελφού της. Το αποτέλεσμα ήταν να της επιβληθεί περιορισμός σε μοναστήρι. Εκεί μπόρεσε να ασχοληθεί με τη συγγραφή της ιστορίας της διακυβέρνησης του πατέρα της, χάριν του οποίου το βιβλίο πήρε το όνομα Αλεξιάς.

Στο βιβλίο περιγράφονται η άνοδος των Κομνηνών στην εξουσία του Βυζαντινού κράτους, οι μακροχρόνιοι πόλεμοι του Αλεξίου με τους αντιπάλους από τη Δύση και την Ανατολή, οι κατά καιρούς συνωμοσίες και δολοπλοκίες εναντίον του αυτοκράτορα, η διπλωματία του και η ικανότητά του να προσεταιρίζεται εχθρούς και να διαιρεί τους συμμάχους, η αυστηρή αντιμετώπιση των "αιρέσεων", ιδιαίτερα των Μπογκομίλων, οι σχέσεις και οι διαξιφισμοί του με την Εκκλησία και ο αγώνας της διαδοχής.
Στο 15ο κεφάλαιο η Άννα αναφέρεται στους διωγμούς κατά των Μπογκομίλων.
Αποφεύγει βέβαια να αναφερθεί στις απόψεις τους, για το λόγο ότι με τη διακίνηση του βιβλίου της θα διακινούνταν και οι απόψεις των Μπογκομίλων, που, όπως λέει και η ίδια, είχαν μεγάλη απήχηση ακόμα και στον λαό της ίδιας της πρωτεύουσας.
Αποφεύγει επίσης να αναφέρει ότι ο Μπογκομιλισμός είχε και κοινωνικοπολιτικό χαρακτήρα, τα οποία κυρίως ενοχλούσαν την Βυζαντινή ολιγαρχία και ότι οι Μπογκόμιλοι πρωτοστάτησαν επανειλημμένα σε λαϊκές εξεγέρσεις κατά του αυτοκράτορα πατέρα της και μάλιστα το 1090 σε συνεργασία με τους Πετσενέγους απείλησαν την ίδια την Κωνσταντινούπολη.
Το γεγονός ότι αχολήθηκε ο ίδιος ο αυτοκράτορας με τον Μπογκομιλισμό, δείχνει και το μέγεθος της εξάπλωσής του, αλλά και το λόγο που αυτός ήταν ανοχλητικός για την αυταρχική εξουσία του και το Ορθόδοξο ιερατείο.

Η ίδια η περιγραφή της Άννας δείχνει και το πραγματικό χαρακτήρα της Βυζαντινής εξουσίας, αλλά και την ωμή και βίαιη επιβολή του Ρωμαιορθόδοξου δόγματος στους υπηκόους της αυτοκρατορίας.
Τους διωγμούς που εξαπέλυσαν οι Ρωμαίοι κατά των πρώτων χριστιανών, εξαπολύει τώρα το Βυζάντιο κατά των Μπογκομίλων.
Το κορυφαίο στέλεχος των Μπογκομίλων, ο Βασίλειος, εκβιάζεται να απαρνηθεί τα πιστεύω του, φυλακίζεται, βασανίζεται και τελικά ρίχνεται ζωντανός στην πυρά. Οι μαθητές του, όχι μόνο δεν μπορούν να συνεχίσουν τη διδασκαλία του Μπογκομισμού, όπως οι μαθητές του Ιησού, αλλά και περνάνε το υπόλοιπο της ζωής τους στη φυλακή.

Οι Μπογκόμιλοι υπερασπίζονταν τον πραγματικό χριστιανισμό και κατηγορούσαν το ιερατείο ότι είχε ξεφύγει τελείως από τις αρχές του. Αυτός ήταν και ο πραγματικός λόγος των διωγμών που εξαπολύθηκαν εναντίον τους.
Τα κατάλοιπα εκείνου του διεφθαρμένου Βυζαντινού καθεστώτος, μέρος του οποίου ήταν και το ιερατείο, μετακόμισε και έγινε καθεστώς στην σύγχρονη Ελλάδα και με την μαύρη προπαγάνδα δημιούργησε την ψευδή εικόνα που έχουν οι Νεοέλληνες για την «Ορθοδοξία» τους και τον Μπογκομιλισμό.


