Τετάρτη 7 Απριλίου 2010
Εθνικισμός και Εθνορατσισμός στην Ελλάδα
«Ο Εθνικισμός είναι πολιτική ιδεολογία που υποστηρίζει την ιδέα της εθνικής ταυτότητας για μία συγκεκριμένη ομάδα ανθρώπων, τη διατήρηση της ταυτότητας αυτής και των ξεχωριστών χαρακτηριστικών ενός έθνους καθώς επίσης με την πολιτική ανεξαρτησία του έθνους.
Οι υποστηρικτές αυτού του δόγματος βλέπουν το έθνος σε ένα πλαίσιο πολιτικής νομιμότητας το οποίο πιθανόν να προέρχεται από την θεωρία του Ρομαντισμού περί πολιτιστικής ταυτότητας, με το φιλελεύθερο επιχείρημα ότι η πολιτική νομιμότητα προέρχεται από ένα συγκεκριμένο πληθυσμό, τον γηγενή.»
Αυτόν τον ορισμό δίνει η Wikipedia για τον εθνικισμό, που σε γενικές γραμμές ήταν ευρύτερα αποδεκτός κατά το παρελθόν.
Ο εθνικισμός, με αυτή την έννοια, εμφανίστηκε κατά τα τέλη του 18ου αιώνα και κυρίως κατά τον 19ο. Εξέφραζε το δικαίωμα των εθνών να απελευθερωθούν από τα δεσμά των απολυταρχικών πολυεθνικών αυτοκρατοριών και να αποκτήσουν τη δική τους αυτόνομη πολιτική υπόσταση.
Μπορούμε να αναφέρουμε ως κυριότερη έκφραση της ανάπτυξης του Εθνικισμού την Αμερικανική Επανάσταση (1775-1783) και τη Γαλλική Επανάσταση (1789).
Ο ρομαντικός αυτός Εθνικισμός εξέφρασε την μετατροπή του υπηκόου σε ενεργό πολίτη, την ατομική και συλλογική αξιοπρέπεια, το σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και την κοινωνική απελευθέρωση.
Κατά την εμφάνισή του, δηλαδή, ο Εθνικισμός ήταν μια προοδευτική ιδεολογία. Ήταν χαρακτηριστικό γέννημα του Διαφωτισμού.
Στην εξελικτική του πορεία, όμως, εμφανίστηκαν οι αδυναμίες του.
Τα αστικοδημοκρατικά καθεστώτα, που αντικατέστησαν στην εξουσία τα απολυταρχικά μοναρχικά, σταδιακά άρχισαν να καλλιεργούν την υπεροψία στα χειραφετημένα έθνη, με σκοπό να τα χρησιμοποιήσουν για την επέκταση της εκμετάλλευσης και πέρα από τα όρια του έθνους το οποίο εκμεταλλεύονταν.
Για να το πετύχουν αυτό, έπρεπε να καλλιεργήσουν την επεκτατικότητα στο έθνος που εξουσίαζαν. Έτσι, καλλιέργησαν τις ιδέες περί φυλετικής, πολιτισμικής και ηθικής ανωτερότητας του δικού τους έθνους, κάτι που τα νομιμοποιεί και τα επιφορτίζει με το ιερό καθήκον να επιβληθούν σε άλλα κατώτερα έθνη, ή περί ιστορικών δικαιωμάτων σε ευρύτερες περιοχές από αυτές που ήδη εξουσίαζαν. Προσέθεσαν δηλαδή στην έννοια του Εθνικισμού τα χαρακτηριστικά του ρατσισμού και του σοβινισμού.
Έτσι, μετέτρεψαν τον προοδευτικό Εθνικισμό σε σοβινιστικό εργαλείο.
Οι ρατσιστές πιστεύουν σε βιολογικές διαφορές μεταξύ των φυλών, βάσει των οποίων και προσδιορίζουν αυτές σε ανώτερες και κατώτερες.
Από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα ρατσισμού αποτελούν οι πεποιθήσεις του Χίτλερ, ο οποίος πίστευε ότι η Άρεια φυλή (άνθρωποι που κατάγονται από τη φυλή των Αρείων) έχει δικαίωμα να κυριαρχεί στον πλανήτη, εις βάρος όλων των άλλων. Το πολιτικό κίνημα που στηρίχθηκε σ’ αυτές τις εθνορατσιστικές ιδεολογίες, με σκοπό να επιτύχει τους στόχους του επιβάλλοντας ολοκληρωτικό καθεστώς, ονομάζεται Φασισμός.
Όταν μιλάμε για φασισμό, το μυαλό μας πηγαίνει κυρίως στην Ιταλία και τη Γερμανία των δεκαετιών του ’30 – ’40. Οι τραγικές συνέπειες της επικράτησής του, οδήγησαν στον καταστροφικότερο πόλεμο όλων των εποχών και έκαναν την ανθρωπότητα να απεχθάνεται το Φασισμό.
Σ΄ αυτόν τον πόλεμο η Ελλάδα συντάχθηκε με τις αντιφασιστικές δυνάμεις.
Αυτή η επιλογή της έδωσε το δικαίωμα να αυτοπροσδιορίζεται τυπικά ως αντιφασιστικό κράτος, όπως και στους υπηκόους της να έχουν τον τίτλο του αντιφασίστα. Στην πραγματικότητα, η Ελλάδα μπήκε στον πόλεμο στο πλευρό των αντιφασιστικών δυνάμεων, επειδή της το επέβαλαν οι δημιουργοί και κηδεμόνες της, οι Αγγλογάλλοι.
Το καθεστώς της ήταν δικτατορικό (δικτατορία Μεταξά), δηλαδή ήπιας μορφής φασιστικό. Οι Ναζί καταδίωκαν τους κομμουνιστές, τους σοσιαλιστές, τους αστικοδημοκράτες, τους Εβραίους, τους Τσιγγάνους κλπ.
Αυτές τις ίδιες ομάδες πολιτών καταδίωκε και το καθεστώς των Αθηνών, μόνο που στη θέση των Εβραίων εδώ ήταν οι Μακεδόνες και οι Τσάμηδες της Ηπείρου.
Οι εξορίες, οι ξυλοδαρμοί, οι φυλακίσεις, οι δίκες, τα πρόστιμα, η απαγόρευση της γλώσσας, τα ρετσινόλαδα, οι αρπαγές περιουσιών, ο εξαναγκασμός σε μετανάστευση και η τρομοκρατία του μεταξικού καθεστώτος σε τίποτα δεν υστερούσαν από εκείνα του ναζιστικού.
Το εθνικό ιδεολόγημα της Ελλάδας μιλάει για ένα έθνος φυλετικά και πολιτιστικά ανώτερο και υποτιμητικά για τα άλλα γειτονικά έθνη. Ένα καθαρό (ομοιγενές) έθνος με λαμπρή ιστορία, ενώ αντιθέτως τα άλλα είναι «συνοθύλευμα», χωρίς ένδοξο παρελθόν και χωρίς βαθιές ρίζες στην αρχαιότητα.
Είναι κάτι ανώτερο ακόμα και από την «Αρεία Φυλή» του Χίτλερ.
Όταν αυτές τις απόψεις τις ανέπτυξε μια μερίδα Γερμανών ή Ιταλών, χαρακτηρίστηκαν εθνορατσιστικές και βασικό υπόβαθρο του φασιστικού κινήματος.
Δυστυχώς όμως, αυτές οι εθνορατσιστικές απόψεις αποτελούν τη ραχοκοκαλιά του νεοελληνικού εθνικού ιδεολογήματος.
Το ακόμα χειρότερο δε, είναι ότι αυτές τις απόψεις εκφράζονται σχεδόν από το σύνολο των πολιτών και των πολιτικών δυνάμεων. Εκφράζονται μάλιστα διαχρονικά και όχι, όπως σε άλλες χώρες, για κάποια χρονικά διαστήματα.
Ο Μουσολίνι εμφανίστηκε ως συνεχιστής της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και επιχείρησε να την αναστήσει.
Ο ελλαδικός εθνοφασισμός εμφανίζει την Ελλάδα ως συνεχιστή της Ελληνικής αποικιοκρατίας των αρχαίων χρόνων, της Μακεδονικής Αυτοκρατορίας και της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (Βυζάντιο).
Ο μεν Μουσολίνι χαρακτηρίζεται από όλους ως φασίστας, ενώ οι ομοϊδεάτες του της Ελλάδας αυτοχαρακτηρίζονται ως δημοκράτες.
Η διαφορετική αντιμετώπιση του εθνορατσισμού της Ελλάδας οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι αυτή κατά τον Παγκόσμιο Πόλεμο συντάχθηκε με τις αντιφασιστικές δυνάμεις. Ο άλλος, το ίδιο σοβαρός, λόγος είναι το γεγονός ότι τα θύματα του ελλαδικού εθνορατσισμού ήταν πληθυσμοί μη ελεγχόμενοι από τους Δυτικούς.
Οι ιταλλογερμανοί φασίστες έπληξαν πληθυσμούς και περιοχές, θίγοντας ταυτόχρονα τα συμφέροντα των Δυτικών, ενώ οι αντίστοιχοι ελλαδίτες έπληξαν πληθυσμούς και περιοχές (Νότια Ήπειρος, Νότια Μακεδονία, Δυτική Θράκη) εξυπηρετώντας ταυτόχρονα τα συμφέροντα των Δυτικών.
Έτσι, ο ελλαδικός εθνορατσισμός είχε, όχι μόνο την ανοχή των Δυτικών, αλλά και την ενθάρρυνση. Η βαρβαρότητά του βέβαια σε τίποτα δεν υστέρησε από εκείνη των άλλων ευρωπαϊκών ομοϊδεατών του.
Σήμερα το ελλαδικό εθνικό ιδεολόγημα κρατάει άθικτα όλα τα εθνορατσιστικά χαρακτηριστικά του παρελθόντος, κάτι που το καθιστά παραφωνία στην σύγχρονη Ευρώπη των λαών, της πολυπολιτισμικότητας, του αλληλοσεβασμού, της αλληλεγγύης.
Είναι το μοναδικό καθεστώς που συνεχίζει να συντηρεί το ιδεολόγημα της φυλετικής και πολιτισμικής ανωτερότητας, να αντιμετωπίζει υποτιμητικά όλα τα γειτονικά έθνη, να καταπιέζει όλες τις εθνικές, πολιτισμικές (κυρίως τις γλωσσικές), θρησκευτικές κλπ. κοινότητες και μειονότητες που υπάρχουν στην επικράτειά του.
Το μοναδικό καθεστώς που απαγορεύει τον ελεύθερο επαναπατρισμό ή απλή επίσκεψη σε πρώην πολίτες του με μοναδικό κριτήριο την εθνική του καταγωγή (μη Έλληνες το Γένος).
Η εμφάνιση της Μακεδονικής Κίνηση Βαλκανικής Ευημερίας (ΜΑΚΙΒΕ) και του «Ουράνιου Τόξου» απεκάλυψε πόσο βαθιά είναι ριζωμένος ο εθνορατσισμός στην Ελλάδα και πόσο επιφανειακή και κάλπικη είναι η δημοκρατικότητα των υπηκόων της.
Γιατί ο Εθνορατσισμός επιβιώνει στην Ελλάδα;
Είναι ολοφάνερο, ότι βασική αιτία της επιβίωσής του είναι το γεγονός ότι έχει υιοθετηθεί από το σύνολο σχεδόν του πολιτικού φάσματος, σε αντίθεση με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπου αποτελεί ιδεολογικό χαρακτηριστικό μόνο των περιθωριακών ακροδεξιών παρατάξεων. Εκεί, ακόμα και τα συντηρητικά κόμματα καταπολεμούν την εμφάνιση τέτοιων ιδεολογημάτων.
Στην Ελλάδα τα κόμματα εξουσίας έχουν εισάγει την καλλιέργεια του εθνορατσισμού στην εκπαίδευση, τη δημόσια διοίκηση, το στρατό, τα μέσα ενημέρωσης κλπ. ως επίσημη ιδεολογία.
Το ΚΚΕ καταδικάζει μεν φραστικά την εθνοφασιστική ιδεολογία της άρχουσας τάξης, αλλά δεν κάνει κάτι ουσιαστικά για να τη γκρεμίσει.
Για να τη γκρεμίσει, θα πρέπει πρώτα και κύρια να γκρεμίσει τον μύθο της ελληνικής εθνικής καταγωγής και το ψέμα των «απελευθερωτικών πολέμων» που, όπως έλεγε παλιά, στην πραγματικότητα ήταν καθαρά κατακτητικοί. Αντί να πάρει σωστή θέση στο Μακεδονικό Ζήτημα και να αγωνιστεί για τα δικαιώματα «των καταπιεσμένων εθνοτήτων … και δη των Μακεδόνων», απαρνιέται τις ιστορικές του θέσεις και ευθύνες και συντάσσεται με «την αντιδραστική άρχουσα τάξη», που μάχεται να αφανίσει το Μακεδονικό έθνος.
Εσφαλμένα μερικοί αποδίδουν αυτή τη στάση του ΚΚΕ σε μια μικρή μερίδα στελεχών του, όπως τη Λιάνα Κανέλη. Η αλήθεια είναι ότι η πλειοψηφία των μελών και φίλων του ΚΚΕ έχει υιοθετήσει ή ανέχεται αυτήν την εθνορατσιστική ιδεολογία.
Ο άλλος βασικός τροφοδότης του εθνορατσισμού, ασφαλώς είναι η Ελλαδική Εκκλησία. Καταπατώντας κάθε αρχή της χριστιανικής διδασκαλίας έχει αντικαταστήσει το δόγμα «αγαπάτε αλλήλους» και «αγαπάτε ακόμα και τον εχθρό σας» με το δόγμα της μισαλλοδοξίας.
Γιατί δεν αντιδρούνε οι πολίτες;
Για τον ίδιο λόγο που δεν αντιδρούσαν οι πολίτες της Ιταλίας και της Γερμανίας. Κοίταζαν παγερά αδιάφοροι τις διώξεις κατά των μειοψηφιών, μέχρι που φούντωσε ο Φασισμός και πλέον ήταν αργά να τον τιθασεύσουν.
Εξ άλλου οι διωκόμενες ομάδες στην Ελλάδα είναι σαφώς λιγότερες.