Η Άννα Κομνηνή γράφει για τους Μπογκόμιλους
και τη Βυζαντινή Ιερά Εξέταση:


15.8.1. Μετά απ' αυτά, κατά το έτος [...] της βασιλείας του, σηκώνεται μέγα νέφος αιρετικών. Το είδος της αιρέσεως ήταν νέο, ολωσδιόλου άγνωστο ως τότε στην Εκκλησία. Δύο δόγματα κάκιστα και φαυλότατα, γνωστά στην Εκκλησία από παλιά, είχαν αναμειχθεί μεταξύ τους: η ασέβεια, θα 'λεγε κανείς, των Μανιχαίων, την οποία έχουμε ονομάσει και αίρεση των Παυλικιανών, και η αχρειότητα των Μασσαλιανών. Αυτό είναι το δόγμα των Βογομίλων: ένα σύμφυρμα των Μασσαλιανών και των Μανιχαίων. Καθώς φαίνεται, υπήρχε και πριν από τα χρόνια του πατέρα μου, αλλά παρέμεινε κρυμμένο, γιατί είναι άφθαρτο το γένος των Βογομίλων στο να υποκρίνεται την αρετή. Ούτε ίχνος κοσμικού δεν θα συναντήσεις μεταξύ τους, το κακό είναι κρυμμένο κάτω από το ράσο και το καλλυμαύχι. Ο Βογόμιλος είναι πάντα σκυθρωπός και κουκουλωμένος ως τ' αυτιά, βαδίζει σκυφτός και μουρμουρίζει μες στό στόμα του, μέσα του είναι αιμοβόρος σάν λύκος.

2. Αυτό ακριβώς το φρικαλέο γένος, που ήταν φωλιασμένο σαν φίδι στην τρύπα του, με κάποιο μυστηριώδες σφύριγμα το μάγεψε ο πατέρας μου και το έβγαλε στο φως. Γιατί τώρα που είχε κάπως απαλλαγεί από τις φροντίδες των πολέμων σ' Ανατολή και Δύση, επιδόθηκε περισσότερο στά πνευματικά ζητήματα. Η αλήθεια είναι ότι ξεχώριζε απ' όλους σε όλα: στους διδακτικούς λόγους ξεπερνούσε τους ειδικευμένους στην τέχνη του λόγου, στις μάχες και στη στρατηγική ικανότητα υπερείχε απ' τους πιο θαυμαζόμενους πολεμιστές.

3. Ήδη η φήμη των Βογομίλων είχε εξαπλωθεί παντού: ένας κάποιος μοναχός Βασίλειος, ικανότατος στο να εκμεταλλεύεται την ασέβεια των Βογομίλων, μαζί με δώδεκα μαθητές του, τους οποίους και ονόμαζε αποστόλους, και κάποια γύναια κακοήθη και παμπόνηρα που είχε προσηλυτίσει, διέδιδε παντού το μίασμα τής κακίας, τό κακό, σαν φωτιά που απλώνεται, είχε διαφθείρει πλήθος ψυχές. Κάτι τέτοιο δεν μπορούσε να το ανεχθεί η ψυχή του βασιλιά που προστάζει να ερευνηθούν τα σχετικά με την αίρεση. Μερικοί Βογόμιλοι οδηγήθηκαν στά ανάκτορα κι όλοι κατήγγελλαν κάποιον Βασίλειο ως κορυφαίο και πρωτοστάτη της βογομιλικής αίρεσης. Μεταξύ αυτών που είχαν συλληφθεί ήταν και κάποιος Διβλάτιος που αρνιόταν ν' απαντήσει στις ερωτήσεις. Τον υπέβαλαν λοιπόν σε βασανιστήρια κι αμέσως κατονόμασε τον εν λόγω Βασίλειο και όσους εκείνος είχε προχειρίσει αποστόλους. Ο αυτοκράτορας τότε έστειλε πολλούς ανθρώπους να ψάξουν να τον βρουν. Και να που βγαίνει στο φως ο αρχισατράπης του Σαταναήλ Βασίλειος με ένδυμα μοναχού, κάτισχνο πρόσωπο, αραιό γένι, ανάστημα ψηλό.

4. Αμέσως ο αυτοκράτορας στέλνει να τον φωνάξουν με κάποιο ευσεβές πρόσχημα. Κάνει τα πάντα για να τον παρασύρει με πειθαναγκασμό να αποκαλύψει τις μυστικές του σκέψεις: σηκώνεται απ' τη θέση του να τον υποδεχθεί, του προσφέρει κάθισμα, τον καλεί ακόμα και να καθίσει στο τραπέζι, αμολάει όλη την πετονιά για να τον ψαρέψει, σκεπάζει καλά το αγκίστρι του με κάθε λογής δολώματα και τα δίνει στο παμφάγο εκείνο κήτος να τα χάψει, μεταχειρίζεται παντοίους τρόπους για να καταφέρει τον μοναχό εκείνον (πλην πολλαχό στην κακία) να καταπιεί το χάπι υποκρινόμενος πως θέλει να γίνει μαθητής του κι όχι μόνο αυτός, αλλά κι ο αδελφός του, ο σεβαστοκράτωρ Ισαάκιος, κάνει πως δέχεται τα λόγια του σαν μαντείου χρησμούς και υπόσχεται να τον υπακούει σε όλα φτάνει να μεσολαβούσε (ο κάκιστος εκείνος Βασίλειος!) για τη σωτηρία της ψυχής του. «Εγώ, σεβασμιότατε πάτερ», του έλεγε ο βασιλιάς ζαχαρώνοντας το χάπι για να ξεράσει ο δαιμονισμένος την παραφροσύνη του, «θαυμάζω την αρετή σου• έχω όμως την αξίωση να αντιληφθώ πλήρως τα δόγματα της σεβασμιότητάς σου μια και τα δικά μας είναι φαύλα και καθόλου δεν οδηγούν στην αρετή». Στην αρχή ο Βασίλειος έκανε τον ανήξερο και καλυπτόταν από παντού με τη λεοντή —εκείνος που δεν ήταν παρά ενας γάιδαρος— και πηδούσε στο πλάι για να μην πέσει στην παγίδα των λόγων, αλλά σιγά σιγά αποχαυνωνόταν με τους επαίνους, γιατί ακόμα καί ομοτράπεζο τον έκαμε ο βασιλιάς έχοντας μάλιστα κοντά του τον αδελφό του και σεβαστοκράτορα που έπαιζε κι εκείνος το ρόλο του στο έργο.

5. Τέλος ο Βασίλειος ξέρασε τα δόγματα της αιρέσεως. Με ποιό τρόπο; Ένα παραπέτασμα χώριζε τον γυναικωνίτη από το δωμάτιο όπου βρίσκονταν οι βασιλείς με τον βδελυρό εκείνον που ξερνούσε τα πάντα λέγοντας αναφανδόν όσα είχε στην ψυχή του, πίσω από το παραπέτασμα βρισκόταν ο γραμματέας που κατέγραψε τα λεγόμενα. Κι ενώ ο ανόητος εκείνος ήταν φαινομενικά ο δάσκαλος κι ο βασιλιάς έπαιζε τον μαθητή, ο υπογραμματέας κατέγραφε τη διδασκαλία. Όλα, και τα ρητά και τα άρρητα, τα αράδιασε ο θεοκατάρατος εκείνος άνθρωπος, κανένα θεομίσητο δόγμα δεν παρέλειψε, αλλά και τη θεολογία μας παρέβλεψε κι όλη τη διοίκηση της Εκκλησίας συκοφάντησε και τους ναούς, αλίμονο, τους ιερούς ναούς μας, ονόμασε ενδιαιτήματα δαιμόνων και για το άγιο μυστήριο που τελούμε, για το σώμα και το αίμα Εκείνου που είναι ο πρώτος Αρχιερέας και το πρώτο θύμα, μίλησε με περιφρόνηση χαρακτηρίζοντάς το ως ανοησία.