Με την συκοφαντία και τη λασπολογία εναντίον τους, έχουν καταφέρει να τις παρουσιάζουν –κατά τα πρότυπα του Χίτλερ- ως προέκταση «του εξωτερικού εχθρού». Έτσι ο πολύς κόσμος, συμπεριφερόμενος ως όχλος, επικροτεί ή ανέχεται με την απάθειά του τον εθνορατσισμό.
Μόνο όταν γίνουν οι ίδιοι θύματα, θα αντιδράσουν, όπως αντιδρούν για τον ξεριζωμό των ελληνοκυπρίων από τις εστίες τους και την αρπαγή των περιουσιών τους.
Όταν τα κάνουν οι ίδιοι τους σε άλλους, είναι θεάρεστη πράξη και εθνικό καθήκον.
Άλλη μια βασική συνέπεια του εθνορατσισμού που καταδυναστεύει την Ελλάδα, είναι το γεγονός ότι οι υπήκοοί της, όχι μόνο δεν αφομοίωσαν τον ευρωπαϊκό Διαφωτισμό, αλλά επιπλέον, διαστρέβλωσαν και αμαύρωσαν το αρχαίο Ελληνικό πνεύμα.
Ο «ελληνισμός» και η «ορθοδοξία» πέρασαν από τον τόπο μας ως εθνορατσισμός και εθνοφασισμός.
Τετάρτη 24 Μαρτίου 2010
Το Τεχνητό Κατασκεύασμα των Αθηνών 3ο μέρος
Αρχίστε από το 1ο μέρος
Η Μικρασιατική Εκστρατεία
Ο έλεγχος των στενών των Δαρδανελίων και του Βοσπόρου ήταν πολύ μεγάλης στρατηγικής σημασίας για τις δυνάμεις της Αντάντ κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Όποιος τα κατέχει, ελέγχει το πέρασμα δια ξηράς από Ευρώπη προς Ασία και δια θαλάσσης από Μαύρη Θάλασσα προς τη Μεσόγειο.
Δεν είναι καθόλου τυχαίο που για την επίτευξη αυτού του στόχου οι Αγγλογάλλοι έκαναν την πιο αιματηρή πολεμική επιχείρηση του ανατολικού μετώπου.
Στις συγκρούσεις κατά την απόβαση της Καλλίπολης και μετά (1915) είχαν περί τις 214.000 νεκρούς και οι Οθωμανοί περί τις 110.000. Όπως ήταν φυσικό, μετά την λήξη του πολέμου δεν θα ήθελαν να χάσουν αυτό τον έλεγχο. Αυτός ήταν ο λόγος που τους οδήγησε να παραχωρήσουν την Ανατολική Θράκη (πλην Κωνσταντινούπολης) στο πιστό προτεκτοράτο τους στη περιοχή, την Ελλάδα.
Σ’ αυτό συνηγορούσε και το γεγονός ότι περίπου το 30% των κατοίκων της περιοχής ήταν ελληνορθόδοξοι. Η διεθνής κοινότητα πιο εύκολα θα δέχονταν αυτή τη λύση. Τα ρομαντικά φιλελληνικά αισθήματα της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης εκείνης της εποχής –και σίγουρα όχι τα της σημερινής- επίσης βοηθούσαν σ’ αυτή την κατεύθυνση
Έτσι κάλεσαν τον Βενιζέλο να εγκαταστήσει στρατιωτικές δυνάμεις στην περιοχή.
Ο άλλος στόχος ήταν ο έλεγχος της σιδηροδρομικής γραμμής που συνέδεε την Κωνσταντινούπολη με την Βαγδάτη, δηλαδή τα πετρέλαια της Εγγύς Ανατολής.
Η επίτευξη αυτού του στόχου δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί με ένα κράτος μικρών δυνατοτήτων, όπως ήταν η Ελλάδα. Μπορούσε, όμως, να χρησιμοποιηθεί αυτή ως μοχλός πίεσης.
Στις 30 Οκτωβρίου 1918 η ηττημένη Οθωμανική Αυτοκρατορία αναγκάζεται να υπογράψει ανακωχή στο Μούδρο της Λήμνου.
Οι όροι ήταν ταπεινωτικοί και καταργούσαν κάθε ίχνος εθνικής ανεξαρτησίας του τουρκικού λαού.
Μεταξύ των όρων ήταν:
- Ο έλεγχος των Στενών του Βοσπόρου περνούσε στον αρμοδιότητα των συμμάχων της Αντάντ, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα,
- αποστρατεύονταν ο οθωμανικός στρατός και ο Σουλτάνος διατηρούσε το δικαίωμα να διατηρεί δυνάμεις μόνο για τη διατήρηση της εσωτερικής τάξης,
- ο στόλος και όλο το στρατιωτικό υλικό παραδίδονταν στους συμμάχους,
- οι οθωμανικές επαρχίες της Μεσοποταμίας (Ιρακ), Συρίας, Κιλικίας, Υεμένης , Χετζάζης, Αρμενίας γίνονταν ανεξάρτητα κράτη υπό την κηδεμονία των συμμάχων της Αντάντ, κλπ.
Διασωζόταν το καθεστώς του Σουλτάνου, αλλά μετατρέπονταν σε τοποτηρητή των συμφερόντων των Δυτικών.
Οι όροι, όμως, δεν γίνονται δεκτοί από τον ίδιο τον τουρκικό λαό, ο οποίος αρχίζει να αντιδρά με επικεφαλής αξιωματικούς του στρατού που αρνούνται να παραδώσουν τον οπλισμό των μονάδων τους και δεν πειθαρχούν στις εντολές του Σουλτάνου. Στις κεντροανατολικές επαρχίες της Μικράς Ασίας αρχίζει να δημιουργείται αντιστασιακό κίνημα, το οποίο είναι πονοκέφαλος για τους Δυτικούς. Ο Σουλτάνος στέλνει δυνάμεις για να το αντιμετωπίσει, χωρίς όμως αποτέλεσμα.
Οι Δυτικοί σύμμαχοι φοβούνται την ανάπτυξη ισχυρού τουρκικού αντιαποικιακού κινήματος και προσπαθούν να προλάβουν την ανάπτυξή του.
Έτσι στις 6 Μαϊου 1919 το Ανώτατο Συμμαχικό Συμβούλιο αποφασίζει την αποστολή στην περιοχή της Σμύρνης ελλαδικού εκστρατευτικού σώματος.
Το σώμα ξεκίνησε βεβιασμένα από τη Μακεδονία χωρίς τις απαραίτητες προετοιμασίες, καθώς οι σύμμαχοι είχαν εξασφαλίσει την υποχώρηση των δυνάμεων του Σουλτάνου. Έτσι στις 15 Μαϊου 1919 γίνεται η αποβίβαση στη Σμύρνη.
Επίσημη δικαιολογία είναι η προστασία των χριστιανικών πληθυσμών της περιοχής. Αυτό στην Ελλάδα μεταφράζεται σε «προστασία του Ελληνισμού»
Το «Ελληνικό Γένος»
«Οι ελληνικές κοινότητες ελέγχουν, πριν το 1922, το 50% του κεφαλαίου του επενδεδυμένου στη βιομηχανία της Αυτοκρατορίας, το 60% των θέσεων εργασίας στους μεταποιητικούς κλάδους. Κυριαρχούν απόλυτα στο εισαγωγικό και το εξαγωγικό εμπόριο. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε ότι το 1914 το 46% από τούς ιδιοκτήτες τραπεζών και τραπεζίτες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν Έλληνες. Την ίδια χρονιά από τις 6.507 βιομηχανίες και βιοτεχνίες της Αυτοκρατορίας το 49% ανήκε σε Έλληνες. Το 1914 πάλι, Έλληνες ήταν το 52% των γιατρών, το 49% των φαρμακοποιών, το 52% των αρχιτεκτόνων, το 37% των μηχανικών και το 29% των δικηγόρων της Αυτοκρατορίας. Οι Ρωμιοί μαθητές αντιπροσωπεύουν σε απόλυτους αριθμούς το διπλάσιο σχεδόν των Μουσουλμάνων μαθητών σε όλη την Αυτοκρατορία. Η ελληνική γλώσσα είχε γίνει η γλώσσα των εμπόρων και της καλής κοινωνίας, σε βαθμό που σημαντικό ποσοστό Ρωμιών αγνοούσε την τουρκική.»
Κατέθεσα το παραπάνω απόσπασμα από παλιά ανάρτηση του μπλογκ «παρε-δώσε», για να έχουμε μια εικόνα του πόσο «καταπιεσμένοι» και «υπόδουλοι» ήταν οι «Έλληνες», δηλαδή οι ελληνόφωνοι Ρωμιοί της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, πριν τους Βαλκανικούς Πολέμους, τον Α’ Παγκόσμιο και τη Μικρασιατική Εκστρατεία.
Αυτό οφείλεται στα προνόμια που παραχώρησε ο Μωάμεθ ο Πορθητής μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453 στο Ρωμαϊκό Γένος (Ρουμ Μιλιέτ) του οποίου εκπρόσωπος προ του Σουλτάνου θα είναι ο Πατριάρχης και οι κατά τόπους Δεσποτάδες.
Τα προνόμια βέβαια παραχωρήθηκαν έναντι των υπηρεσιών που δεσμεύτηκε να προσφέρει η Ρωμιοσύνη (το Ρουμ Μιλιέτ) στην Οθωμανική εξουσία. Αυτές οι υπηρεσίες έγιναν το βασικό στήριγμα των Οθωμανών κατακτητών στη Μικρά Ασία και τα Βαλκάνια και γι’ αυτό μας αφορούν άμεσα.
Η βυζαντινή ελληνική γλώσσα έγινε η δεύτερη επίσημη γλώσσα της Αυτοκρατορίας, ενώ το δέλεαρ των προνομίων θα κάνει πολλούς αλλοεθνείς να ενταχθούν σ’ αυτό το Γένος.
Αυτοί οι συνεργάτες των κατακτητών που αμείφθηκαν με τα προνόμια, τα οποία τους έδωσαν τη δυνατότητα να διοικούν, να πλουτίζουν και να μορφώνονται, θα αποτελέσουν το ιδεολογικό και πολιτικό υπόβαθρο του Ρωμαϊκού Γένους, που είναι γνωστό και ως Ρωμιοσύνη.
Κυρίως μετά τη Γαλλική Επανάσταση (1789), στην Ευρώπη αναπτύσσεται ο ρομαντικός εθνικισμός, που αντιπροσωπεύει την χειραφέτηση των ευρωπαϊκών εθνών και δεν έχει τα σύγχρονα σοβινιστικά χαρακτηριστικά του εθνικισμού.
Εκεί ως γνωστό άρχισε να αναπτύσσεται και ο ρομαντικός φιλελληνισμός χάρη στην αρχαιολατρεία των αστών και των διανοουμένων.
Αυτός ο ευρωπαϊκός ρομαντικός φιλελληνισμός, λόγω γεωγραφικής θέσης και γλώσσας, θα αρχίσει να επιρρεάζει τη Ρωμιοσύνη και να τη μετατρέπει σταδιακά σε Ελληνισμό.
Κατά την περίοδο της Μικρασιατικής Εκστρατείας τα δύο μη εθνικά ιδεολογήματα είναι πλέον ταυτόσημα και από πολιτικοπολιτισμικά έχουν ήδη μετατραπεί σε εθνικά με χαρακτηριστικά καταγωγής (γένους).
Είναι δηλαδή ήδη έτοιμα προς πολιτική εκμετάλλευση από τις πολιτικές εξουσίες. Είναι διαχρονικός ο κανόνας που εφαρμόζουν οι πολιτικές εξουσίες με τη διάβρωση, τη χειραγώγηση και την χρησιμοποίηση των ιδεολογικοπολιτικών ρευμάτων προς εξυπηρέτηση πολιτικών επιδιώξεων.
Η Μεγάλη Ιδέα που έχει ήδη καλλιεργηθεί στην Ελλάδα είναι ένα πρώτης τάξης ιδεολόγημα που μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην παρούσα περίπτωση.
Η Μεγάλη Ιδέα ταυτίζεται απόλυτα με τις επιδιώξεις των Δυτικών αποικιοκρατικών καθεστώτων.
Σύμφωνα με την επίσημη οθωμανική στατιστική του 1910, οι Ρωμαιορθόδοξοι αποτελούν το 16,4% των κατοίκων της Μικράς Ασίας, ενώ σύμφωνα με την απογραφή του Πατριαρχείου του 1912 αποτελούν το 18,4%.
Οι σκοποί και οι συνέπειες της εκστρατείας
Η εγκατάσταση ελλαδικών στρατευμάτων στη Μ. Ασία εξοργίζει ακόμη περισσότερο τον τουρκικό λαό και τον ωθεί στις τάξεις του εθνικοαπελευθερωτικού πλέον κινήματος των Νεοτούρκων.
Ένα μήνα μετά, αντάρτικα σώματα ανακαταλαμβάνουν προσωρινά την Προύσα και το Αϊδίνιο, κάτι που κάνει τους Δυτικούς να συνειδητοποιήσουν ότι το κίνημα συνεχώς δυναμώνει και απειλεί να τους ανατρέψει τα σχέδια.
Η Ελλάδα προκειμένου να δείξει ότι είναι αξιόπιστος χωροφύλακας στην περιοχή, αναγκάζεται να στείλει και άλλα στρατεύματα.
Στις 25 Ιουλίου 1919 συγκαλείται στο Ερζερούμ το πρώτο εθνικό συνέδριο των Τούρκων. Με διακήρυξή του ζητάει μεταξύ άλλων την απομάκρυνση των δυνάμεων κατοχής από όλη τα εδάφη της Μικράς Ασίας.
Τέτοιες δυνάμεις φυσικά είναι πρώτα και κύρια οι ελλαδικές. Ακόμα και οι ίδιες τους αυτοαποκαλούνται έτσι. Ο διοικητής του ελλαδικού εκστρατευτικού σώματος υπογράφει όλες της αποφάσεις του ως «Διοικητής των Δυνάμεων Κατοχής».
Ο Σουλτάνος αναγκάζεται να προκηρύξει εκλογές οι οποίες γίνονται το Δεκέμβριο του 1919 και στις οποίες επικρατούν πανηγυρικά οι Νεότουρκοι.