6. Τι έγινε ύστερα; Απορρίπτει τη μάσκα ο βασιλιάς κι ανοίγει το παραπέτασμα, και συγκεντρώνονται όλοι οι συγκλητικοί κι όλοι οι ανώτεροι στρατιωτικοί και η σύνοδος της Εκκλησίας. Στον πατριαρχικό θρόνο της βασιλεύουσας ήταν τότε προκαθήμενος ο εν πατριάρχαις μακαριότατος Νικόλαος ο Γραμματικός. Αναγνώστηκαν τα θεοστυγή δόγματα και αποδείχτηκε αδιαμφισβήτητα η ενοχή του Βασιλείου. Κι ο ίδιος όμως όχι μόνο δεν αρνήθηκε την κατηγορία, αλλά και προχώρησε παρευθύς σε απροκάλυπτες αντιλογίες διαβεβαιώνοντας πως ήταν έτοιμος ν' αντιπαραταχθεί και στην πυρά και στη μαστίγωση και σε μύριους θανάτους. Κάτι τέτοιο πιστεύουν οι παραπλανημένοι αυτοί Βογόμιλοι: πως μπορούν να υποστούν χωρίς πόνο κάθε τιμωρία γιατί τάχα οι άγγελοι θα τους αρπάξουν ακόμα κι από την πυρά. Όσο κι αν τον ονείδιζαν όλοι για την ασέβειά του, ακόμα κι εκείνοι που είχαν ακολουθήσει μαζί του την οδό της απωλείας, ο Βασίλειος παρέμενε ο ίδιος, αμετανόητος, Βογόμιλος γνησιότατος. Ας τον απειλούσε η πυρά, ας τον απειλούσαν κι άλλα μαρτύρια, αυτός παρέμενε προσκολλημένος στον δαίμονα, σε σφιχτό εναγκαλισμό με τον Σαταναήλ του. Τον έκλεισαν στη φυλακή και πολλές φορές τον οδήγησαν μπροστά στον βασιλιά και πολλές φορές εκείνος τον παρακάλεσε ν' απαρνηθεί την ασεβή του πίστη, μα άδικα: τηρούσε πάντα την ίδια στάση απέναντι στις παρακλήσεις του βασιλιά.

7. Αλλ' ας μην αντιπαρέλθουμε κάτι τερατώδες που του συνέβη προτού ο βασιλιάς αρχίσει να τον μεταχειρίζεται με αυστηρότητα. Μετά την ομολογία της ασεβείας του είχε εγκατασταθεί προσωρινά σ' ένα σπιτάκι κοντά στο παλάτι που το είχαν πρόσφατα ετοιμάσει για κείνον. Ήταν το βράδυ μετά τη σύγκληση της συνόδου. Τ' αστέρια έλαμπαν σ' έναν ασυννέφιαστο ουρανό κι η βραδιά ήταν φεγγαρόλουστη. Κατά τα μεσάνυχτα, καθώς ο μοναχός έμπαινε στο κελί του, άρχισαν αυτομάτως να πέφτουν πέτρες σαν χαλάζι πάνω στο κελί. Κανένα χέρι δεν τις έριχνε ούτε κανένας άνθρωπος λιθοβολούσε τον δαιμονισμένο εκείνον αβά• ήταν, καθώς φαίνεται, η εκδίκηση των οργισμένων δαιμόνων του Σαταναήλ που είχαν αγανακτήσει εναντίον του επειδή είχε προδώσει στον βασιλιά τα μυστήριά τους, πράγμα που θα προκαλούσε φοβερό διωγμό εναντίον της πλάνης. Κάποιος άνθρωπος ονόματι Παρασκευιώτης, που είχε αναλάβει να φρουρεί τον δαιμονισμένο εκείνον γέροντα για να τον εμποδίζει να επικοινωνεί με άλλους ανθρώπους και να τους μεταδίδει το μίασμα, ορκιζόταν με τους πιο φρικτούς όρκους ότι είχε ακούσει τους κρότους από τις πέτρες που έπεφταν και καταγής και στα κεραμίδια, είχε δει τις πέτρες να πέφτουν βροχή για ώρα πολλή, αλλά δεν είχε δει πουθενά κανέναν να τις ρίχνει. Στον αυτόματο εκείνον λιθοβολισμό προστέθηκε κι ένας ξαφνικός σεισμός: έτρεμε η γη κι έτριζε η οροφή. Ο εν λόγω Παρασκευιώτης, προτού υποψιαστεί ότι συνέβαινε κάτι δαιμονικό, διατηρούσε, καθώς έλεγε ο ίδιος, την ψυχραιμία του, βλέποντας όμως πως έβρεχε πέτρες, που λέει ο λόγος, από ψηλά κι ότι εκείνο το γερόντιο είχε χωθεί μέσα κι έμενε εκεί αποκλεισμένο, απέδωσε το φαινόμενο σε κάποιους δαίμονες και τότε πια τα 'χασε ολωσδιόλου.


15.9.1
Αυτά λοιπόν για το τερατούργημα εκείνο• θα ήθελα βέβαια να εκθέσω τα πάντα για την αίρεση των Βογομίλων, αλλά «με κωλύει και αιδώς», όπως λέει κάπου η ωραία Σαπφώ, γιατί δεν είμαι μόνο συγγραφέας, αλλά και γυναίκα και πορφυρογέννητη, το πιο τιμημένο και το πρώτο από τα βλαστάρια του Αλεξίου• ορισμένα πράγματα που φτάνουν στ' αυτιά πολλών ανθρώπων καλύτερα να τα παρασιωπώ. Όσα κι αν επιθυμώ να γράψω για να εξηγήσω καταλεπτώς την αίρεση των Βογομίλων, τα αντιπαρέρχομαι για να μη μολύνω τη γλώσσα μου.
Όσους θέλουν να μελετήσουν την όλη αίρεση τούς παραπέμπω στο βιβλίο με τον τίτλο «Δογματική πανοπλία» που έχει συντεθεί κατ' επιταγήν του πατέρα μου. Ο αυτοκράτορας είχε τότε καλέσει έναν μοναχό oνόματι Ζυγαβηνό, γνωστό στη δέσποινα και προς μητρός μάμμη μου και σ' όλους τους ανώτερους κληρικούς, που είχε φτάσει στις κορυφές της φιλολογίας χωρίς να παραμελήσει και τη ρητορική κι επίσης κατείχε όσο κανείς άλλος τα δογματικά ζητήματα, και τον πρόσταξε να εκθέσει όλες τις αιρέσεις, καθεμιά χωριστά, παραθέτοντας σε καθεμιά τις ανασκευές των άγιων πατέρων και βέβαια να εκθέσει και των Βογομίλων την αίρεση, όπως την εισηγήθηκε ο ασεβής εκείνος Βασίλειος. Το έργο αυτό ο αυτοκράτορας το ονόμασε «Δογματική πανοπλία» κι έτσι τιτλοφορείται ως τώρα το βιβλίο.

2. Αλλ' ας επιστρέψουμε στα συμβάντα που οδήγησαν στη θανάτωση του Βασιλείου. Ο αυτοκράτορας κάλεσε τους απανταχού γης οπαδούς και προσήλυτους του Βασιλείου και κυρίως τους δώδεκα λεγόμενους μαθητές και δοκίμασε και αυτών τις γνώμες• και αποδείχτηκαν πραγματικοί μαθητές του Βασιλείου. Πράγματι, το κακό είχε εισχωρήσει και στα πιο μεγάλα σπίτια και μεγάλο πλήθος είχε προσβάλει το μίασμα. Γι' αυτό λοιπόν καταδίκασε στην πυρά τους αλλόθρησκους — τόσο τον κορυφαίο όσο και τον χορό. Όταν όμως συγκεντρώθηκαν όλοι οι κατηγορούμενοι ως Βογόμιλοι, άλλοι απ' αυτούς υποστήριζαν την αίρεσή τους κι άλλοι την αποκήρυσσαν εντελώς διαμαρτυρόμενοι σθεναρά εναντίον των κατηγόρων τους και καταδικάζοντάς την με αποτροπιασμό. Ο αυτοκράτορας δεν ήταν βέβαια διατεθειμένος να τους πιστέψει, αλλά και δεν ήθελε να καταδικαστεί κατά λάθος κανένας Χριστιανός ως Βογόμιλος κι ούτε να ξεφύγει κάποιος Βογόμιλος ως δήθεν Χριστιανός, γι' αυτό και επινόησε έναν πρωτότυπο τρόπο, με τον οποίο θα αναγνωρίζονταν σαφώς οι όντως Χριστιανοί.