Αυτό έδειξε στους Δυτικούς τη μεγάλη επιρροή των Νεοτούρκων, οι οποίοι αρνούνται να δεχθούν τους όρους της Ανακωχής του Μούδρου.
Οι Δυτικοί προκειμένου να επιβάλουν την πολιτική τους, ανατρέπουν πραξικοπηματικά τη νέα κυβέρνηση το Μάρτιο του 1920 και διαλύουν το νόμιμα εκλεγμένο κοινοβούλιο.
Πολλοί εκλεγμένοι βουλευτές συνελήφθησαν και εξορίστηκαν στη Μάλτα.
Όσοι διέφυγαν σχημάτισαν κυβέρνηση στην Άγκυρα με επικεφαλής τον
Κεμάλ Ατατούρκ.
Η υπογραφή της οριστικής Συνθήκης με την ηττημένη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου καθυστερεί λόγω των ανταγωνισμών των νικητριών δυνάμεων. Μόνο όταν υπογράφεται μεταξύ Αγγλίας και Γαλλίας η Συμφωνία του Σαν Ρέμο (Απρίλιος 1920) για το μοίρασμα των πετρελαίων της πρώην οθωμανικής επικράτειας, ανοίγει ο δρόμος για την υπογραφή της τελικής Συνθήκης με το Σουλτάνο.
Οι σύμμαχοι που μέχρι τότε δεν επέτρεπαν στο ελλαδικό εκστρατευτικό σώμα να επεκταθεί και να χτυπήσει το αντάρτικο κίνημα, αρχίζουν να πιέζονται έντονα από αυτό τον Μάϊο του 1920 στον Βόσπορο και την Κιλικία.
Έτσι, προκειμένου να ανακουφιστούν από αυτές τις επιθέσεις, δίνουν εντολή στις ελλαδικές δυνάμεις να επιτεθούν (Ιούνιος 1920) κατά των επαναστατών.
Τον Αύγουστο του 1920 υπογράφεται τελικά μεταξύ συμμάχων και Σουλτάνου η Συνθήκη των Σεβρών με την οποία ουσιαστικά επικυρώνονται οι όροι της ανακωχής του Μούδρου και η δημιουργία της Μεγάλης Ελλάδας των Πέντε Θαλασσών και των δύο Ηπείρων.
Τη Συνθήκη όμως αυτή δεν την αναγνωρίζει η κυβέρνηση της Άγκυρας.
Το επόμενο διάστημα οι συνθήκες αρχίζουν να μεταβάλλονται ραγδαία.
Στις 4 Οκτωβρίου 1920 επισκέπτεται την Άγκυρα Σοβιετική αντιπροσωπεία και αρχίζει συνομιλίες που καταλήγουν στη σύναψη Συνθήκης Φιλίας στις 21 Μαρτίου 1921.
Αυτό ανησυχεί τους Δυτικούς, οι οποίοι φοβούνται μήπως με την εχθρική τους στάση ρίξουν το νεοτουρκικό κίνημα στην αγκαλιά των Σοβιετικών και αρχίζουν τις επαφές προκειμένου να πετύχουν συμβιβασμό μαζί του. Εκ των πραγμάτων είναι αναγκασμένοι σε παραχωρήσεις προς αυτό, κυρίως σε θέματα εθνικής κυριαρχίας, κάτι που έχει άμεση σχέση με το ελλαδικό εκστρατευτικό σώμα.
Η Ελλάδα αντιλαμβάνεται την αλλαγή των διπλωματικών δεδομένων και ότι ο καιρός κυλάει εις βάρος της.
Προκειμένου να εξαναγκάσει τους Τούρκους σε συμβιβασμό μαζί της, επιχειρεί απεγνωσμένη επίθεση προς την Άγκυρα. Ηττάται όμως στον Σαγγάριο και αναγκάζεται να οπισθοχωρήσει προς το Εσκι Σεχίρ (Αύγουστος – Σεπτέμβριος 1921)
Στις 20 Οκτωβρίου 1921 υπογράφεται Γαλλοτουρκική συμφωνία, βάσει της οποίας οι Γάλλοι εκκενώνουν την Κιλικία και παραδίνουν οπλισμό στους Τούρκους.
Όταν στις 21 Οκτωβρίου 1921 ο πρωθυπουργός Δ. Γούναρης επισκέπτεται το Παρίσι, οι Γάλλοι του ζητούν να αποχωρήσει από τη Μικρά Ασία και τμήμα της Ανατολικής Θράκης.
Με απλά λόγια οι Γάλλοι πέτυχαν το σκοπό τους με την αναγνώριση της κηδεμονίας τους στη Συρία και τον Λίβανο και δεν χρειάζονται πλέον την Ελλάδα.
Αθέτησαν τις υποσχέσεις τους προκειμένου αυτή να εισέλθει στον πόλεμο στο πλευρό τους. Μοναδικός πλέον σύμμαχος της Ελλάδας παραμένει μόνο η Αγγλία, η οποία ανά πάσα στιγμή μπορεί να συμπεριφερθεί όπως η Γαλλία.
Στις 22 Μαρτίου 1922 αρχίζει στο Παρίσι η διάσκεψη υπουργών Εξωτερικών Γαλλίας, Αγγλίας, Ιταλίας, η οποία προτείνει ανακωχή, την οποία απορρίπτουν οι Τούρκοι και απαιτούν την άμεση αποχώρηση των στρατευμάτων κατοχής.
Η Ελλάδα ζητάει την άδεια από τους συμμάχους να καταλάβει στρατιωτικά την ίδια την Κωνσταντινούπολη, αλλά το αίτημά της απορρίπτεται.
Είναι ολοφάνερο πλέον ότι η Ελλάδα είναι αδύνατο να κρατήσει τα εδάφη που κατέχει μέχρι το ύψος του Εσκι Σεχίρ. Οι Άγγλοι, όμως, της διαμηνύουν πως δεν πρέπει να υποχωρήσει, γιατί αυτό θα αποδυναμώσει την διαπραγματευτική θέση της Ελλάδας, επιχείρημα που φαίνεται πολύ λογικό.
Η πραγματικότητα, όμως, είναι ο έλεγχος των πετρελαίων της Εγγύς Ανατολής.
Οι πολεμικές επιχειρήσεις εκ μέρους των συμμάχων στη Μικρά Ασία γίνονται πλέον μόνο από τις ελλαδικές δυνάμεις. Ο Κεμάλ γνωρίζει ότι με μικρή έστω συμμετοχή σ’ αυτές των συμμάχων, δεν θα μπορέσει να υπερασπιστεί ούτε την πρωτεύουσά του την Άγκυρα. Άρα είναι αναγκασμένος να επιδιώξει συνδιαλλαγή με αυτές και κυρίως πρέπει να κρατήσει μεγάλο μέρος των τουρκικών δυνάμεων στη δυτική Μικρά Ασία.
Έτσι οι μικρές τουρκικές δυνάμεις στην ανατολή επιτρέπουν την εύκολη εφαρμογή του αγγλικού σχεδίου για τις πετρελαιοφόρες περιοχές.
Ήδη είχαν καταλάβει τη Μεσοποταμία και οργάνωναν το υπό την πλήρη κηδεμονία τους νέο Ιρακινό κράτος.
Στις αρχές Αυγούστου 1922 οι Άγγλοι ζητούν από την Ελλάδα να ξεπληρώσει τα χρέη της.(?)
Στις 26 Αυγούστου 1922 οι τουρκικές δυνάμεις με αιφνιδιαστική αντεπίθεση σπάνε το ελλαδικό μέτωπο και αναγκάζουν σε άτακτη φυγή τον ελλαδικό στρατό.
Σε δύο εβδομάδες φτάνουν στη Σμύρνη με τα γνωστά επακόλουθα.
Όλο αυτό το διάστημα οι τελευταίοι εναπομείναντες σύμμαχοι της Ελλάδας, οι Άγγλοι, δεν βοηθούν, δημιουργώντας έστω κάποια όξυνση με τους Κεμαλικούς στην περιοχή του Βοσπόρου, ώστε αυτοί να μην επιδοθούν ανενόχλητοι στην καταδίωξη του ελλαδικού στρατού.
Το ίδιο διάστημα χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία ο υπό την αγγλική καθοδήγηση Ιρακινός στρατός καταλαμβάνει τις πετρελαιοφόρες περιοχές της Μοσούλης, όπου πλειοψηφούν οι Κούρδοι. Στις 10 Οκτωβρίου θα υπογραφεί και η Αγγλοϊρακινή συμφωνία με την οποία θα εξασφαλιστεί η εκμετάλλευση των περτελαίων του νέου κράτους από τους Δυτικούς.
Μετά την κατάρρευση του μικρασιατικού μετώπου, οι σύμμαχοι κάνουν επαφές για τη σύναψη ανακωχής με τις Κεμαλικές δυνάμεις στα Μουδανιά. Καθορίζουν τους όρους, ως πραγματικοί κηδεμόνες της Ελλάδας, πριν φτάσει η ελλαδική αντιπροσωπεία.
Έτσι η αντιπροσωπεία αρνείται να υπογράψει την ανακωχή (3 Οκτ.1922), υποστηρίζοντας ότι δεν έχει τέτοια εξουσιοδότηση από την κυβέρνηση, η οποία όμως στις 14 Οκτωβρίου 1922 στέλνει τηλεγράφημα, με το οποίο δηλώνει ότι αποδέχεται τους όρους.
Μέσα σε 15 ημέρες ο ελλαδικός στρατός υποχρεώνεται να εγκαταλείψει, όχι μόνο τη Μικρά Ασία, αλλά και την Ανατολική Θράκη και μάλιστα μαζί με τους ρωμαιορθόδοξους πληθυσμούς.Η Μικρασιατική Εκστρατεία ήταν μια πολιτική κίνηση των συμμάχων, που πάτησε στον μεγαλοϊδεατισμό που είχε καλλιεργηθεί στην Ελλάδα.
Όπως το έθεσε ο τότε υπουργός πολέμου της Αγγλίας, Ουίνστον Τσώρτσιλ στα απομνημονεύματά του, η Μικρασιατική Εκστρατεία ήταν «ένας πόλεμος που έπρεπε να διεξαχθεί μέσω εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου», οι πόλεμοι δε «που διεξάγονται κατ’ αυτόν τον τρόπον από τα μεγάλα έθνη, είναι συχνά πολύ επικίνδυνοι για τους αντιπροσώπους».
Ήταν φύσει αδύνατον "o αντιπρόσωπος", δηλαδή η Ελλάδα, να αστυνομεύσει για λογαριασμό των Δυτικών περιοχές τόσο μεγάλης στρατηγικής σημασίας, όπου οι τουρκικοί πληθυσμοί ήταν υπερδιπλάσιοι από τους ελληνοχριστιανικούς. Χρησιμοποιήθηκε, όμως, η Μεγάλη Ιδέα αυτής της μικρής χώρας για εκβιαστεί το Νεοτουρκικό καθεστώς να συνθηκολογήσει με τους Δυτικούς.
Αυτό που απασχολούσε τους Δυτικούς ήταν η δημιουργία κρατών προτεκτοράτων στην περιοχή, που θα εμποδίζουν την κάθοδο των αντιπάλων τους στα νότια Βαλκάνια και τη Μικρά Ασία μέχρι το νότιο Καύκασο. Αυτά τα κράτη είναι η Ελλάδα και η Τουρκία.
Με κριτήριο τα συμφέροντά τους, οι Δυτικοί «σύμμαχοι» θα καθοριστούν και τους όρους της Συνθήκης της Λοζάνης (24 Ιουλίου 1923).
Θα αφαιρέσουν τη Δυτική Θράκη από τη Βουλγαρία, την οποία θα παραχωρήσουν στην Ελλάδα και θα επιστρέψουν την Ανατολική Θράκη στην Τουρκία.
Η ανταλλαγή πληθυσμών
Επειδή θέλουν την Ελλάδα και την Τουρκία σταθερά και ισχυρά κράτη, ικανά να εμποδίζουν «τον από βορά κίνδυνο», πρέπει να τα καταστήσουν εθνικά ομοιογενή.
Έτσι στα πλαίσια των συνομιλιών της Λοζάνης, που άρχισαν το Νοέμβριο του 1922, προωθούν την πολιτική της «υποχρεωτικής ανταλλαγής πληθυσμών».
Την υποχρεωτική ανταλλαγή την επιβάλλουν με τη Συμφωνία Ελλάδας Τουρκίας στις 30 Ιανουαρίου 1923, γιατί η «προαιρετική» που συμφωνήθηκε με τη Συνθήκη του Νεϊγύ (27 Νοεμβρίου 1919) και αφορούσε την ανταλλαγή πληθυσμών με τη Βουλγαρία, δεν είχε απολύτως κανένα αποτέλεσμα.
Την υποχρεωτική ανταλλαγή υποστηρίζουν και οι Η.Π.Α., οι οποίες αν και δεν συμμετείχαν άμεσα στον πόλεμο, παρεμβαίνουν στο ζήτημα των όρων της Συνθήκης της Λοζάνης, επικαλούμενες την προάσπιση των δικών τους συμφερόντων στην περιοχή.
Η ανταλλαγή πληθυσμών προωθήθηκε, βέβαια, με πρόσχημα τα συμφέροντα και την προστασία των εθνικών μειονοτήτων. Αυτό, όμως, είναι μια τεραστίων διαστάσεων υποκρισία.
Όπως είδαμε σε προηγούμενο σημείο του άρθρου, οι ελληνορθόδοξοι πληθυσμοί της Μικράς Ασίας και Α. Θράκης, όχι μόνο δεν διώκονταν, αλλά και είχαν προνομιακή θέση. Η ίδια η Μεγάλη Εθνοσυνέλευση των Νεοτούρκων είχε διακηρύξει επανειλημμένα, ότι θα συνεχίσουν να είναι σεβαστά τα δικαιώματα των μειονοτήτων. Αλλά ακόμα και αν υπήρχε δυσπιστία ως προς την ειλικρίνειά της, ήταν πανεύκολο η προστασία τους να ανατεθεί στις Μεγάλες Δυνάμεις.
Έτσι οι ελληνορθόδοξοι θα αναγκαστούν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους για την εξυπηρέτηση άλλων σκοπών, άσχετων προς τα δικαιώματά τους και τα συμφέροντά τους.