3. Την επομένη λοιπόν κάθισε στον βασιλικό θρόνο. Παρευρίσκονταν πολλοί τόσο από τη σύγκλητο όσο κι από την ιερά σύνοδο κι επίσης επιφανείς Ναζιραίοι [ενν. μοναχοί] που διακρίνονταν για τη σοφία τους. Όλοι οι κατηγορούμενοι για βογομιλική αίρεση οδηγήθηκαν στη μέση κι ο αυτοκράτορας πρόσταξε να ερωτηθούν ένας ένας ακόμα μια φορά. Αλλά και πάλι ορισμένοι ομολογούσαν πως είναι Βογόμιλοι και υπεράσπιζαν με φανατισμό την αίρεσή τους, ενώ άλλοι την αρνούνταν ολωσδιόλου ονομάζοντας τους εαυτούς τους Χριστιανούς και επιμένοντας σ' αυτό παρά τις αποδείξεις που προσήγαν οι άλλοι. Τότε ο βασιλιάς, ζαρώνοντας τα φρύδια, «Σήμερα», είπε, «πρέπει ν' ανάψουν δύο καμίνια: στο δάπεδο του ενός θα καρφωθεί ένας σταυρός κι ύστερα θα δοθεί δικαίωμα εκλογής σε όλους: όποιοι θέλουν να πεθάνουν σήμερα ως Χριστιανοί θα χωριστούν από τους άλλους και θα προσέλθουν στο καμίνι με το σταυρό• όσοι παραμένουν σταθεροί στη βογομιλική αίρεση θα ριχτούν στο άλλο. Είναι καλύτερο να πεθάνει κανείς ως Χριστιανός παρά να ζει καταδιωκόμενος ως Βογόμιλος προσβάλλοντας τις συνειδήσεις του κόσμου. Πηγαίνετε λοιπόν κι ας κατευθυνθεί ο καθένας σας όπου θέλει».

4. Αυτά αποφάνθηκε ο βασιλιάς και φαινομενικά έκλεισε την υπόθεση. Άρπαξαν αμέσως τους κατηγορούμενους και τους απομάκρυναν μπροστά στα μάτια του πλήθους που συνέρρεε από παντού. Άναψαν ύστερα «καμίνους επταπλασίως», για να μιλήσω όπως ο μελωδός στο αποκαλούμενο Τζυκανιστήριον. Η φωτιά ανέβαινε ως τον ουρανό• στο ένα καμίνι στεκόταν ο σταυρός• οι ένοχοι μπορούσαν να διαλέξουν σε ποιο απ' τα δύο θα πήγαιναν με την ιδέα ότι όλοι θα καίγονταν. Βλέποντας πως ο θάνατος ήταν αναπόφευκτος, όσοι απ' αυτούς ήταν ορθόδοξοι κατευθύνθηκαν προς το καμίνι του σταυρού βέβαιοι πως τους περίμενε το μαρτύριο• οι δε αθεότατοι, παραμένοντας προσκολλημένοι στη μυσαρή αίρεση, στράφηκαν προς το άλλο.

5. Τη στιγμή που όλοι ανεξαιρέτως επρόκειτο να ριχτούν στην πυρά, όλοι οι παρευρισκόμενοι θλίβονταν για τους Χριστιανούς με την ιδέα πως τώρα πια θα τους έκαιγαν και καταφέρονταν έντονα εναντίον του βασιλιά επειδή δεν ήξεραν τι είχε κανονίσει. Μα να που μια βασιλική προσταγή προλαβαίνει τους δημίους και τους αποτρέπει από το εγχείρημα. Ο αυτοκράτορας, βεβαιωμένος τώρα εντελώς για την αθωότητά τους, άφησε ελεύθερους τους συκοφαντημένους εκείνους Χριστιανούς αφού προηγουμένως τους έδωσε πολλές συμβουλές• τους Βογομίλους τους έριξε και πάλι στη φυλακή, αφού ξεχώρισε από τους άλλους τους αποστόλους του ασεβούς Βασιλείου. Από τότε δεν παρέλειπε να τους καλεί καθημερινά για να τους διδάξει αυτοπροσώπως, συνιστώντας τους συνεχώς ν' απαρνηθούν τη μυσαρή θρησκεία τους. Επιπλέον έδωσε εντολή και σε μερικούς άλλους διακεκριμένους κληρικούς να τους επισκέπτονται καθημερινά και να τους διδάσκουν την ορθόδοξη πίστη παρακινώντας τους ν' αποκηρύξουν τη βογομιλική αίρεση. Μερικοί απ' αυτούς άλλαξαν στο καλύτερο κι απολύθηκαν από τη φυλακή κι άλλοι παρέμειναν φυλακισμένοι και πέθαναν μέσα στην κακοδοξία τους, χωρίς όμως να τους λείψει καθόλου ούτε η τροφή ούτε η ενδυμασία.

"Ούτε γαρ το πυρ κατεμάλαξε την σιδηράν αυτού ψυχήν..."

15.10.1 Τον Βασίλειο όμως, που ήταν όντως ο αρχηγός της αιρέσεως και ολωσδιόλου αμετανόητος, όλα τα διακεκριμένα μέλη της ιεράς συνόδου και οι επιφανείς μοναχοί κι ο ίδιος ο τότε πατριάρχης Νικόλαος τον έκριναν άξιο της πυράς. Μ' αυτούς συμφώνησε κι ο αυτοκράτορας γιατί πολλές φορές είχε συζητήσει μαζί του κι είχε διαγνώσει πόσο επικίνδυνος άνθρωπος ήταν και πόσο ήταν προσηλωμένος στην αίρεση. Πρόσταξε λοιπόν ν' ανάψουν στον Ιππόδρομο μια τεράστια φωτιά. Πρώτα έσκαψαν έναν πολύ βαθύ λάκκο κι ύστερα έφεραν πλήθος ξύλα, όλα δέντρα ψηλόκορμα, που, βαλμένα το ένα πάνω στ άλλο, σχημάτισαν ολόκληρο βουνό. Άναψαν τη φωτιά κι άρχισε λίγο λίγο να μαζεύεται κόσμος στο επίπεδο μέρος του Ιπποδρόμου και στα σκαλιά. Όλοι περίμεναν να δουν τι θα γινόταν. Απέναντι απ' τη φωτιά είχε στηθεί ένας σταυρός κι είχε δοθεί στον ασεβή το δικαίωμα επιλογής: αν τυχόν φοβόταν κι άλλαζε γνώμη θα μπορούσε να κατευθυνθεί προς τον σταυρό και τότε θ' αφηνόταν ελεύθερος.

2. Είχαν επίσης οδηγηθεί εκεί κι οι αιρετικοί όλοι για να δουν τον Βασίλειο, τον κορυφαίο τους. Όσο για κείνον, έδειχνε να καταφρονεί κάθε τιμωρία και κάθε απειλή• όσο στεκόταν μακριά από τη φωτιά, σάρκαζε και τερατολογούσε λέγοντας πως κάποιοι άγγελοι θα τον ανήρπαζαν μέσα από τις φλόγες κι έψαλλε χαμηλόφωνα το γνωστό Δαυιτικόν «Προς σεδε ουκ εγγιει• πλην τοις οφθαλμοις σου κατανοήσεις». Όταν όμως του άνοιξε χώρο ο κόσμος και μπόρεσε να δει ελεύθερα το φρικώδες εκείνο θέαμα της φωτιάς (από μακριά αισθανόταν την πύρα κι έβλεπε τις φλόγες ν' ανεβαίνουν και σαν να βροντάνε και τις σπίθες να πετάγονται ψηλά ως την κορυφή της λίθινης πυραμίδας που υψώνεται στο μέσο του Ιπποδρόμου), τότε ο θρασύς εκείνος άνθρωπος φάνηκε να δειλιάζει και να ταράζεται μπροστά στην πυρά. Σαν να τα είχε τελείως χαμένα, έστρεφε τo βλέμμα του πότε εδώ πότε εκεί, χτυπούσε τα χέρια, χτυπούσε τον μηρό του.