Η Μικρά Ασία και η Αν. Θράκη θα «απελευθερωθούν» από αυτούς, προκειμένου να δημιουργηθούν τα δύο ισχυρά προτεκτοράτα των Δυτικών.
Το καθεστώς των Αθηνών θα χρησιμοποιήσει αυτούς τους πληθυσμούς κυρίως για τον εποικισμό της Μακεδονίας, όπου η πλειοψηφία του πληθυσμού κάθε άλλο παρά ελληνικός είναι. Θα αποτελέσουν την πρώτη γραμμή στο μέτωπο του «από βορά κινδύνου».
Εμπνευστής της πολιτικής της ανταλλαγής πληθυσμών είναι ο Ελ. Βενιζέλος.
Ξέρει ότι η Ελλάδα, λόγω σύνθεσης πληθυσμού, δύσκολα θα κρατήσει μελοντικά το τμήμα της Μακεδονίας που «κατέκτησε» με τους Βαλκανικούς Πολέμους.
Στα τέλη του 1914, οπότε έχει αρχίσει ο Α’ Παγκόσμιος, υποστηρίζει την συμμετοχή της Ελλάδας σε αυτόν στο πλευρό της Αντάντ και αποκαλύπτει τις προθέσεις του στον άλλο (λόγω αντιβουλγαρισμού) σύμμαχο, πρωθυπουργό της Ρουμανίας Τάκε Ιονέσκο. Σε μήνυμά του, που περιέχεται σε τηλεγράφημά του προς τον πρέσβη της Ελλάδας στο Βουκουρέστη, γράφει:
«Δεν αντιτιθέμεθα δια τούτο κατά ενδεχόμενης αυξήσεως της Βουλγαρίας είτε εν Θράκη εις βάρος της Τουρκίας είτε εν Μακεδονία διά παραχωρήσεων εκ μέρους της Σερβίας. […] Ο εθνικός όγκος των εν τω κόσμω Βουλγάρων είναι μικρότερος των 5.000.000 ψυχών. Ο ελληνικός εθνικός όγκος είναι μεγαλύτερος κατά 70%. Δια τον μείζονα τούτον εθνικόν όγκον, όστις μοιραίως είναι προορισμένος να συγκεντρωθή εντός των ορίων του ελευθέρου Βασιλείου, αξιούμεν έδαφος το οποίον να μην είναι μικρότερον του βουλγαρικού».
Ο Βενιζέλος αποκαλύπτει εδώ την πρόθεσή του να μεταφέρει ελληνορθόδοξους πληθυσμούς, αλλά και το «έδαφος» στο οποίο προτίθεται να τους εγκαταστήσει. Το γεγονός ότι κατά το Β’ Βαλκανικό Πόλεμο κάνει και εθνοκάθαρση στη Μακεδονία, επιβεβαιώνει αυτές τις προθέσεις. Τα θύματα αυτής της πολιτικής του θα αναγκαστούν να μεταναστεύσουν είτε στη Βουλγαρία είτε στην Τουρκία.
Έχοντας ακόμα στη μνήμη τους νοπές τις εικόνες των σφαγιασθέντων συγγενών τους και των καμένων χωριών τους, θα είναι οι πρώτοι που κάνουν το ίδιο στους εκεί ελληνορθόδοξους, που θα αποτελέσουν και το πρώτο κύμα «προσφύγων».
Η ελλαδική κυβέρνηση δεν μπορεί να αδυνατούσε να προβλέψει, ότι οι δικές της θηριωδίες στη Μακεδονία το 1913, θα προκαλέσουν αντίποινα εις βάρος των ομογενών τους. Το ίδιο ισχύει και για τις καταστροφές και τις σφαγές αμάχων του ελλαδικού εκστρατευτικού σώματος στη Μικρά Ασία.
Αυτή η συνειδητή πολιτική αποσκοπούσε στο ξερίζωμα του «Ελληνισμού» από τις εστίες του και την χρησιμοποίησή του για το εποικισμό των Νέων Χωρών.
Με αυτό τον τρόπο και αυτές τις απάνθρωπες πολιτικές εξυπηρετήθηκε ο σκοπός της κατασκευής της Μεγάλης και Ισχυρής Ελλάδας και του ένδοξου Ελληνικού Έθνους. Αυτό εξυπηρετούσε θαυμάσια τα συμφέροντα των Δυτικών στην περιοχή και γι’αυτό έγινε με την άμεση στήριξη και καθοδήγησή τους.
Αν οι υπήκοοι αυτού του κράτους γνώριζαν την πραγματική του ιστορία, δεν θα ήταν τόσο περήφανοι γι’ αυτήν, τόσο υπερόπτες, τόσο σοβινιστές, τόσο ρατσιστές… Θα ήταν δημοκρατικοί πολίτες.
Εμείς οι Μακεδόνες που ήμαστε θύματα αυτής της διαδικασίας κατασκευής του νεοελληνικού έθνους και κράτους, έχουμε έναν λόγο παραπάνω να επιδιώκουμε την αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας.
Στην εξυπηρέτηση αυτού του σκοπού αποσκοπεί η κατάθεση αυτού του άρθρου.
Υ.Γ. Χρησιμοποιώ τον όρο ελλαδικός αντί του ελληνικός, γιατί για παράδειγμα ο ελλαδικός στρατός δεν αποτελούνταν μόνο από Έλληνες, αλλά και από Μακεδόνες, Βλάχους, Αρβανίτες κλπ. Για τον ίδιο ακριβώς λόγο που τον ιταλικό κράτος ή το στρατό δεν τον λέμε λατινικό, αν και είναι λατινικός.
Παρασκευή 12 Μαρτίου 2010
Το Τεχνητό Κατασκεύασμα των Αθηνών - 2o μέρος
Στο πρώτο σχετικό άρθρο είδαμε τα ιστορικά γεγονότα που οδήγησαν στην κατασκευή του νεοελληνικού κράτους και έθνους. Κατά τις πρώτες δεκαετίες του βίου του, το κράτος ήταν ακόμα αδύνατο και η μεγάλη ιδέα περί καταγωγής σε νηπιακή κατάσταση. Οι υπήκοοι κάθε άλλο παρά ήταν ικανοποιημένοι από τις συνθήκες της ζωής τους, οι οποίες ελάχιστα διέφεραν από εκείνες της πριν την «απελευθέρωση» περιόδου.Δημιουργήθηκε μια νέα άρχουσα τάξη, η οποία δεν διέφερε από τους μπέηδες και μεγαλοτσιφλικάδες της τουρκοκρατίας.
Τα τσιφλίκια αγοράστηκαν από ευρωπαίους και ομογενείς του εξωτερικού (κυρίως Φαναριώτες), των οποίων η συμπεριφορά απέναντι στους κολίγους ήταν χειρότερη από εκείνη των Οθωμανών.
Δεν είναι τυχαίο, που η σημαντικότερη αγροτική εξέγερση έγινε το Μάρτιο του 1910 στη Θεσσαλία, η γνωστή ως εξέγερση του Κιλελέρ.
Εκείνη η εξέγερση οδήγησε στο πρώτο δειλό βήμα για τη λύση του προβλήματος, που έγινε το 1911 από τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Πάρθηκαν ορισμένα νομοθετικά μέτρα υπέρ των κολίγων, αλλά απαλλοτριώσεις δεν έγιναν, καθώς η κυβέρνηση δεν ήθελε να χάσει τους ξένους επενδυτές και την εισροή νέων κεφαλαίων στην Ελλάδα και κωλυσιεργούσε προφασιζόμενη διάφορους λόγους, μεταξύ των οποίων ήταν και οι πόλεμοι που ακολούθησαν. Μόνο μετά το 1923, όταν προέκυψε το πρόβλημα της αποκατάστασης των προσφύγων, άρχισαν μαζικές απαλλοτριώσεις τσιφλικιών και μοίρασμα γης στους αγρότες.
Από εθνικοϊδεολογική άποψη συνυπήρχε η έννοια του Ρωμιού, του Γραικού και του Έλληνα. Οι υπήκοοι αρκούνταν στην ιδέα της ανεξάρτητης Ελλάδας. Σταδιακά όμως εμπεδώθηκε η πεποίθηση της ένδοξης καταγωγής και η ιδέα της ανεξάρτητης Ελλάδας αντικαταστάθηκε από εκείνη της Μεγάλης Ελλάδας. Αυτή την ιδέα την καλλιέργησε συστηματικά το πολιτικοστρατιωτικό κατεστημένο των Αθηνών. Η προσάρτηση της Θεσσαλίας και της Άρτας το 1881 έδωσε νέες ευκαιρίες εύκολου πλουτισμού, πρόσθεσε νέους κολίγους προς εκμετάλλευση και το ενίσχυσε αποφασιστικά. Κάθε νέα επέκταση θα αύξανε τη δύναμή του και τις ευκαιρίες πλουτισμού.
Το μάθημα
Εκείνο το δώρο των μεγάλων Δυτικών αποικιοκρατικών δυνάμεων έκανε το κατεστημένο των Αθηνών να συνειδητοποιήσει ότι η επίτευξη των μεγαλοϊδεατικών τυχοδιωκτικών του στόχων μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνο με την μετατροπή της Ελλάδας σε πιστό χωροφύλακα των «Προστάτιδων Δυνάμεων» στην περιοχή. Αλλά και οι προστάτες φρόντιζαν να εμπεδώσουν αυτόν τον κανόνα στο νεοκατασκευασθέν κράτος και έθνος.
Κλασική ευκαιρία για ένα τέτοιο μάθημα δόθηκε με την περίπτωση της αναζωπύρωσης του Κρητικού Ζητήματος.
Βάσει της Συνθήκης του Βερολίνου (Ιούλιος 1878) η Οθωμανική Αυτοκρατορία αποδέχθηκε την ανάμειξη των Μεγάλων Δυνάμεων στο Κρητικό Ζήτημα και δεσμεύτηκε να προχωρήσει σε αυτοδιοικητικές παραχωρήσεις προς τους Κρητικούς. Δεν τήρησε όμως τις δεσμεύσεις της, κάτι που οδήγησε τους Κρητικούς σε συνεχείς εξεγέρσεις.
Η πιο σημαντική είναι αυτή του Ιανουαρίου 1897, στην οποία ηγείται ο Ελ. Βενιζέλος και αποσκοπεί στην ένωση με την Ελλάδα.
Οι Μεγάλες Δυνάμεις, τα πλοία των οποίων ήταν αγκυροβολημένα στα Κρητικά παράλια, όχι μόνο δεν βοηθούν, αλλά και βομβαρδίζουν τους επαναστάτες.
Η Ελλάδα στέλνει μοίρα πολεμικών πλοίων και κάνει απόβαση στο νησί.
Οι Μεγάλες Δυνάμεις, όμως, αντιτίθενται στην ένωση και στέλνουν τελεσίγραφο στις ελλαδικές δυνάμεις να τις αναγκάζουν να αποχωρήσουν.
Στην περίπτωση της Θεσσαλίας, αν και δεν υπάρχει επαναστατικό κίνημα που να επιδιώκει την ένωση με την Ελλάδα, αλλά και η ίδια η Ελλάδα δεν κάνει κάποια προσπάθεια για την προσάρτησή της, οι Αγγλογάλλοι με τη Συνθήκη του Βερολίνου ανάγκασαν τους Οθωμανούς να την παραχωρήσουν στην Ελλάδα.
Η διαφορά ανάμεσα στις δύο περιπτώσεις είναι η εξυπηρέτηση των συμφερόντων των Δυτικών.
Είναι ολοφάνερο πλέον ότι η κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας είναι θέμα χρόνου. Η τσαρική Ρωσία το 1877 για δεύτερη φορά έφτασε μέχρι τα περίχωρα της Κωνσταντινούπολης και μέχρι τον Πόντο στην περιοχή του Καυκάσου.
Οι Δυτικοί με την παρέμβασή τους και την παραχώρηση της Θεσσαλίας στο προτεκτοράτο τους την Ελλάδα, εξυπηρέτησαν τα δικά τους συμφέροντα, μεταφέροντας την γραμμή επιρροής τους βορειότερα για να περιορίσουν την αντίστοιχη επιρροή της Ρωσίας.
Με την απειλή πολέμου και τη Συνθήκη του Βερολίνου αναγκάζουν το τότε προτεκτοράτο της Ρωσίας, τη Βουλγαρία, να αποσυρθεί από τα εδάφη της Μακεδονίας και τη Δυτικής Θράκης, τα οποία της είχαν παραχωρηθεί ένα χρόνο νωρίτερα βάσει της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου
.Οι Δυτικοί πλέον στηρίζουν την Οθωμανική Αυτοκρατορία ως ανάχωμα της Ρωσίας που από βορά απειλεί τα συμφέροντα των Δυτικών στην Εγγύς και Μέση Ανατολή. Έτσι, για να έχουν τη συμμαχία του Σουλτάνου υπερασπίζονται την Αυτοκρατορία του. Στα πλαίσια αυτής της πολιτικής εμποδίζουν την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα. Η εισβολή ελλαδικών στρατευμάτων στην Κρήτη απετέλεσε αφορμή για την κήρυξη πολέμου μεταξύ Ελλάδας και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (1897).
Μέσα σε ένα μήνα οι οθωμανικές δυνάμεις διέλυσαν τη γραμμή άμυνας των ελλαδικών δυνάμεων στη Θεσσαλία, οι οποίες τράπηκαν σε άτακτη υποχώρηση προς τη Λαμία.
Μόνο χάρη στην παρέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων δεν καταλύθηκε η ανεξαρτησία της Ελλάδας, η οποία μάλιστα, αν και ηττημένη, ξαναπήρε τη Θεσσαλία.
Το μάθημα αυτό το κατανόησε καλύτερα από όλους ο Ελευθέριος Βενιζέλος.
Στο εξής θα λειτουργεί καθαρά ως εκφραστής των συμφερόντων των Δυτικών, για να υλοποιήσει τις επεκτατικές βλέψεις της στρατιωτικοπολιτικής κάστας των Αθηνών. Οι Αγγλογαλλικές επιδιώξεις ήταν σε πλήρη αρμονία με τις Ελλαδικές.
Το προτεκτοράτο κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους
Μπαίνοντας ο 20ος αιώνας βρίσκει την Οθωμανική αυτοκρατορία σε πλήρη αποσύνθεση. Οι Μακεδόνες προσπαθούν να το εκμεταλλευτούν και κάνουν την επανάσταση του Ίλιντεν το 1903.
Οι Μεγάλες Δυνάμεις δεν τους βοηθούν. Τα γύρω «αδελφά» χριστιανικά κράτη, όχι μόνο δεν τους βοηθούν, αλλά και υπονομεύουν τον αγώνα τους.
Η οργάνωση των Μακεδόνων δεν είναι όργανο καμιάς μεγάλης ή μικρής δύναμης και το χειρότερο διακηρύττει αντιολιγαρχική διακυβέρνηση της αυτόνομης Μακεδονίας, ισοτιμία, διανομή των τσιφλικιών στους καλλιεργητές αγρότες κλπ.
Και όλα αυτά σε μια περίοδο που όλες οι Μεγάλες Δυνάμεις και τα γύρω από τη Μακεδονία προτεκτοράτα τους κυβερνώνται από ολιγαρχικά και αποικιοκρατικά καθεστώτα.
Το μόνο θετικό είναι η Συμφωνία του Μύρσταγκ βάσει της οποίας η Οθωμανοί υποχρεώνονται από τη Ρωσία και την Αυστρουγγαρία να προχωρήσουν σε μεταρρυσθμίσεις υπέρ των χριστιανών της Μακεδονίας, οι οποίες μελλοντικά πιθανόν να είχαν τις ίδιες συνέπειες που οδήγησαν στην αυτονόμηση της Κρήτης.
Οι Μεγάλες Δυνάμεις βλέπουν ότι πλέον η Οθωμανική Αυτοκρατορία είναι αδύνατον να επιβιώσει, αλλά και καμία από αυτές δεν θέλει να προβεί σε κάποια φανερή εχθρική ενέργεια, για να μη την ρίξει στην αγκαλιά κάποιας από τις ανταγωνίστριες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Έτσι όλες προτιμούν τη λύση να κρατήσουν τα προσχήματα και αυτό το ρόλο να τον αναθέσουν στα προτεκτοράτα τους στα Βαλκάνια.
Η Ελλάδα ενημερώνεται από τους Δυτικούς, μέσω του εκπροσώπου τους, του Βενιζέλου, για τη συμμαχία Σερβίας – Βουλγαρίας και προσχωρεί σε αυτήν, όπως και το Μαυροβούνιο.
Η συμμαχία είναι καθαρά τυχοδιωκτική και δεν λαμβάνει απολύτως καθόλου υπόψη πληθυσμιακή σύνθεση των Νέων Χωρών ή ιστορικά δικαιώματα. Η συμφωνία προβλέπει πως «η διανομή εδαφών» θα γίνει «επί τη βάσει της στρατιωτικής κατοχής».
Ο πόλεμος, λοιπόν θα είναι καθαρά αρπακτικός.Οι σύμμαχοι ψάχνουν μια πρόθεση και τη βρίσκουν στα «δικαιώματα των μειονοτήτων».
Επιδίδουν σχετική κοινή διακοίνωση στις Οθωμανικές αρχές, οι οποίες την απορρίπτουν. Αυτό θεωρήθηκε αιτία πολέμου, ο οποίος και άρχισε στις 4-5 Οκτωβρίου 1912. Αυτή η αιτία πολέμου, δηλαδή η «σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των μειωνοτήτων», που χρησιμοποιήθηκε από τους συμμάχους κατατρέχει από τότε σαν κακός δαίμονας την Ελλάδα, που φοβούμενη ότι θα χρησιμοποιηθεί από κάποιους άλλους, προσπαθεί με κάθε τρόπο να αφανίσει τις εθνικές κοινότητες και μειονότητες που παρέμειναν στην επικράτειά της.
Το γεγονός ότι οι Κρήτες βουλευτές γίνονται δεκτοί στο ελλαδικό κοινοβούλιο τρεις μόλις μέρες νωρίτερα (1 Οκτωβρίου 1912) δείχνει ότι η Ελλάδα είχε πάρει την έγκριση από τους κηδεμόνες της, που μέχρι τότε το απαγόρευαν.
Κατά την εξέλιξη των επιχειρήσεων ο ελλαδικός στρατός εκτελούσε τις κατευθυντήριες γραμμές που έδιναν οι «Προστάτιδες Δυνάμεις». Αυτό φάνηκε καθαρά κατά την περιβόητη «διχογνωμία» του βασιλιά Κωνσταντίνου, που ήταν αρχιστράτηγος και άρα ήξερε από στρατιωτικές επιχειρήσεις, και του πρωθυπουργού Βενιζέλου, που ήξερε από πολιτικές επιχειρήσεις.
Το τηλεγράφημα που έστειλε ο Βενιζέλος στις 13/10/1912 προς τον Κωνσταντίνο έλεγε:
«Αναμένω να μοι γνωρίσετε την περαιτέρω διεύθυνσιν ήν θα ακολουθήση η προέλασις του στρατού Θεσσαλίας. Παρακαλώ μόνον να έχετε υπ΄όψιν ότι σπουδαίοι πολιτικοί λόγοι επιβάλλουσι να ευρεθώμεν μίαν ώραν ταχύτερον εις την Θεσσαλονίκην».
Ο Κωνσταντίνος απαντά στον Βενιζέλο:
«Ο στρατός δεν θα οδεύσει κατά της Θεσσαλονίκης. Εγώ έχω καθήκον να στραφώ κατά του Μοναστηρίου. Εκτός αν μου το απαγορεύετε».Και ο Βενιζέλος απαντά: «Σας το απαγορεύω».
Ο Κωνσταντίνος είναι γερμανόφιλος, καθώς φοίτησε στη στρατιωτική σχολή της Ακαδημίας Πολέμου της Πρωσίας και η σύζυγός του είναι αδερφή του αυτοκράτορα της Γερμανίας, Γουλιέλμου Β’. Οι αυστρογερμανοί δεν ήθελαν στα νότα τους μια ισχυρή Σερβία και αυτό εξυπηρετείται με την προώθηση των ελλαδικών δυνάμεων προς βορά.
Ο Βενιζέλος είναι άνθρωπος των Δυτικών, οι οποίοι ενδιαφέρονται για την παρεμπόδιση των αντιπάλων τους Αυστρογερμανών και Ρώσων προς το Αιγαίο. Άρα ενδιαφέρονται για την κατάληψη εδαφών κατά μήκος των παραλίων του Αιγαίου. Η Ελλάδα είχε ήδη πολλά λιμάνια και η κατάκτηση άλλου ενός, αυτού της Θεσσαλονίκης, δεν είχε ιδιαίτερη σημασία. Εξ άλλου ο Βενιζέλος μιλάει ρητά για «σπουδαίους πολιτικούς λόγους».
Αλλά και η φράση του Βενιζέλου «να ευρεθώμεν μίαν ώραν ταχύτερον εις την Θεσσαλονίκην», φανερώνει ότι ο Βενιζέλος ήξερε την πρόθεση του Ταξιν πασά, διοικητή των Οθωμανικών δυνάμεων της Θεσσαλονίκης, να παραδώσει την πόλη χωρίς καμία αντίσταση.
Στοιχειώδη αντίσταση αν προέβαλε, η πολιορκία θα κρατούσε τουλάχιστον κάποιες μέρες και κατά συνέπεια σ΄αυτήν θα συμμετείχε και ο βουλγαρικός στρατός, και σίγουρα όχι «μίαν ώραν».
Για την κατάληψη της Αδριανούπολης χρειάστηκε πολύμηνη πολιορκία από βουλγαρικές και σερβικές δυνάμεις. Οι Οθωμανοί ήξεραν τη συμφωνία των αντιπάλων τους να πάρει ο καθένας τα εδάφη που θα προλάβαινε να κατακτήσει στρατιωτικά. Έτσι προτίμησαν την παράδοση της πόλης στην Ελλάδα, της οποίας οι κηδεμόνες ήταν σύμμαχοι του Σουλτάνου.
Αυτά που μας λένε, ότι ο Ταξίν πασάς είπε ότι «από τους Έλληνες την πήραμε και σ’αυτούς θα την παραδώσουμε», είναι σκέτες μπούρδες.
Την πήρανε από τους γηγενείς κατοίκους της περιοχής, και σίγουρα όχι από τους Πελοπονήσιους και τους Κρητικούς, όταν την μεν πόλη της Θεσσαλονίκης εξουσίαζαν οι Βενετοί, την δε ευρύτερη περιοχή οι Σέρβοι. Εξ άλλου την εποχή της άλωσης της Θεσσαλονίκης (1430) δεν υπήρχε ελληνικό έθνος και οι Ρωμιοί της Κωνσταντινούπολης, όχι μόνο δεν αντιστάθηκαν, αλλά και είχαν συνθήκη φιλίας με τους Οθωμανούς.
Κατά τον Β΄Βαλκανικό Πόλεμο η Ελλάδα κινήθηκε στην ίδια κατεύθυνση. Συμμάχησε με τη Σερβία, κάτι που σημαίνει ότι δεν είχε βλέψεις για τη Μπίτολα (Μοναστήρι) που βρισκόταν προς βορά, αλλά προς τα δυτικά, κάτι που εξυπηρετούσε τις βλέψεις των Δυτικών κηδεμόνων της.
Δεσμεύτηκε μάλιστα να παραχωρήσει στη Σερβία ελεύθερη ζώνη στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης.
Η Ελλάδα βγαίνει ωφελημένη από τους δύο βαλκανικούς πολέμους. Κατά τον πρώτο μαζί με Σερβία, Μαυροβούνιο, Βουλγαρία χτυπάν τον ήδη εξασθενημένο αντίπαλο. Το κύριο βάρος μάλιστα του πολέμου το σηκώνει η Βουλγαρία, η οποία και κρατάει το κύριο μέτωπο με τους Οθωμανούς και αποκόβει τις δυνάμεις τους στη Μακεδονία καταλαμβάνοντας τα εδάφη μέχρι την Καβάλα.
Οι ελλαδικές δυνάμεις μετά την εντολή Βενιζέλου καταλαμβάνουν την περιοχή από την Κοζάνη μέχρι τη Θεσσαλονίκη κάνοντας ουσιαστικά περίπατο.
Κατά το δεύτερο Βαλκανικό η Ελλάδα μαζί με τη Σερβία, το Μαυροβούνιο, τη Ρουμανία και την Οθωμανική Αυτοκρατορία χτυπάν «ηρωϊκά» τη Βουλγαρία και ήταν φυσικό να τη νικήσουν.
Το προτεκτοράτο κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο
Ο πόλεμος αυτός στο δυτικό μέτωπο εξελίχθηκε σε μάχη χαρακωμάτων στα γαλλογερμανικά σύνορα. Στο ανατολικό μέτωπο εξελίχθηκε κυρίως σε μάχη διαμελισμού της υπό κατάρρευση Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε ζώνες επιρροής ανάμεσα στις Μεγάλες Δυνάμεις, με κύριο στόχο τα πετρέλαια της Μέσης Ανατολής.
Οι περιοχές με τα μεγαλύτερα κοιτάσματα, και κυρίως η Μεσοποταμία και η Μοσούλη, ανήκαν στην οθωμανική επικράτεια.
Την εποχή εκείνη το πετρέλαιο αντικαθιστούσε τον λιγνίτη με πολύ γρήγορους ρυθμούς. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι ενώ κατά τη λήξη αυτού του πολέμου (1918-1919) το 32,4% των πλοίων ήδη κινούνταν με πετρέλαιο, τρία χρόνια αργότερα το ποσοστό αυτό ανέβηκε στο 60,9%.
Άρα όσο περισσότερα κοιτάσματα πετρελαίου έλεγχε ένα κράτος, τόσο μεγαλύτερη οικονομική δύναμη αποκτούσε.
Οι Δυτικοί κηδεμόνες της Ελλάδας ήταν φυσικό σε αυτή τη μάχη να χρησιμοποιήσουν το προτεκτοράτο τους που γειτόνευε άμεσα με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Στην Ελλάδα, όμως, ο μεν φιλοδυτικός πρωθυπουργός Ε. Βενιζέλος προτείνει τη συμμετοχή της στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ, ο δε βασιλιάς Κωνσταντίνος υπερασπίζεται την ουδετερότητα της χώρας.
Έτσι ο Βενιζέλος αναγκάζεται να παραιτηθεί και η Ελλάδα δεν συμμετέχει στην εκστρατεία των Αγγλογάλων στα Δαρδανέλια (Φεβρουάριος 1915).
Παρά την διακηρυγμένη ουδετερότητα, οι Αγγλογάλοι αποβιβάζονται στη Θεσσαλονίκη και δημιουργούν το Μακεδονικό Μέτωπο, καταλύοντας ουσιαστικά την ελλαδική εξουσία στη νότια Μακεδονία.
Μετά την ήττα και υποχώρηση του σερβικού στρατού από τον αντίστοιχο αυστριακό και βουλγαρικό στην Κέρκυρα (Δεκέμβριος 1915), οι Αγγλογάλοι τον μεταφέρουν μέσω Θεσσαλονίκης στη Μακεδονία (Φεβρουάριος 1916) χωρίς να ζητήσουν την έγκριση της κυβέρνησης των Αθηνών.
Τον Μάϊο του 1916 γερμανοβουλγαρικές δυνάμεις καταλαμβάνουν το οχυρό Ρούπελ και εισβάλουν στην Ανατολική Μακεδονία. Αλλά και η ίδια η Ελλάδα συμπεριφέρεται σαν να μην ανήκει η Μακεδονία στην επικράτειά της.Οι Βενιζελικοί καταλαβαίνουν πλέον, ότι μετά την λήξη του πολέμου, εάν μεν κερδίσουν οι Κεντρικές Αυτοκρατορίες θα παραχωρήσουν το νότιο τμήμα της Μακεδονίας στους Βούλγαρους συμμάχους τους, ενώ αν κερδίσουν οι Δυτικοί σύμμαχοι θα το παραχωρήσουν στους Σέρβους συμμάχους τους, που ήδη πολεμούσαν στο Μακεδονικό Μέτωπο στο πλευρό τους και είχαν εγκαταστήσει την κυβέρνησή τους στη Θεσσαλονίκη.
Επειδή όμως οι Αγγλογάλλοι ξέρουν πως η Ρωσία έχει μεγάλη επιρροή στη Σερβία, δεν βλέπουν με καλό μάτι την παραχώρηση της νότιας Μακεδονίας σ’ αυτήν.
Τους ενδιαφέρει σίγουρα και η διάδοχη κατάσταση.
Έτσι παροτρύνουν τους Βενιζελικούς αξιωματικούς της Θεσσαλονίκης σε ανταρσία, την οποία και στηρίζουν (16 Αυγούστου 1916) και η οποία είναι γνωστή ως
Κίνημα Εθνικής Αμύνης. Δημιουργούν Προσωρινή Κυβέρνηση στην οποία βάζουν επικεφαλής το πειθήνιο όργανό τους, τον Βενιζέλο, η οποία και μπαίνει στον πόλεμο (24 Νοεμβρίου 1916).
Οι Αγγλογάλλοι δεν αρκούνται μόνο σ’ αυτό. Θωρηκτά τους καταπλέουν στο λιμάνι του Πειραιά, βομβαρδίζουν τα ανάκτορα και άλλα σημεία στρατηγικής σημασίας και αποβιβάζουν εκστρατευτικό σώμα στην Αθήνα.
Έτσι αναγκάζουν το βασιλιά Κωνσταντίνο και την κυβέρνησή του να παραιτηθούν και επιβάλουν ως πρωθυπουργό τον Βενιζέλο (13 Ιουνίου 1917).
Τον Οκτώβριο του επομένου έτους λήγει ο Α΄Παγκόσμιος Πόλεμος με ελάχιστη συμμετοχή των ελλαδικών στρατευμάτων στις πολεμικές επιχειρήσεις, καθώς συμμετείχε σ’ αυτόν, όταν η πλάστιγγα ήδη είχε γύρει υπέρ των Δυτικών.Με τη Συνθήκη του Νεϊγύ (27 Νοεμβρίου 1919) οι Σύμμαχοι αποσπούν από τη Βουλγαρία τη Δυτική Θράκη και την παραχωρούν στην Ελλάδα.
Ο λόγος είναι προφανής.
Οι Αυστρογερμανοί και οι Ρώσοι έχουν επιρροή στη Βουλγαρία, ενώ η Ελλάδα είναι ο πλέον κατάλληλος χωροφύλακας των Δυτικών στην περιοχή.
Η απόσπαση της Δυτικής Θράκης αποτελεί παραβίαση της Συνθήκης του Βουκουρεστίου (1913), βάσει της οποίας, με υπογραφή και της Ελλάδας, είχε παραχωρηθεί στη Βουλγαρία. Έτσι η Ελλάδα συμμετείχε στην καταπάτηση της Συνθήκης του Βουκουρεστίου, βάσει της οποίας της παραχωρήθηκε η νότια Μακεδονία, η οποία λογικά δεν πρέπει να ισχύει πλέον.
Οι Ρώσοι μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917 έγιναν πλέον ακόμα χειρότερος εχθρός των αποικιοκρατικών συμφερόντων των Δυτικών, και η Δυτική Θράκη έπρεπε να ελεγχθεί από τους Δυτικούς για να εμποδίζεται η κάθοδος προς το Αιγαίο. Εξάλλου η Ελλάδα έπρεπε να αμειφθεί και για την συμμετοχή της λίγους μήνες νωρίτερα (Φεβρουάριος 1919) στην εκστρατεία των Αγγλογάλλων στην Κριμαία, που στόχευε στην ανατροπή της κυβέρνησης των Ρώσων Μπολσεβίκων.
Για να ολοκληρωθεί, λοιπόν, η παρεμπόδιση της καθόδου των ανταγωνιστών των Δυτικών στο Αιγαίο μέσω Βαλκανίων, οι Δυτικοί αποφασίζουν να εγκαταστήσουν ως χωροφύλακα στη Δυτική Θράκη το πιστό προτεκτοράτο τους.
Για τον έλεγχο των μεγάλης στρατηγικής σημασίας στενών των Δαρδανελίων, οι Αγγλογάλλοι έκαναν την πιο αιματηρή μάχη. Είναι η γνωστή ως απόβαση της Καλλίπολης, η οποία κράτησε δέκα μήνες και στην οποία δεν συμμετείχε η Ελλάδα. Λίγους μήνες πριν τη λήξη του πολέμου κάλεσαν ελλαδικές στρατιωτικές δυνάμεις να εγκατασταθούν στην Ανατολική Θράκη.Με τη Συνθήκη των Σεβρών (10 Αυγούστου 1920) δόθηκαν στην Ελλάδα η Ανατολική Θράκη (μέχρι τα πρόθυρα της Κωνσταντινούπολης) και τα νησιά Ίμβρος και Τένεδος, καθώς και η δυνατότητα εξάσκησης κυριαρχικών δικαιωμάτων στην περιοχή της Σμύρνης.
Στη Σμύρνη οι ελλαδικές δυνάμεις ήδη είχαν εγκατασταθεί με εντολή των Αγγλογάλλων, χωρίς καμία αντίσταση των Οθωμανών.
Έτσι, για να έχουν οι Δυτικοί έναν τοποτηρητή στα νότια των Βαλκανίων, τα στενά των Δαρδανελίων και το Αιγαίο, κατασκεύασαν την Ελλάδα των Δύο Ηπείρων και των Πέντε Θαλασσών.
Για τη «Μικρασιατική Εκστρατεία» στο 3ο μέρος
Τρίτη 2 Μαρτίου 2010
Το Τεχνητό Κατασκεύασμα των Αθηνών - 1ο μέρος
«Το τεχνητό κατασκεύασμα των Σκοπίων που μας κλέβει την ιστορία», είναι το κυριότερο ιδεολόγημα της αντιμακεδονικής προπαγάνδας, με το οποίο βομβαρδίζεται η ελλαδική κοινή γνώμη, από τότε που η Δημοκρατία της Μακεδονίας έγινε ανεξάρτητο κράτος. «Κλέβει την ιστορία» από έναν λαό και ένα κράτος, την Ελλάδα, που έχει την μεγαλύτερη και λαμπρότερη ιστορία στην Ευρώπη, για να μη πούμε και στον κόσμο ολόκληρο. Δεν είναι τυχαίο που «οι ξένοι λένε ότι οι ήρωες πολεμούν σαν Έλληνες».Ο μέσος πολίτης νιώθει απογοητευμένος και αδικημένος καθώς διαπιστώνει πως η διεθνής κοινότητα πιστεύει περισσότερο «το τεχνητό κατασκεύασμα των Σκοπίων», παρά το δικό του αυθεντικό κρατικό δημιούργημα. Έμαθε ότι ο ενδοξότερος, ο σοφότερος και ο περιούσιος λαός των Ελλήνων για να δημιουργήσει τη νέα Ελλάδα, έκανε την πιο ηρωική και αυθεντική επανάσταση το 1821, σε αντίθεση με τους ψευτο-Μακεδόνες που έκαναν μια «ψευτοεπανάσταση υποκινούμενοι από τους Βούλγαρους» και τελικά το «ψευδοκράτος τους κατασκευάστηκε από τον Τίτο».Δεν έμαθε ή έμαθε ελάχιστα για την συμμετοχή των ξένων στην «κατασκευή» του κράτους και του έθνους των «Ελλήνων».Στο προπαρασκεύασμα της επανάστασης του 1821 ασφαλώς έπαιξε ρόλο η δίψα για ελευθερία, η αγανάκτηση και το μίσος των υπόδουλων Ρωμιών κατά του Οθωμανού δυνάστη. Αυτό το δεδομένο αξιοποίησαν οι εξωτερικοί παράγοντες στα πλαίσια της σύγκρουσής τους με την Οθωμανική Αυτοκρατορία.Αρχικά τον κύριο ρόλο τον έπαιξε η τσαρική Ρωσία. Χάρη στη νίκη της κατά τον πρώτο μεγάλο ρωσοτουρκικό πόλεμο (1768-1774) και βάση της Συνθήκης του Κιουτσούκ Καϊναρτζή, η Ρωσία αναγνωρίστηκε ως προστάτης των χριστιανών Ρωμιών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Υποχρέωσε τους κατακτητές να υιοθετήσουν προστατευτικά μέτρα και ελευθερίες κινήσεων.
Στα πλαίσια αυτά, οι Ρωμιοί απέκτησαν το δικαίωμα να ναυπηγούν πλοία μεγάλου εκτοπίσματος, να υψώνουν σε αυτά τη ρωσική σημαία και να έχουν ελευθερία κινήσεων σε όλα τα λιμάνια της Μεσογείου και της Μαύρης Θάλασσας.
Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα την αλματώδη ανάπτυξη εμπορικού στόλου, κυρίως από τους νησιώτες του Αιγαίου (Ύδρα, Σπέτσες, Ψαρά κλπ), ο οποίος αργότερα εύκολα θα μετατρέπονταν σε πολεμικό και θα κυριαρχούσε στο Αιγαίο.
Ο πλούτος που συσσωρεύτηκε βοήθησε στη δημιουργία ισχυρών εμπορικών επιχειρήσεων, στη δυνατότητα μόρφωσης Γραικών στην Ευρώπη και στην χρηματοδότηση της επανάστασης. Επιπλέον, δεν πρέπει να αγνοηθεί το γεγονός ότι η Ρωσία έδινε εύκολα τη ρωσική υπηκοότητα στους Ρωμιούς.
Δεν είναι καθόλου τυχαίο που πολλοί από τους ηγέτες της επανάστασης του 1821 ήταν αξιωματικοί του ρωσικού στρατού, όπως ο ηγέτης κατά την έναρξή της, Αλέξανδρος Υψηλάντης.Δεν πρέπει να υπάρχει αμφιβολία ότι και η ίδια η επανάσταση του 1821 υποκινήθηκε από τις Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής. Και βέβαια δεν βοηθήθηκε μόνο με τη συμμετοχή των λεγόμενων Φιλελλήνων.
Οι Δυτικοευρωπαϊκές μοναρχίες, που δεν βλέπουν με καλό μάτι το μονοπώλιο των Ρώσων στα Βαλκάνια αναμειγνύονται και αυτές.
Οι Άγγλοι που από το 1815 κατείχαν τα Επτάνησα, επιβάλουν ως επίσημη γλώσσα την ελληνική, αντί της ιταλικής που μέχρι το 1819 ήταν η επίσημη. Δημιουργούν μάλιστα το 1824 και την πρώτη Ελληνική Ακαδημία, που είναι η Ιόνιος Ακαδημία. Την πρώτη λοιπόν Ελληνική Ακαδημία τη δημιούργησε ο Άγγλος αρμοστής Μαίτλαντ. Την πρώτη ελληνική εφημερίδα, τα Ελληνικά Χρονικά, την εξέδιδε στο Μεσολόγγι ο Ελβετός Μάγιερ.Ο Σκοπός είναι προφανής. Εργάζονται συστηματικά για την «κατασκευή» ενός νέου έθνους και κράτους, του ελληνικού, που θα είναι τελείως διαφορετικό από τα άλλα βαλκανικά. Αυτό εξυπηρετεί καθαρά τον πολιτικό σκοπό της μείωσης της ρωσικής επιρροής, που μέχρι εκείνη την εποχή ήταν πολύ μεγάλη στο υπό δημιουργία νέο κράτος και γενικά στα Βαλκάνια.
O Σουλτάνος στέλνει το 1824 τον τουρκοαιγυπτιακό στόλο στο Αιγαίο με επικεφαλής τον Ιμπραήμ, καταστρέφει τα επαναστατημένα νησιά (Ψαρά, Κάσο) και περιορίζει τη δραστηριότητα του ναυτικού των επαναστατών.
Ο Ιμπραήμ το Φεβρουάριο του 1825 αποβιβάζει στρατό στην Πελοπόννησο και σε συνεργασία με τον Κιουταχή καταπνίγει την επανάσταση. Στις 10 Απριλίου 1826 καταλαμβάνουν και καταστρέφουν το Μεσολόγγι όπου είχαν συγκεντρωθεί οι περισσότερες δυνάμεις των επαναστατών. Είναι φανερό πλέον το τέλος της εξέγερσης.
Οι μεγάλες δυνάμεις που τόσο καιρό ήταν απαθείς, αποφασίζουν να δράσουν. Με το κρυφό Πρωτόκολλο της Πετρούπολης (24 Απριλίου 1826) η Ρωσία, που μέχρι τότε ήταν ο νόμιμος προστάτης Ρωμιών, συμφωνεί στην ενεργό ανάμειξη της Αγγλίας.
Έτσι η Γ’ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας εγκρίνει την ανάληψη της ηγεσίας του στρατού στον Ριχάρδο Τσορτς και του στόλου στον λόρδο Κόχραν, οι οποίοι όμως αδυνατούν να ανασυγκροτήσουν τις επαναστατικές δυνάμεις. Μετά τον θάνατο του Γ. Καραϊσκάκη και την παράδοση της Φρουράς της Ακρόπολης, το Μάϊο του 1827, οπότε οι οθωμανικές δυνάμεις επικράτησαν σε όλη τη Ρούμελη και το Μοριά, ουσιαστικά είχαν καταστείλει την επανάσταση.
Τότε οι Μεγάλες Δυνάμεις, Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία, αναγκάζονται να κάνουν φανερά εκείνο που μέχρι τότε έκαμναν κρυφά.
Στις 6 Ιουλίου 1827 συγκαλούν σύσκεψη στο Λονδίνο και αποφασίζουν, χωρίς τη συμμετοχή Ελλήνων εκπροσώπων, την ίδρυση ελληνικού κράτους υπό την προστασία τους, αλλά φόρου υποτελές στο Σουλτάνο.
Ο Σουλτάνος, που ήδη έχει καταφέρει να καταστείλει την Επανάσταση, απορρίπτει την πρόταση των τριών.
Έτσι, στις 8 Οκτωβρίου 1827 μεικτός αγγλο-γαλλο-ρωσικός στόλος εξαπολύει επίθεση κατά του τουρκοαιγυπτιακού στο λιμάνι του Ναβαρίνου, στις δυτικές ακτές του Μοριά και τον καταστρέφει.
Ο Σουλτάνος, όμως, αρνείται να δεχθεί τους όρους των τριών, καθώς στη στεριά οι δυνάμεις του είναι κυρίαρχες. Τότε οι σύμμαχοι αποφασίζουν να δράσουν και πάλι. Έτσι τον Αύγουστο του 1828 αποβιβάζουν γαλλικό εκστρατευτικό σώμα στην Πελοπόννησο.
Ο Σουλτάνος αναγκάζεται πλέον να αποσύρει τα στρατεύματά του από τη Ρούμελη και το Μοριά χωρίς μάχη και να δεχθεί διάλογο για τη δημιουργία ανεξάρτητου ελλαδικού κράτους, φόρου υποτελές σ’ αυτόν.
Ο άλλος, επίσης πολύ σοβαρός λόγος της αυτής της υποχώρησης, είναι η έκβαση του πολέμου που εξαπέλυσε η Ρωσία από το βορά, τον Απρίλιο του 1828.
Εκείνος ο πόλεμος, όμως, είναι και η αιτία που η Ρωσία έκανε την υποχώρηση προς τους Αγγλογάλλους να εγκαταστήσουν στην Ελλάδα δικές τους στρατιωτικές δυνάμεις, οι οποίες θα παίξουν πολύ σοβαρό ρόλο στις μετέπειτα εξελίξεις και θα είναι η απαρχή της επέμβασής τους στα εσωτερικά του νέου κράτους.
Η τσαρική Ρωσία νικάει τους Οθωμανούς, φτάνει μέχρι την Αδριανούπολη και απειλεί την ίδια την Κωνσταντινούπολη.
Ο Σουλτάνος αναγκάζεται να συνθηκολογήσει. Με τη Συνθήκη της Αδριανούπολης (14 Σεπτεμβρίου 1829, άρθρο 10) ο Σουλτάνος αναγκάζεται να αναγνωρίσει την ανεξαρτησία της Ελλάδας και μάλιστα χωρίς αυτή να είναι φόρου υποτελής σε αυτόν.
Το Φεβρουάριο του 1830 υπογράφεται από την Αγγλία, τη Γαλλία και τη Ρωσία το Πρωτόκολλο του Λονδίνου, βάσει του οποίου αναγνωρίζεται διπλωματικά η ανεξαρτησία της Ελλάδας.
Κατά τον μεγάλο Άγγλο πολιτικό Γλάδστωνα, η Συνθήκη της Αδριανούπολης υπήρξε «το διεθνές συμβόλαιο της πολιτικής υπόστασης και αυτοτέλειας του ελληνικού κράτους».
Τα επόμενα χρόνια, όμως, οι Γραικοί θα πέσουν υπό την ιδεολογική και πολιτική κηδεμονία των Δυτικών και θα «ξεχάσουν» αυτή την ιστορική πραγματικότητα και θα μετατραπούν σε όργανο της αντιρωσικής πολιτικής των Δυτικών στα ΒαλκάνιαΑπό το καλοκαίρι του 1827 στις πολεμικές επιχειρήσεις και τις διπλωματικές διεργασίες δεν υπάρχει καμία συμμετοχή των κατοίκων του Βασιλείου της Ελλάδας. Το δημιουργούν, δηλαδή το «κατασκευάζουν», οι τότε αντίπαλοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία για να εξυπηρετήσουν τα αποικιοκρατικά σχέδιά τους.
Το επίσημο διεθνές όνομά του είναι αυτό που χρησιμοποιούν οι «κατασκευαστές» του, δηλαδή Greece – Грција – Γραικία.
Και ενώ αποδέχθηκαν διπλή ονομασία για το κράτος τους (Ελλάς στο εσωτερικό, Greece διεθνώς) σήμερα αρνούνται αυτή τη ρύθμιση για τη Δημ. Μακεδονίας. Αποφασίζουν οι ξένοι ακόμα και για το πολίτευμά της Greece που θα είναι η βασιλεία και για το ποιος θα είναι ο βασιλιάς της, χωρίς να ερωτηθεί ο λαός της. Ορίζουν ακόμα και τα σύνορά της, που συμπίπτουν περίπου με τον χώρο όπου έζησαν ο αρχαίος λαός των Ελλήνων.
Αν δεν συμφωνούσαν ότι μόνο εκείνο το μέρος λεγόταν Ελλάδα, έπρεπε να ονομάσουν το κράτος Βασίλειο της Νότιας Ελλάδας.
Αφού το δέχθηκαν, σημαίνει ότι εκείνα θεωρούσαν ως όρια της Ελλάδας.Ως πρώτο κυβερνήτη είχαν ορίσει τον ιταλικής (βενετικής) καταγωγής τέως υπουργό Εξωτερικών της Ρωσίας, Ιωάννη Καποδίστρια (Καπο ντι Ίστρια), ο οποίος αρνήθηκε να αναθέσει την αρχηγία του στρατού στους ηγέτες της επανάστασης ή να μοιράσει τη γη στους ακτήμονες πρώην υπόδουλους του Σουλτάνου.
«Ηγεμών Άρχων της Ελλάδος» ορίστηκε ο Λεοπόλδος του Σαξ-Κόμπουργκ, ο οποίος όμως αρνήθηκε το θρόνο.
Εκείνη την εποχή η Ελλάδα, αν εξαιρεθεί το εμπορικό ναυτικό που στην πλειοψηφία του ήταν υπό ξένη σημαία, ήταν ένα από τα πλέον φτωχά και υπανάπτυκτα τμήματα των Βαλκανίων. Οι Γραικοί ήταν από τους πλέον αμόρφωτους και απολίτιστους, σε τέτοιο σημείο που στην Ευρώπη είχε καθιερωθεί το εκ του Γραικός προερχόμενο επίθετο γραικύλος να σημαίνει άξεστος, απολίτιστος, καθυστερημένος.Μετά τη δολοφονία του φιλορώσου Καποδίστρια οι «κατασκευαστές» αποφασίζουν να αναθέσουν την διακυβέρνηση του κράτους στον φιλοδυτικό Βαυαρό πρίγκιπα Όθωνα. Εκείνος προκειμένου να βάλει μια τάξη στο βασίλειό του, παίρνει μαζί του περί τους 3.850 συμπατριώτες του, οι οποίοι πλαισιώνουν τον κρατικό μηχανισμό. Στη συνέχεια φέρνει ακόμα και Γερμανούς στρατιώτες για να οργανώσει το στρατό του.
Επειδή ο Όθωνας ήταν ανήλικος, σχηματίστηκε επιτροπή αντιβασιλείας από τους Βαυαρούς Άρμανσμπεργκ (πρόεδρο), Μάουρερ και Έιντεκ.
Στην επιτροπή οι Προστάτιδες Δυνάμεις δεν έβαλαν έστω έναν Γραικό, ούτε πήραν τη γνώμη των Νεοελλήνων.
Οι υπήκοοι, βέβαια, δεν τα δέχονται όλα αυτά ευχαρίστως, αλλά ως αναγκαίο κακό. Ελπίζουν ότι τα νέα αφεντικά θα είναι καλύτερα από τους Οθωμανούς.Βασική φροντίδα του Όθωνα ήταν η εκπαίδευση. Κύριο χαρακτηριστικό του περιεχομένου των σπουδών ήταν ο κλασικισμός και η αρχαιολατρία, ενώ ελάχιστη βάση δινόταν στην απόκτηση θετικών και τεχνικών γνώσεων.
Αυτή η πολιτική ήταν συνέχεια εκείνης των Άγγλων στα Επτάνησσα, που από το 1815 μεθοδικά προωθούσαν την ιδέα της καταγωγής των υπηκόων τους από τους Έλληνες της αρχαιότητας. Για να είναι πιο εύκολη η σύνδεση με την αρχαιότητα, ο Όθωνας μετέφερε το 1834 την πρωτεύουσα του κράτους από το Ναύπλιο στην Αθήνα, που εκείνη την εποχή ήταν μια κωμόπολη οκτώ περίπου χιλιάδων κατοίκων, κυρίως Αρβανιτών.Η βιομηχανία μεταποίησης συνειδήσεων είχε στηθεί. Πιο εύκολα μεταποιήθηκαν οι ελληνόφωνοι Ρωμιοί και στη συνέχεια οι Αρβανίτες (Αλβανοί), οι λατινόφωνοι Επτανήσιοι και Βλάχοι και οι σλαβόφωνοι Βούλγαροι, Σέρβοι και Μακεδόνες και λοιποί φιλέλληνες που συμμετείχαν στην ελλαδική επανάσταση, καθώς και οι Γερμανοί που έφερε μαζί του ο Όθωνας.
Κατά τον 20ο αιώνα στον πάγκο της βιομηχανίας κατασκευής Ελλήνων μπήκαν οι Μακεδόνες, οι ελληνόφωνοι, οι τουρκόφωνοι και οι αρμενόφωνοι Ασιάτες πρόσφυγες της δεκαετίας του 1920.Αυτό εξυπηρετούσε την καταπολέμηση των φιλορωσικών αισθημάτων του λαού και την εμπέδωση της πεποίθησης της καταγωγής των ελλαδιτών Ρωμιών, Αρβανιτών, Σλάβων, Λατίνων, Βλάχων, Βουλγάρων, Φράγκων, Καταλανών κλπ. από τους αρχαίους Έλληνες, που δεν θα έχουν καμία συγγένεια με τους άλλους βαλκάνιους και ειδικά με τους Σλάβους Ρώσους.
Με την πάροδο του χρόνου θα κατασκευάσουν έναν λαό ανάχωμα στην εύκολη πρόσβαση των Ρώσων στο Αιγαίο και τη Μεσόγειο μέσω Βαλκανίων.
Έτσι οι, κατά τους Ευρωπαίους, γραικύλοι θα μεταμορφωθούν στο «τεχνητό κατασκεύασμα» Έλληνες και ως νεόπλουτοι και αρχοντοχωριάτες θα κοιτάζουν υπεροπτικά και θα φέρονται αλαζονικά σε εμάς τους υπόλοιπους Βαλκάνιους.Αν οι Άγγλοι παρενέβαιναν υπέρ των επαναστατημένων Ρωμιών παρακινούμενοι από αλτρουιστικά φιλελληνικά αισθήματα, θα παρέδιδαν τα Επτάνησα στην Ελλάδα το 1830. Εκείνη την εποχή όμως στην Ελλάδα η επιρρροή των Ρώσων ήταν ακόμα πολύ μεγάλη.
Όταν το 1853 ξέσπασε νέος Ρωσοτουρκικός πόλεμος (ο Κριμαϊκός), οι Αγγλογάλλοι συντάχθηκαν με τους Οθωμανούς και συμμετείχαν στις πολεμικές επιχειρήσεις. Επειδή στην Ελλάδα υπήρχε κίνδυνος να επιβληθεί η θέληση της φιλορωσικής παράταξης, αγγλογαλλικός στόλος κατέλαβε το λιμάνι του Πειραιά και κράτησε υπό την κατοχή του την πρωτεύουσα επί τρία χρόνια.
Ο Δημήτριος Καρατάσος, γιός του «σλαβόφωνου» Μακεδόνα Τάσου Καρατάσου, που ηγήθηκε της επανάστασης της Νάουσας και στη συνέχεια συμμετείχε στον αγώνα για την απελευθέρωση της Ελλάδας, είδε τον νέο ρωσοτουρκικό πόλεμο σαν ευκαιρία για να ανταποδώσει το χρέος της η Ελλάδα και να βοηθήσει στην απελευθέρωση της Μακεδονίας, καθώς οι Ρώσοι τον πρώτο χρόνο νικούσαν κατά κράτος τους Οθωμανούς. Δεν βρήκε, όμως, καμία ανταπόκριση από την κυβέρνηση και απογοητευμένος προσπάθησε να ξεσηκώσει τους Μακεδόνες αποβιβάζοντας δικό του σώμα στη Χαλκιδική. Δεν τον βοήθησε, όμως, ούτε η κυβέρνηση, ούτε οι μοναχοί του Αγίου Όρους και η προσπάθειά του απέτυχε.Μετά τη συμμετοχή των Άγγλων και των Γάλλων σε εκείνον τον πόλεμο, η Ρωσία ηττήθηκε και αναγκάστηκε να υπογράψει Συνθήκη βάσει της οποίας έχασε το δικαίωμα να επεμβαίνει στα εσωτερικά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας υπέρ των χριστιανών υπηκόων της.
Καταργήθηκαν επίσης και τα προνόμια που είχαν τα υπό ρωσική σημαία εμπορικά πλοία στα λιμάνια και την αγορά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αποτέλεσμα αυτού του γεγονότος ήταν να στραφούν οι ελλαδίτες πλοιοκτήτες προς τους Άγγλους και τους Γάλλους και κατά συνέπεια να ενισχυθούν η φιλοαγγλική και φιλογαλλική παράταξη σε βάρος της φιλορωσικής.Μετά την απομάκρυνση του Όθωνα το 1862, οι Προστάτιδες Δυνάμεις ορίζουν ως βασιλιά της Ελλάδας τον Δανό πρίγκιπα Γεώργιο Α’.
Η αγγλόφιλη και δευτερευόντως η γαλλόφιλη παράταξη ήδη είχε ενισχυθεί σε βάρος της ρωσόφιλης και η Ελλάδα είναι πλέον προτεκτοράτο των Αγγλογάλλων. Έτσι οι Άγγλοι παραχωρούν τα Επτάνησα στην Ελλάδα και ενισχύουν ακόμη περισσότερο την επιρροή τους σ’ αυτήν.Κατά τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο 1877-1878 οι Ρώσοι νικούν και φτάνουν μέχρι τα πρόθυρα της Κωνσταντινούπολης. Με τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου οι Οθωμανοί χάνουν όλες σχεδόν τις βαλκανικές τους κτήσεις και δέχονται τη δημιουργία της Βουλγαρικής ηγεμονίας στην οποία θα περιλαμβάνεται και το μεγαλύτερο μέρος της Μακεδονίας.
Αυτή η Συνθήκη ανατρέπει όλες τις ισορροπίες στην περιοχή και προκαλεί την αντίδραση των Αγγλογάλλων που απειλούν τη Ρωσία ακόμη και με πόλεμο.
Έτσι ακυρώνεται η εν λόγω συνθήκη με το Συνέδριο του Βερολίνου (1878) όπου οι Οθωμανοί ανακτούν μεν μεγάλο μέρος των εδαφών, αλλά για να εξασφαλίσουν την υποστήριξη των Άγγλων παραχωρούν την Κύπρο στους Άγγλους και τη Θεσσαλία και την Άρτα στο προτεκτοράτο των Άγγλων, την Ελλάδα.
Έτσι η Ελλάδα μεγαλώνει χωρίς να συμμετάσχει σε εκείνο τον πόλεμο. Μεγαλώνει, επειδή οι προστάτες της, δηλαδή οι κατασκευαστές της, εξυπηρετούνται από το μεγάλωμα του προτεκτοράτου τους.Η Δημοκρατία της Μακεδονίας δημιουργήθηκε μέσα από τον συνεχή αγώνα των Μακεδόνων, ο οποίος τελικά καρποφόρησε κατά την αντιφασιστική αντίσταση της δημοκρατικής μερίδας του μακεδονικού λαού κατά την περίοδο της Κατοχής.
Βρήκε συμπαράσταση, βέβαια, από τις αντιστασιακές δυνάμεις της Γιουγκοσλαβίας, οι οποίες τήρησαν τις αρχές τους και τις υποσχέσεις τους. Αντιθέτως η Ελλάδα δημιουργήθηκε από μοναρχικές δυνάμεις για να εξυπηρετήσει τα αποικιοκρατικά τους συμφέροντα.Ποιο από τα δύο κράτη και τους δύο λαούς, λοιπόν, είναι «τεχνητό» κατασκεύασμα και ποιοι δικαιούνται να είναι περήφανοι για την ιστορία τους;
Η συνέχεια στο 2ο μέρος
Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2009
Ρατσιστικά και αντιρατσιστικά κόμματα ζητούν τη ψήφο μας
Στις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου οι πολίτες καλούνται να ψηφίσουν κάποιο από τα κόμματα, με βάση τις πολιτικές του θέσεις και τα προγράμματά του.
Βασικό χαρακτηριστικό αυτών των εκλογών είναι ότι οι πολίτες έχουν γίνει πλέον πολύ δύσπιστοι ως προς τη συνέπεια των παραδοσιακών κομμάτων σε σχέση με αυτά που διακηρύττουν.
Δεν περιμένουν καμία ουσιαστική μεταβολή στον τρόπο διακυβέρνησης από την πιθανολογούμενη αλλαγή κυβέρνησης.
Είναι ολοφάνερο, ότι εκείνη η μερίδα των ψηφοφόρων που μετακινείται ανάμεσα στα δύο κόμματα εξουσίας και παίζει το παιχνίδι της εναλλαγής, θα ξαναπαίξει για άλλη μια φορά τον ίδιο ρόλο.
Αυτή η συντηρητική μερίδα που συντηρεί αυτό το παιχνίδι της εναλλαγής των δύο κομμάτων στην εξουσία αυτής της χώρας τα 35 τελευταία χρόνια, το κάνει γιατί ξέρει ότι δεν έχουν ουσιαστικές διαφορές.
Θέλει ισχυρές κυβερνήσεις, όπως και τα εξωθεσμικά κέντρα εξουσίας, και γι΄ αυτό επενδύει στο κόμμα της εκάστοτε αξιωματικής αντιπολίτευσης, για το οποίο ο κόσμος έχει ξεχάσει σε μεγάλο βαθμό, ότι όταν ήταν στην εξουσία υπήρχε η ίδια διαφθορά, το ρουσφέτι, η αναποτελεσματικότητα του κράτους, η πολιτική και πνευματική παρακμή κλπ.
Σ’ αυτό βοηθάει και η αδυναμία της Αριστεράς να παρουσιάσει πειστική εναλλακτική πρόταση.
Τα ελεγχόμενα ΜΜΕ ήδη έχουν προετοιμάσει τους ψηφοφόρους να παίξουν σ’ αυτό το στημένο παιχνίδι.
Το ενδιαφέρον στοιχείο σ’ αυτές τις εκλογές είναι σε ποιο βαθμό θα αντιδράσουν οι ψηφοφόροι και σε ποια κατεύθυνση θα στραφεί η αντίδρασή τους.
Για τους Μακεδόνες, που είναι θύματα ρατσιστικής πολιτικής, αλλά και τους δημοκρατικούς πολίτες με δημοκρατικές και αντιρατσιστικές ευαισθησίες, ασφαλώς θα παίξει ρόλο και η πολιτική του κάθε κόμματος σε θέματα ρατσιστικών διακρίσεων και σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Η Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ εφάρμοσαν καθαρά ρατσιστική πολιτική απέναντι στους Μακεδόνες.
Δεν επέτρεπαν τον επαναπατρισμό των Μακεδόνων πολιτικών προσφύγων, την ίδια περίοδο που εγκαθιστούσαν εκατοντάδες χιλιάδες οικονομικούς μετανάστες από την Ασία, τους οποίους καταχρηστικά ονόμασαν «παλλινοστούντες», κυρίως στη Μακεδονία και τη Θράκη.
Συνέχισαν την πολιτική της εθνοκάθαρσης και της αλλοίωσης της σύνθεσης του πληθυσμού.
Δεν επέτρεπαν ακόμα και την απλή επίσκεψη στη γενέτειρά τους στους Μακεδόνες πολιτικούς πρόσφυγες και σε πολλούς οικονομικούς μετανάστες.
Πρόσφατα ο υπεύθυνος του ΠΑΣΟΚ για εξωτερικά θέματα, Ανδρέας Λοβέρδος, σε συνέντευξή του υποσχέθηκε να τακτοποιηθεί το θέμα της επιστροφής των Μακεδόνων πολιτικών προσφύγων.
Για το θέμα των περιουσιών τους, όμως, είπε ότι δεν θα τακτοποιηθούν με τον ίδιο τρόπο που τακτοποιήθηκαν οι υπόλοιποι πολιτικοί πρόσφυγες (επιστροφή ακινήτων ή αποζημιώσεις, παραχώρηση οικοπέδων, μέτρα στέγασης, διορισμοί στο δημόσιο κλπ), αλλά θα αναγκαστούν να προσφύγουν στα δικαστήρια.
Με δεδομένο ότι σχεδόν όλοι δεν είχαν τίτλους κυριότητας, αυτό σημαίνει ότι δεν έχουν ελπίδες δικαίωσης.
Εξ άλλου το ΠΑΣΟΚ λίγο πριν εγκαταλείψει την εξουσία το 2003 ψήφισε τον νόμο 3147/03 (ΦΕΚ 135/5-6-03) βάσει του οποίου παραχωρούσε έναντι μικρού τιμήματος τα οικόπεδα και τα κτήματα των Μακεδόνων πολιτικών προσφύγων σ’ εκείνους που τα κατείχαν ή δωρεάν στους «παλλινοστούντες». Η κυβέρνηση της Ν.Δ εφάρμοσε στην πράξη εκείνον το νόμο.
Η υπόσχεση για επαναπατρισμό (χωρίς αποκατάσταση), εκτός από κοροϊδία, αποτελεί μια αισχρή πολιτική απάτη.
Τα επόμενα 2-3 χρόνια η Δημοκρατία της Μακεδονίας, αν όχι πλήρες μέλος, θα είναι συνδεδεμένο μέλος της Ε.Ε. και κατά συνέπεια θα είναι ελεύθερη και η διακίνηση και εγκατάσταση των πολιτών της σε όλες τις χώρες της Ε.Ε., μεταξύ των οποίων και στην Ελλάδα.
Ήδη έχει αποφασιστεί η κατάργηση της βίζας από την αρχή του νέου έτους. Επομένως η υπόσχεση του αρμοδίου εξωτερικών υποθέσεων του ΠΑΣΟΚ, δεν είναι μόνο κοροϊδία προς τους Μακεδόνες, αλλά και υποτίμηση της νοημοσύνης τους.
Ανάλογη απάτη διέπραξε ο Α.Λοβέρδος, όταν είπε ότι το 2003 η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ είχε την πρόθεση να καταργήσει τις λεγόμενες «κόκκινες κάρτες», οι οποίες για τους Μακεδόνες οικονομικούς μετανάστες σήμαιναν στέρηση εισόδου στην Ελλάδα και άρα στέρηση του δικαιώματος απλής επίσκεψης στη γενέτειρά τους.
Η υπογραφή της Συνθήκης Σέγκεν κατάργησε τους ελέγχους στις πύλες εισόδου από τις ευρωπαϊκές χώρες. Έτσι οι Μακεδόνες μετανάστες μπορούσαν απλώς να κάνουν μια στάση σε κάποια ευρωπαϊκή χώρα και από εκεί να μπούνε ανενόχλητοι στην Ελλάδα.
Οι «κόκκινες κάρτες» είναι δημιούργημα του ΠΑΣΟΚ και της Ν.Δ.
Καταργήθηκαν από τις νέες συνθήκες και όχι λόγω της πολιτικής βούλησης αυτών των κομμάτων. Το ίδιο θα συμβεί και με τον επαναπατρισμό των Μακεδόνων πολιτικών προσφύγων.
Βασικό χαρακτηριστικό του ΠΑΣΟΚ ήταν ανέκαθεν η διαπαιδαγώγηση των στελεχών του στην τέχνη της πολιτικής απάτης. «Παλιά μου τέχνη», «θα».
Στη Νέα Δημοκρατία αυτή την απάτη την κάνουν κατ’ ιδίαν οι πολιτευτές και τα κατώτερα στελέχη. Δεν το κάνουν δημοσίως τα ανώτερα στελέχη, γιατί φοβούνται ότι θα έχουν διαρροές ψήφων προς το ρατσιστικό κόμμα του ΛΑΟΣ.
Το ΠΑΣΟΚ στα αριστερά του έχει κόμματα, τα οποία τουλάχιστον δεν είναι αντίθετα στον επαναπατρισμό των Μακεδόνων πολιτικών προσφύγων, και έτσι δεν φοβάται διαρροές προς αυτά λόγω αυτού του ζητήματος.
Το ΚΚΕ, που ξεκίνησε από τη θέση «της ενιαίας και ανεξάρτητης Μακεδονίας», πέρασε στη θέση της «υπεράσπισης της εθνικής ισοτιμίας των Μακεδόνων», τους χρησιμοποίησε ως «εφεδρεία» κατά τον Εμφύλιο Πόλεμο και παρόλο που είναι υπεύθυνο για τον ξεριζωμό χιλιάδων Μακεδόνων από τις εστίες τους, σήμερα πρωτοστατεί μαζί με τα καθεστωτικά κόμματα στον αγώνα αφανισμού του μακεδονικού έθνους.
Εκφράζει την πιο ακραία μορφή υποκρισίας και ασυνέπειας προς τους Μακεδόνες.
Οι δυνάμεις που συγκροτούν τον ΣΥΡΙΖΑ και τους Οικολόγους Πράσινους έχουν σαφώς μεγαλύτερη ευαισθησία σε θέματα προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αντιπαλεύουν το ρατσισμό, αλλά οι ηγεσίες τους, παρόλο που γνωρίζουν την αλήθεια για το Μακεδονικό, είναι άτολμες.
Κανείς βέβαια δεν πρέπει να αγνοήσει το γεγονός ότι εκφράζουν ένα χώρο γόνιμου πολιτικού προβληματισμού και ότι οι αγώνες τους είναι ανιδιοτελής.
Θα πρέπει να επισημάνουμε τις άδικες επιθέσεις που δέχθηκαν κατά τις
ευρωεκλογές μερικά στελέχη τους για τις τολμηρές τους θέσεις στο Μακεδονικό, την αντιρατσιστική τους δράση και την υπεράσπιση θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Εκείνοι που τολμούν να λένε τα πράγματα με το όνομά τους και να συγκρούονται με την επίσημη ρατσιστική και αντιμακεδονική πολιτική στη χώρα μας, είναι τα εξωκοινοβουλευτικά αριστερά κόμματα.
Αν και κινδυνεύουμε να αδικήσουμε, λόγω άγνοιας, κάποιο από αυτά, οφείλουμε να κάνουμε ιδιαίτερη μνεία στον αριστερό σχηματισμό ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α., ο οποίος δεν αρκείται στο να παίρνει καθαρές δημόσιες θέσεις για το Μακεδονικό, αλλά υπερασπίζεται έμπρακτα τα θύματα του ρατσισμού.
Όταν το 1992 μια δεκάδα Μακεδόνες πήγαν ως υπεράσπιση στην δίκη δύο συντρόφων τους στην Αθήνα και δέχονταν υβριστικές επιθέσεις και απειλές από ρατσιστές νεοφασίστες, εμφανίστηκε μια ομάδα μελών κάποιων κομμάτων που απαρτίζουν το σημερινό ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α., η οποία και λειτούργησε ως ομάδα προστασίας.
Κατά την περίοδο του εθνικιστικού παροξυσμού το 1992 εξέδωσαν το βιβλίο «Η κρίση στα Βαλκάνια, το Μακεδονικό και η εργατική τάξη», με θέσεις και αλήθειες για το Μακεδονικό και το διακινούσαν στους δρόμους και τις πλατείες της Αθήνας.
Δύο διακινητές και οι υπεύθυνοι της έκδοσης (ΟΣΕ – Εργατική Αλληλεγγύη) συνελήφθησαν και παραπέμφθηκαν στη δικαιοσύνη κατηγορούμενοι για «διασπορά ψευδών ειδήσεων», «πρόκληση των πολιτών σε αμοιβαία διχόνοια» και «έκθεση της χώρας σε κίνδυνο διατάραξης των φιλικών σχέσεων με ξένα κράτη».
Παρά την εισήγηση του εισαγγελέα που ζητούσε καταδίκη, οι πέντε κατηγορούμενοι αθωώθηκαν.
Ήταν οι πρώτη αθώωση αγωνιστών που παραπέμφθηκαν με τέτοιες κατηγορίες, κάτι που ενθάρρυνε όλους τους αγωνιστές, μεταξύ των οποίων και εμάς.
Δεν πρέπει να επιβραβεύονται τέτοιες πολιτικές και τέτοιες δραστηριότητες από εμάς τους Μακεδόνες και τους σκεπτόμενους δημοκρατικούς πολίτες?
Κάτι τέτοιο δεν θα ενθαρρύνει και άλλους να μιμηθούν?
Και τελικά, γιατί πρέπει να ρίχνουμε τις δικές μας πέτρες στα δικά μας κεφάλια?
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)