3. Αλλά και σ' αυτή την κατάσταση, μόνο να τον έβλεπες, έμοιαζε σκληρός σαν διαμάντι. Ούτε η πυρά κατάφερε να μαλάξει τη σιδερένια ψυχή του ούτε τα μηνύματα που του έστελνε ο αυτοκράτορας μπόρεσαν να τον δελεάσουν. Ίσως είχε ολωσδιόλου παραφρονήσει την ώρα εκείνη της μεγάλης ανάγκης και της συμφοράς και δεν ήταν σε θέση ν' αποφασίσει, μη μπορώντας καθόλου να ξεχωρίσει ποιο ήταν το συμφέρον του• μάλλον όμως ο διάβολος, που είχε κυριεύσει την ψυχή του, είχε σκορπίσει σ' αυτήν βαθύτατο σκότος. Σε κανένα φόβο, σε καμιά απειλή δεν αντιδρούσε ο κατάπτυστος εκείνος Βασίλειος, μόνο στεκόταν εκεί κοιτάζοντας σαν χαμένος μια την πυρά και μια τον κόσμο. Ήταν φανερό σε όλους πως είχε τρελαθεί: ούτε στη φωτιά ορμούσε ούτε πισωπατούσε καθόλου, μα έμενε παγωμένος και ακίνητος στην ίδια θέση όπου είχε σταθεί αρχικά. Ο κόσμος τώρα είχε αρχίσει να λέει διάφορα, οι μαγικές προφητείες του κυκλοφορούσαν πια από στόμα σε στόμα. Φοβήθηκαν τότε οι δήμιοι μην τυχόν ο Θεός επιτρέψει στους δαίμονες που προστάτευαν τον Βασίλειο να τελέσουν κάποια άνομη πράξη μαγείας• ίσως άρπαζαν τον άθλιο μεσ' απ' τις τόσες φλόγες για να τον μεταφέρουν σ' ένα πολυσύχναστο μέρος, όπου θα τον έβλεπε ο κόσμος σώο και αβλαβή, οπότε και θα γινόταν η έσχατη πλάνη χείρων της πρώτης. Αποφάσισαν λοιπόν να κάμουν ένα πείραμα.

4. Μια και εκείνος προφήτευε σημεία και τέρατα και καυχιόταν πως θα τον έβλεπαν να βγαίνει μέσ' απ' τις φλόγες σώο και αβλαβή, πήραν το μανδύα του κι είπαν: «Ας δούμε αν θα πάρουν φωτιά τα ρούχα σου», κι εύθύς έριξαν το μανδύα καταμεσής στο καμίνι». Τόση εμπιστοσύνη είχε ο Βασίλειος στον δαίμονα που τον παραπλανούσε, ώστε είπε: «Βλέπετε; Ο μανδύας σηκώθηκε και πετάει στον αέρα!» Τότε εκείνοι, που ήδη είχαν καταλάβει εξ όνυχος τον λέοντα, τον σήκωσαν και τον πέταξαν με τα ρούχα και τα παπούτσια καταμεσής στο καμίνι. Κι η φλόγα, σαν να ήταν οργισμένη εναντίον του, τόσο γρήγορα προχώρησε τρώγοντας τις σάρκες του ασεβούς, ώστε ούτε κνίσσα βγήκε καθόλου ούτε άλλαξε μορφή ο καπνός και μόνο μια λεπτή γραμμή καπνού φάνηκε ανάμεσα στις φλόγες. Γιατί και τα στοιχεία εξεγείρονται κατά των ασεβών• φείδονται όμως, για να πούμε την αλήθεια, των θεοφίλων, όπως κάποτε υποχωρούσαν και παραμέριζαν μπροστά στους θεοφιλείς εκείνους παίδας στη Βαβυλώνα και τους στεφάνωνε γύρω γύρω η φωτιά σαν χρυσαφένιος θάλαμος. Αλλά τον απαίσιο εκείνον Βασίλειο δεν είχαν καλά καλά προλάβει να τον πιάσουν αυτοί που τον είχαν σηκώσει κι η φλόγα φαινόταν να ορμάει μπροστά για ν' αρπάξει τον ασεβή. Όσο για τους άλλους που είχαν ακολουθήσει τον Βασίλειο στην οδό της απωλείας, το συγκεντρωμένο πλήθος, σφαδάζοντας από αγανάκτηση, απαιτούσαν να ριχτούν κι εκείνοι στην πυρά, αλλά ο βασιλιάς δεν το επέτρεψε και πρόσταξε να τους κλείσουν στις στοές και στους διαδρόμους των μεγίστων ανακτόρων. Μετά από αυτό τελείωσε η παράσταση, οι άθεοι μεταφέρθηκαν ύστερα σε άλλη ασφαλέστερη φυλακή κι αφού έζησαν κλεισμένοι εκεί αρκετό διάστημα, πέθαναν μέσα στην ασέβειά τους.

5. Γι' αυτό λοιπόν ήταν το ύστατο έργο και κατόρθωμα του αυτοκράτορα, αποκορύφωμα των μακροχρόνιων μόχθων και κατορθωμάτων του και συνάμα καινοτομία και τόλμη απίστευτη.

* Μετάφραση Αλόη Σιδέρη, Αλεξιάς, εκδ. Άγρα, 2005.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου