Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βενιζέλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βενιζέλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 24 Αυγούστου 2020

Η Ελλάδα προκάλεσε τον Ξεριζωμό του Ελληνισμού Μ.Ασίας – Θράκης

 


  Ο Αύγουστος 1922 είναι μήνας της δεύτερης φάσης του ξεριζωμού και της εξόντωσης του Ελληνισμού της Μ.Ασίας και Θράκης. Ήταν το τραγικό επακόλουθο της άτακτης υποχώρησης του Ελληνικού στρατού στο Μικρασιατικό μέτωπο.

Γιατί, όμως, αυτός ο Ελληνισμός εξοντώθηκε ή αναγκάστηκε να ξεριζωθεί από τις προαιώνιες εστίες τους, από τις οποίες ουδέποτε στο παρελθόν εκδιώχθηκε? Τι συνέβη, λοιπόν, και έγινε τώρα αυτός ο ξεριζωμός?

Τον ξεριζωμό αυτό τον σχεδίασε και τον επεδίωξε το Ελλαδικό κράτος.

Ο Β’ Βαλκανικός Πόλεμος (Ιούνιος 1913) ήταν πόλεμος καθαρά για μοίρασμα των εδαφών ανάμεσα στους νικητές. Στις συμφωνίες τους πουθενά δεν αναφέρεται προσάρτηση εδαφών ανάλογα με την πληθυσμιακή σύνθεση της περιοχής ή τα δικαιώματα των αυτοχθόνων λαών. Οι λαοί δεν υπολογίστηκαν καθόλου. Μετά την επανάσταση του Ίλιντεν, όμως, είχε κατατεθεί η άποψη να χορηγηθεί μια μορφή αυτονομίας στη Μακεδονία ανάλογα με την πληθυσμιακή σύνθεση. Η Ελλάδα, όμως, εκεί υστερούσε καθώς οι ελληνόφωνοι Μακεδόνες αποτελούσαν μια μειοψηφία μικρότερη από το 15% του πληθυσμού της Μακεδονίας, αλλά κι εκείνοι είχαν φιλικότατες σχέσεις με τους μη ελληνόφωνους Μακεδόνες. Έτσι ο μόνος τρόπος να αποκτήσει πληθυσμιακά ερείσματα, ήταν να αλλοιώσει τη σύνθεση του πληθυσμού.

Ο ίδιος ο Βενιζέλος είχε εκφράσει τη σκέψη της μεταφοράς πληθυσμών στα τέλη του 1914. Σε τηλεγράφημά του προς τον πρεσβευτή της Ελλάδας στο Βουκουρέστι, με μήνυμα προς τον πρωθυπουργό Τάκε Ιονέσκου (Ιστ.Αρχείο.Ε.Βενιζέλου Ι/35/1), γράφει μεταξύ άλλων:

«Δεν αντιτιθέμεθα δια τούτο κατά ενδεχόμενης αυξήσεως της Βουλγαρίας είτε εν Θράκη εις βάρος της Τουρκίας είτε εν Μακεδονία δια παραχωρήσεων εκ μέρους της Σερβίας […] Ο εθνικός όγκος των εν τω κόσμω Βουλγάρων είναι μικρότερος των 5.000.000 ψυχών. Ο ελληνικός εθνικός όγκος είναι μεγαλύτερος κατά 70%. Δια τον μείζονα τούτον εθνικόν όγκον, όστις μοιραίως είναι προορισμένος να συγκεντρωθή εντός των ορίων του ελεύθερου Βασιλείου, αξιούμεν έδαφος το οποίον να μην είναι μικρότερον του βουλγαρικού».

Ο Βενιζέλος, λοιπόν, σχεδίαζε να μεταφέρει τον «ελληνικό εθνικό όγκο» εντός των συνόρων της Ελλάδας. Συμφώνησε και στη κατάληψη τμημάτων της Μακεδονίας από τους Βούλγαρους και τους Σέρβους. Στην Μακεδονία, όμως και την παραλιακή ζώνη της Μ.Ασίας, όπου σκόπευε να εγκαταστήσει αυτούς τους πληθυσμούς, κατοικούσαν αλλοεθνείς πληθυσμοί, κυρίως Μακεδόνες και Τούρκοι, οι οποίοι έπρεπε να εκδιωχθούν.

Τον εποικισμό της Μακεδονίας τον εισηγήθηκε και ο εκφραστής του Ελλαδικού σοβινισμού στη Μακεδονία Ίων Δραγούμης, που ήταν γραμματέας του ελλαδικού προξενείου στα Μπίτολα. Σε επιστολή του προς τον πατέρα του (18-12-1903), που ήταν σημαίνον πρόσωπο του καθεστώτος των Αθηνών και μάλιστα έγινε και πρωθυπουργός για μερικούς μήνες, έγραψε μεταξύ άλλων:

«Πως εγώ εντεύθεν να κατορθώσω, μικρός και μόνος, να εκτελεσθούν τα εν τη κεφαλή μου σχέδια; Εισβολή αγροτικού ελληνικού πληθυσμού εις την Μακεδονίαν … κατασκευή διδασκάλων, ιεραποστόλων και ιερέων ιεραποστόλων, ανατίναξις σλαβικών Μοναστηρίων του Αγίου Όρους … βουλγαροκτονία, χειροτονία λαϊκών εις Επισκόπους, κατασκευή αγαθουργών κακούργων, ανάπτυξις σχέσεων μεταξύ Μακεδονίας και Ελλάδος, κατάταξις Μακεδόνων εις τον στρατόν (ιδίως βουλγαροφώνων), ανατροφή των παιδιών των προκρίτων, ιερέων και διδασκάλων βουλγαροφώνων ειδικώς εν Ελλάδι δωρεάν …».

Η «κατασκευή αγαθουργών κακούργων», που θα έκαμναν την «βουλγαροκτονία», έγινε με εγκληματίες μισθοφόρους και τον εκφασισμό αξιωματικών, υπαξιωματικών και γενικά του Ελλαδικού στρατεύματος. Λέει και τον τρόπο με τον οποίο θα προσεταιρίζονταν ένα τμήμα των Μακεδόνων. Λέει πάντως τους «Βουλγαρόφωνους» σκέτο Μακεδόνες.

Ήταν εκφρασμένη, λοιπόν, η πρόθεση του ελλαδικού σοβινισμού να μεταφέρει «ελληνικούς πληθυσμούς» στη Μακεδονία με σκοπό να αλλοιώσει τη σύνθεση του πληθυσμού εις βάρος των αυτοχθόνων. Για να βρει «έδαφος» να εγκαταστήσει αυτούς τους πληθυσμούς, έπρεπε να αδειάσει το έδαφος από τους μη ελληνόφωνους αυτόχθονες. Έτσι έβαλε σε εφαρμογή ένα ακραία εγκληματικό σχέδιο. Κατά τον Β’ Βαλκανικό Πόλεμο έδωσε εντολή στο στρατό, εκτός του να απωθήσει τους άλλους συνδιεκδικητές της Μακεδονίας, τους Βούλγαρους, να κάνει και εθνοκάθαρση. Η αρχή έγινε με την περιοχή του Κούκους (Κιλκίς). Εκτός του ότι βομβάρδισε και την πόλη, ώστε να αναγκασθούν να την εγκαταλείψουν οι περισσότεροι από τους αμάχους, μετά την κατάληψή της, σύμφωνα με την έκθεση του ιδρύματος Κάρνεγκι, έβαλε φωτιά στην πόλη και την κατέκαψε. Σύμφωνα με την ίδια έκθεση δολοφονήθηκαν και 74 άοπλοι κάτοικοι, που έκαναν το λάθος να μην εγκαταλείψουν τα σπίτια τους. Το ίδιο έκανε και στα γύρω χωριά μη ξεχωρίζοντας Εξαρχικούς και Πατριαρχικούς Μακεδόνες. Στην περιοχή δεν υπήρχε ούτε ένα ελληνόφωνο χωριό για να προφασιστούν οι φονιάδες, ότι τα θύματά τους διέπραξαν κάποιο έγκλημα εναντίον «του ελληνισμού». Το έγκλημά τους ήταν ότι άσκησαν το νόμιμο δικαίωμά τους να αποσχιστούν από το Πατριαρχείο και να προσχωρήσουν στην Εξαρχία ή την Καθολική εκκλησία (Ουνίτες). Αλλά το κυριότερο «έγκλημά τους» ήταν, ότι κατά την επανάσταση του Ίλιντεν είχαν στηρίξει μαζικά τον απελευθερωτικό αγώνα για μια «Μακεδονία που θα ανήκει στους Μακεδόνες». Αυτοί εξοντώθηκαν και εκδιώχθηκαν από τις εστίες τους ως φιλοβούλγαροι. Αλλά και λίγο βορειότερα, όπου οι κάτοικοι αναφέρονται ως φιλοσέρβοι, είχαν την ίδια αντιμετώπιση, αν και η Σερβία ήταν σύμμαχος της Ελλάδας. Ο Κωνσταντίνος Μαζαράκης, που συμμετείχε στον πόλεμο ως ταγματάρχης, αλλά είχε συμμετάσχει και στον αντιμακεδονικό αγώνα του 1904-1908 και γνώριζε τα επαναστατικά χωριά, έγραψε σε υπηρεσιακή έκθεσή του:

«Η τέλεια καταστροφή των πόλεων Γευγελής, Δοϊράνης και των περιχώρων αυτών – ένθα ουδείς κάτοικος απέμεινε – θα ηυκόλυνε ίσως την επιδίκασιν των μερών τούτων [στην Ελλάδα], διότι δεν πρόκειται περί κατοίκων πλέον δήθεν Σέρβων ή Σερβιζόντων αλλά περί τμήματος εδάφους και ερειπίων».

 Το ίδιο έκανε και κατά τη διάρκεια της προέλασής του σε όλη την ανατολική Μακεδονία. Η έκθεση Κάρνεγκι αναφέρει ότι καταστράφηκαν 149 χωριά. Οι Βουλγαρικές δυνάμεις ήταν ελάχιστες, καθώς είχαν διασπαστεί για να καλύψουν το μέτωπο με την Σερβία, τη Ρουμανία και την Τουρκία, ενώ οι Τουρκικές είχαν συγκεντρωθεί στο μέτωπο της Ανατολικής Θράκης, όπου οι Βουλγαρικές δυνάμεις είχαν καταλάβει την Αδριανούπολη και απειλούσαν την ίδια την Κωνσταντινούπολη. Έτσι οι άμαχοι της περιοχής έγιναν εύκολο θύμα της Ελλαδικής θηριωδίας. Αυτό προκάλεσε πανικό στους κατοίκους, οι οποίοι πριν ακόμα πλησιάσει ο ελλαδικός στρατός, άρχισαν να εγκαταλείπουν μαζικά τις πατρογονικές τους εστίες, για να σωθούν.

Αυτοί οι φυγάδες μετέφεραν στη Βουλγαρία και την Τουρκία τις ειδήσεις για το μακελειό, που διέπραττε ο ελλαδικός στρατός και ήταν φυσικό επόμενο να προκαλέσουν έντονα αισθήματα οργής, μίσους  και εκδίκησης κατά των εκεί ελληνοφώνων. Έκθεση του βρετανικού προξενείου Θεσσαλονίκης, το καλοκαίρι του 1914, γράφει σχετικά για τους άμαχους φυγάδες:

«Φτάνουν στην Τουρκία με την ανάμνηση των σφαγμένων φίλων και συγγενών τους νωπή στο μυαλό τους, θυμούνται όλα όσα οι ίδιοι υπέφεραν και τις διώξεις των οποίων υπήρξαν θύματα και, καθώς βρίσκονται χωρίς τα μέσα προς το ζην και πηγές εισοδήματος, δεν το βρίσκουν καθόλου κακό να ριχτούν πάνω στους έλληνες χριστιανούς της Τουρκίας και να τους επιφυλάξουν την ίδια μεταχείριση με αυτή που είχαν δεχθεί από τους Έλληνες χριστιανούς της Μακεδονίας».

Αυτό το μικρό κείμενο περιγράφει με σαφήνεια τις αιτίες και τους υπεύθυνους των διώξεων κατά των ελληνοφώνων της Τουρκίας και της Βουλγαρίας. Σ’ αυτές τις χώρες, μάλιστα, οι ελληνόφωνοι συζούσαν αρμονικά με τους ντόπιους για πολλούς αιώνες, χωρίς η διαφορά της γλώσσας να τους δημιουργεί κάποια αντιπαλότητα ή έχθρα μεταξύ τους. Τώρα τους μετέτρεψε σε θύματα αντεκδίκησης η θηριωδία του ελλαδικού στρατού στα Κατεχόμενα από αυτόν. Εξάλλου, όσον αφορά τη Βουλγαρία, οι ελληνόφωνοι ήταν Θράκες που εξελληνίστηκαν, ενώ οι Θράκες που δεν εξελληνίστηκαν μετονομάστηκαν καταχρηστικά από τους Βυζαντινούς σε Σλάβους ή Βούλγαρους.

Μετά την υπογραφή της συνθήκης ειρήνης του Βουκουρεστίου (28 Ιουλίου 1913), οι Ελλαδικές δυνάμεις σταμάτησαν τις συγκρούσεις με τους Βουλγάρους, αλλά όχι και την εθνοκάθαρση. Αυτή τη φορά την εφάρμοσαν εκεί όπου δεν πρόλαβαν να την κάνουν κατά τη διάρκεια του Α’ Βαλκανικού πολέμου. Ομάδες ατάκτων φασιστών, προσκόπων και εγκληματιών του αντιμακεδονικού αγώνα 1904-1908 κατέφθασαν στη Μακεδονία και επιδόθηκαν σε αγώνα κατατρομοκράτησης και εκδίωξης των αυτοχθόνων. Στα απομνημονεύματα και τις επιστολές τους μιλάνε για «εκκαθάριση της Μακεδονίας από κομιτατζήδες». Οι Κομίτες, όμως, είχαν πάψει κάθε δραστηριότητα μετά την εξέγερση του Ίλιντεν και μάλιστα πολλοί από αυτούς είχαν μεταναστεύσει στην Αμερική και την Δ.Ευρώπη. Η συμφωνία προαιρετικής ανταλλαγής πληθυσμών Ελλάδας Βουλγαρίας τους έδινε ένα είδος προκαλύμματος. Δολοφονώντας μερικούς από τους άοπλους κατοίκους, τρομοκρατούσαν τους υπόλοιπους, οι οποίοι για να σωθούν εγκατέλειψαν τις εστίες τους και έφυγαν προς την κατεχόμενη από τους Σέρβους και τους Βούλγαρους Μακεδονία και βόρεια Θράκη. Οι απογραφές εκδιωχθέντων αναφέρουν περίπου 90.000, αλλά ο πραγματικός τους αριθμός είναι πολύ μεγαλύτερος, καθώς οι εγκατασταθέντες στην σερβοκρατούμενη Μακεδονία δεν απογράφηκαν ποτέ. Η Σερβία τους χαρακτήριζε ως Σέρβους μέχρι τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οπότε επικράτησαν οι πραγματικά επαναστατικές δυνάμεις του Κομμουνιστικού Κόμματος Γιουγκοσλαβίας και τους αναγνώρισε ως Μακεδόνες.

 Η εισβολή της Ελλάδας στη Μακεδονία ξεπέρασε κατά πολύ σε βαρβαρότητα τους Τούρκους κατακτητές και τους Γερμανούς φασίστες. Εκείνοι δεν δολοφονούσαν άοπλους χωρικούς ούτε πυρπολούσαν χωριά χωρίς αιτία. Οι αθώοι χωρικοί που δολοφονήθηκαν και τα χωριά που πυρπολήθηκαν από τους Ελλαδίτες φασίστες, είναι δεκάδες φορές περισσότερα από τα χωριά που χτυπήθηκαν από τους Ναζί κατά την Κατοχή. Η επίσημη πολιτεία, όμως, όπως και οι υπήκοοι αυτού του κράτους, μιλάνε μόνο για τις θηριωδίες των Γερμανών φασιστών και των Τούρκων κατακτητών και ποτέ για τις ακόμα πιο βάρβαρες και περισσότερες θηριωδίες του δικού τους φασισμού. Τις επιδρομές και τις κατακτήσεις του δικού τους κράτους τις παρουσιάζουν ως ένδοξα κατορθώματα του στρατού και του λαού τους.

Το ίδιο σκηνικό και στην Μικρά Ασία

Μια πενταετία μετά την εισβολή στη Μακεδονία, έκαναν τα ίδια στη Μικρά Ασία. Σε συνεργασία με τους κηδεμόνες τους, τους Δυτικούς αποικιοκράτες, εισέβαλαν στη Μ. Ασία (Μάιος 1919) με την υπόσχεση να κάνουν δημοψήφισμα μετά από πέντε χρόνια και σε όποιες περιοχές πλειοψηφήσει η ένωση με την Ελλάδα, να προσαρτηθούν σ’ αυτήν. Είναι σαν να είπαν στην Ελλάδα, «Είσαι ελεύθερη, να κάνεις ότι έκανες στη Μακεδονία και όπου τα καταφέρεις, εκείνα τα εδάφη θα γίνουν δικά σου». Έτσι τα ελλαδικά στρατεύματα μαζί με την επίθεση κατά των τουρκικών στρατευμάτων, έκαναν και εθνική εκκαθάριση της περιοχής. Εκατοντάδες χωριά καταστράφηκαν και χιλιάδες άμαχοι δολοφονήθηκαν. Περιουσίες λεηλατήθηκαν, γυναίκες βιάστηκαν από τον  «ελληνικό απελευθερωτικό στρατό».

Το επίσημο κράτος, αλλά και οι υπήκοοί του, μιλάνε μόνο για την «καταστροφή του μικρασιατικού ελληνισμού» και καταριούνται τους «βάρβαρους Τούρκους» που ξερίζωσαν τους Ρωμιούς από τις προγονικές εστίες τους. Αποφεύγουν, όμως, να συζητήσουν για τις αιτίες που προκάλεσαν εκείνη την καταστροφή. Η απόλυτη σιωπή που είχε επιβληθεί επί πολλές δεκαετίες έσπασε τα τελευταία χρόνια λόγω των συμφωνιών που υπογράφηκαν για την ελευθερία του λόγου και χάρη στο διαδίκτυο.

Στην Wikipedia και στο λήμα «Μικρασιατική Καταστροφή» διαβάζουμε μεταξύ άλλων, τις περιγραφές που έκαναν ξένοι παρατηρητές, κατά κανόνα πιο αντικειμενικοί, για την δράση του «ελληνικού απελευθερωτικού στρατού».

Ο Τζέιμς Λόντερ Παρκ, Αμερικανός Ανθύπατος στην Κωνσταντινούπολη εκείνη την εποχή, ο οποίος επισκέφθηκε την κατεστραμμένη περιοχή αμέσως μετά την ελληνική υποχώρηση, περιέγραψε ως εξής αυτά που είδε:

«Η Μανίσα… σχεδόν εξ ολοκλήρου αφανισμένη απ’ τη φωτιά… 10.300 σπίτια, 15 τζαμιά, 2 λουτρά, 2.278 καταστήματα, 19 ξενοδοχεία, 26 βίλες ... Ο Καζαμπάς (Turgutlu) ήταν μια πόλη με 40.000 ψυχές, απ΄τις οποίες οι 3.000 ήταν μη-Μουσουλμάνοι. Από αυτούς τους 37.000 Τούρκους μόνο οι 6.000 μπορούσαν να μετρηθούν ανάμεσα στους ζωντανούς, ενώ 1.000 Τούρκοι ήταν γνωστό ότι είχαν πυροβοληθεί ή καεί ζωντανοί. Από τα 2.000 κτίρια που αποτελούσαν την πόλη, μόνο 200 παρέμειναν όρθια. Πάμπολλες ενδείξεις υπάρχουν που δείχνουν ότι η πόλη είχε συστηματικά καταστραφεί από Έλληνες στρατιώτες, που βοηθήθηκαν από έναν αριθμό Ελλήνων και Αρμενίων πολιτών. Κηροζίνη και βενζίνη χρησιμοποιήθηκαν ευρέως για να κάνουν την καταστροφή πιο σίγουρη, γρήγορη και πλήρη. Στη Φιλαδέλφεια (Alasehir) χρησιμοποιήθηκαν χειροκίνητες αντλίες για να βραχούν οι τοίχοι κτιρίων με κηροζίνη. Καθώς εξετάζαμε τα ερείπια της πόλης, βρήκαμε έναν αριθμό κρανίων και οστών, απανθρακωμένων και μαύρων, με υπολείμματα τριχών και δέρματος κολλημένα πάνω τους…».

 Ένας Βρετανός αξιωματούχος σημείωσε: «Σύμφωνα με τον ιστορικό Τανέρ Ακτσάμ: «Δεν υπήρξε καν οργανωμένη αντίσταση [από τους Τούρκους] κατά τη διάρκεια της Ελληνικής κατοχής. Και όμως οι Έλληνες επιμένουν να καταπιέζουν, και συνεχίζουν να καίνε χωριά, να σκοτώνουν Τούρκους και να βιάζουν και να σκοτώνουν γυναίκες και νεαρά κορίτσια, να στραγγαλίζουν παιδιά».

Η Διασυμμαχική Επιτροπή, που κάθε άλλο παρά ανθελληνική ήταν, έγραψε στην αναφορά της στις 23 Μαϊου 1921:

«Μια ιδιαίτερη και συστηματική μέθοδος φαίνεται να ακολουθείται κατά την καταστροφή των χωριών, ομάδα προς ομάδα, κατά τους τελευταίους δύο μήνες, η οποία καταστροφή έχει αγγίξει τα περίχωρα του ελληνικού αρχηγείου. Τα μέλη της Επιτροπής θεωρούν ότι, στην περίπτωση των οικισμών της Γιάλοβας και του Τζεμλίκ που κατέλαβε ο ελληνικός στρατός, υπάρχει ένα συστηματικό σχέδιο καταστροφής των Τουρκικών χωριών και εξάλειψης του Μουσουλμανικού πληθυσμού. Το σχέδιο αυτό υλοποιείται από ελληνικές και αρμενικές ομάδες, που φαίνονται να δρουν υπό τις ελληνικές οδηγίες, και μερικές φορές ακόμη και με συνδρομή αποσπασμάτων τακτικού στρατού.»

 Οι βιαιοπραγίες, οι δολοφονίες, οι βιασμοί και οι ληστείες κατά των αμάχων ξεκίνησαν αμέσως μετά την εγκατάσταση των ελλαδικών δυνάμεων στη Σμύρνη. Αυτό ανάγκασε την ελληνική διοίκηση να καταδικάσει σε θάνατο τρεις από τους βιαιοπραγούντες, προκειμένου να δείξει στη Διασυμμαχική Επιτροπή, ότι προτίθεται να ασκήσει χρηστή διοίκηση. Η Επιτροπή, βέβαια, δεν πείστηκε και μετά από σχετική έρευνα καταλόγισε στον ελληνικό στρατό την ευθύνη για την αιματοχυσία στη Σμύρνη. Η πρόταση που έκανε η Επιτροπή να γίνει δημοψήφισμα για να αποφασίσουν οι τοπικοί πληθυσμοί ποια διοίκηση επιθυμούν, απορρίφθηκε από την ελληνική πλευρά, καθώς δεν είχε τότε την πλειοψηφία στην ευρύτερη περιοχή. Το ενδεχόμενο, όμως, να επανέλθει η πρόταση για δημοψήφισμα αργότερα, καθόρισε την τακτική της Ελλάδας για εθνοκάθαρση. Έτσι, κατά την προέλαση του ελλαδικού στρατού προς την ενδοχώρα, παράλληλα με την απώθηση των διαλυμένων τουρκικών δυνάμεων, εξαπολύθηκε μια άνευ προηγουμένου τακτική κατατρομοκράτησης και εκδίωξης αμάχων Μουσουλμάνων από τις εστίες τους. Ήταν η ίδια τακτική εθνοκάθαρσης, που η Ελλάδα εφάρμοσε λίγα χρόνια νωρίτερα και η οποία της απέδωσε την κατοχή της μισής Μακεδονίας. Για το τι επακολούθησε την ήττα στον Σαγγάριο και την άτακτη υποχώρηση του ελλαδικού στρατού, εύγλωττες είναι οι περιγραφές των υποχωρούντων φαντάρων και αξιωματικών στα απομνημονεύματα, τα ημερολόγια και τις επιστολές τους.

Γράφουν κάποιοι:

-     «Περνούμε χωριά, Μπάρκιοϊ, κατόπιν το Καπητσιλάρ, το οποίο εκαίετο, μετά το Γιουγουρντερέ, κι αυτό εκαίετο, παρακάτω άλλο χωριό, κι αυτού φωτιά… Στα πλάγια μας καίγονται έρημα χωριά!... Αντίκρυ μας εκαίετο ένα χωριό, από κοντά μας σε λίγο περνούσε το 27ο Σύνταγμα, όλοι οι μεταγωγικοί ήσαν φορτωμένοι από κότες, αυγά, τυριά και ό,τι τέλος πάντων ημπορεί να έχη ένα χωριό πριν καεί!» (Χαράλαμπος Πληζιώτης.)

-      

-     «Μετά που φτάσαν οι δικές μας στρατιωτικές δυνάμεις βάλαν φωτιά στο χωριό και σήμερα που φτάσαμε ακόμα καίγεται. Οι κάτοικοι που είχαν μείνει ζωντανοί είναι όλοι συγκεντρωμένοι σ’ ένα αρχαίο φρούριο, που είναι στη διάθεση των φαντάρων. Ό,τι τους βαστάει η ψυχή τους, άλλοι σκοτώνουνε τούρκους χωρικούς γι’ αντίποινα, άλλοι ατιμάζουνε κορίτσια και γυναίκες». (τσολιάς από Βοιωτία)

-      

-     «Παρασκευή 9 Ιουλίου 1921. Άφιξις περί την 10ην νυκτερινήν εις χωρίον Αριμπερέν, πλησίον ποταμού. Το χωρίον ελεηλατήθη κυριολεκτικώς και διηρπάγη. Εγέννοντο πολλαί ατιμώσεις υπό τα όματα γονέων. Περιουσίαι και έπιπλα διηρπάγησαν διά προσωπικήν χρήσιν. Εθεάθησαν οπλίται να κοιμώνται εις στρώματα, να φέρωσιν παπλώματα μεταξωτά κτλ. Η νυξ διήλθεν σχεδόν εν εορτασμώ, με φωτιές, ψητά κτλ…». (ημερολόγιο κοζανίτη ανθυπολοχαγού)

-      

-     4 Σεπτεμβρίου 1921: «Όλα του κάμπου τα χωρία καίονται από το υποχωρούν Γιουνάν-Ασκέρ το οποίο μεταλαμπαδεύει, επ’ ευκαιρία της διαβάσεώς του, τα πραγματικά φώτα … του πολιτισμού». (Νίκος Βασιλικός, πατέρας του συγγραφέα Βασίλη Βασιλικού)

-      

-     18 Αυγούστου 1922: «Περνούμε τροχάδην από το μέσον του χωριού Μπουνάζ, το οποίον παρεδόθη εις τας φλόγας υπό τας κατάρας και τα αναθέματα των χανουμισσών που γυμνές τρέχουν εις τους κήπους δια να σωθούν από τη φωτιά… Πολλοί φονεύονται καθ’ οδόν. Μπροστά μου, ένας δικός μας μεταγωγικός εστήριξε την κάνην του όπλου του εις τον λαιμόν του Τούρκου και πυροδοτήσας επέταξε το κεφάλι του με την δύναμιν των αερίων της μπαρούτης εις απόστασιν 15 μέτρων. Οποία αποθηρίωσις! Οποία αποχαλίνωσις των κτηνωδών ενστίκτων!!...». (Ν.Βασιλικός)

-      

-     19-21 Αυγούστου: «Το Ουσάκ καίεται. Όλα τα γύρω χωριά παραδίδονται εις τας φλόγας. Φωτιά, παντού φωτιά. […] Μετά πορείαν δώδεκα ωρών φθάνομεν εις το χωρίον Εϋνέκ, κείμενον εντός χαράδρας, φωτιζομένης με αγρίαν μεγαλοπρέπειαν από τας φλόγας του καιομένου χωριού… Μέσα εις την χαράδραν επικρατεί αφάνταστος αλαλαγμός από τας φωνάς, αναμίκτους με τους κρότους τους ξηρούς που προέρχονται από τα καιόμενα ως τεράστια πυροτεχνήματα σπίτια του χωριού. Νερώνειον αληθές θέαμα. Οι ουρανομήκεις φλόγες φωτίζουν τους ακίνητους φαντάρους οι οποίοι ψήνουν διαρκώς όρνιθας, χήνας και κριάρια προερχόμενα από την διαρπαγήν και την λεηλασίαν που μας απέμεινε ως μόνη Επιμελητεία. […] Τουρκικόν αεροπλάνον ρίχνει προκηρύξεις του Κεμάλ, έχουσας ως εξής: “Έλληνες δειλοί και άνανδροι. Μη καίετε τα χωριά γιατί θα τα κτίσουν οι αιχμάλωτοι συνάδελφοί σας’’». (Ν. Βασιλικός).

-      

-     23 Αυγούστου: «Διερχόμεθα από της Φιλαδελφείας, η οποία καίεται απ’ άκρου εις άκρον. Η λύσσα της καταστροφής και της λεηλασίας δεν κάμνει διάκρισιν εθνικοτήτων. Καίεται η ελληνική συνοικία Φιλαδελφείας και λεηλατούνται αι ελληνικαί οικίαι,  όπως και αι Τουρκικαί. Πυροβολισμοί ρίπτονται παρά ημετέρων, προκαλούντες σύγχυσιν και αναταραχήν…» (συνταγματάρχης Στυλιανός Γονατάς)

-      

-     18 Αυγούστου: «Πυρπολούντες διαφόρους οικίας, ανέμενον εις την εξώθυράν των τους ενοίκους αυτών και, αφού ελήστευον τα πολυτιμότερα είδη των, όσα εγκαταλείποντες τας καιομένας οικίας των παρελάμβανον μεθ’ εαυτών, τους εφόνευον. Η μέθοδος αύτη απετέλει εξαίρετον και ασφαλή δι’ αυτούς τρόπον καταληστεύσεως των δύστυχων κατοίκων. Τα προϊόντα των ληστειών των (χρυσά ή χάρτινα Τουρκικά νομίσματα και άλλα πολύτιμα αντικείμενα) εναπέθετον πολλοί τούτων εις χιλωτήρας κτηνών, δι’ ών ήσαν εφωδιασμένοι. Είδον πολλούς εξ αυτών, κατά την προς την Σμύρνην μετακίνησίν μου και βραδύτερον εις Χίον, μεταφέροντας χιλωτήρας πλήρεις ειδών, εκ λαφυραγωγίας προερχομένων, καθ’ ων εν τούτοις ουδέν ηδυνάμην να λάβω μέτρον». (ταγματάρχης Παναγάκος)

Είναι μερικές από τις αναφορές, σταχυολογημένες από το βιβλίο του Τάσου Κωστόπουλου «ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ ΕΘΝΟΚΑΘΑΡΣΗ» (Βιβλιόραμα, 2007), όπου υπάρχουν και οι σχετικές πηγές.

 Είναι ολοφάνερο ότι την καταστροφή της Σμύρνης και του «Μικρασιατικού Ελληνισμού» την προκάλεσε η κτηνωδία των ελλαδικών δυνάμεων. Υπολόγισαν εσφαλμένα, ότι προκαλώντας εθνοκάθαρση κατά των Τούρκων, θα προκαλέσουν ως αντίποινα την εκδίωξη Ρωμιών από τα ενδότερα προς τα μικρασιατικά παράλια. Μόνο έτσι θα μπορούσε να δημιουργηθεί μια παραλιακή ζώνη με πλειοψηφία ελληνορθόδοξου πληθυσμού, κάτι που με την συνδρομή των συμμάχων θα επέτρεπε την ένωση με την Ελλάδα. Για την υλοποίηση του σχεδίου της «Μεγάλης Ελλάδας» έπρεπε κάποιοι αθώοι να θυσιαστούν και να χάσουν τις περιουσίες τους και την πατρίδα τους, άσχετα αν αυτοί θα ήταν Ρωμιοί ή ξένοι. Καταστρέφοντας τουρκικές πόλεις και χωριά και βιάζοντας και δολοφονώντας  Μουσουλμάνους χωρικούς, ήξεραν ότι θα προκαλέσουν ανάλογα αντίποινα. Υπολόγιζαν βέβαια ότι θα δημιουργήσουν μια δεύτερη ζώνη άμυνας που θα τους επέτρεπε να υλοποιήσουν τα σχέδιά τους. Δεν υπολόγισαν, όμως σωστά την ορμή των τουρκικών δυνάμεων, την οποία ενίσχυσαν με οργή και αυτοθυσία οι ίδιοι τους με τα εγκλήματα που διέπραξαν κατά των αμάχων Τούρκων της Μικράς Ασίας. Ας μην καταριόνται, λοιπόν, τους Τούρκους κι ας μην ρίχνουν την ευθύνη της καταστροφής του «Μικρασιατικού Ελληνισμού» σ’ εκείνους. Την καταστροφή την προκάλεσε συνειδητά η εγκληματική συμπεριφορά της Ελλάδας. 

  Το μακελειό κατά των αμάχων σε Μακεδονία και Μικρά Ασία το προκάλεσε η Ελλάδα, γιατί αυτή ήταν η μόνη που υστερούσε σ’ αυτές τις περιοχές στον τομέα της σύνθεσης του πληθυσμού έναντι των ανταγωνιστών του σοβινισμού της. Η διαφορά των δύο περιπτώσεων έγκειται, στο ότι οι Τούρκοι είναι πολυπληθέστερος λαός από τους Μακεδόνες και είχαν πολιτικοστρατιωτική πείρα και αυτονομία. Ρόλο έπαιξε και η μεταστροφή των συμμάχων υπέρ του Κεμάλ Ατατούρκ, ενώ στη Μακεδονία οι σύμμαχοι στήριξαν την βαρβαρότητα της Ελλάδας μέχρι τέλους, επειδή μια αυτόνομη Μακεδονία μελλοντικά ήταν πιθανός σύμμαχος των Ρώσων και των συμμάχων της Σερβίας και Βουλγαρίας, λόγω συγγένειας γλώσσας και θρησκείας.

Η εισβολή της Ελλάδας σε Μακεδονία και Μικρά Ασία αποτελεί την πλέον βάρβαρη εισβολή που καταγράφηκε ποτέ σ’ αυτές τις περιοχές. Ο φασισμός σε πιο ακραία μορφή και από εκείνη των Ναζί. Οι Γερμανοί ζήτησαν συγγνώμη για τα εγκλήματα των Ναζί μόνο όταν εκείνοι ηττήθηκαν. Ο ελλαδικός φασισμός, όμως, δεν ηττήθηκε χάρη στην ανοχή και την στήριξη των δυτικοευρωπαίων αποικιοκρατών, που δεν ήθελαν την τιμωρία της θυγατρικής τους αποικιακής δύναμης στην περιοχή.

Οι πολίτες αυτής της χώρας έχουν δικαίωμα να μάθουν και πρέπει να μάθουν όλη την αλήθεια. Η χώρα τους δεν είναι «η καημένη Ελλαδίτσα», που όλοι οι γείτονες επιβουλεύονται εδάφη της και έχουν διαπράξει εγκλήματα κατά του «Ελληνισμού», αλλά είναι εκείνη που έχει διαπράξει πολύ περισσότερα εγκλήματα και έχει αρπάξει εδάφη των γειτονικών λαών.  

 

Κυριακή 3 Μαΐου 2009

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος ως πράκτορας των Δυτικών


Θα ασχοληθούμε με τον πολιτικό ρόλο του Ελευθερίου Βενιζέλου, καθώς αυτόν το μήνα συμπληρώνονται 90 χρόνια από τη Μικρασιατική εκστρατεία που οδήγησε στην ομώνυμη καταστροφή. Και θα ασχοληθούμε γιατί η όλη δράση του έχει άμεση σχέση με μας τους Μακεδόνες και το Μακεδονικό Ζήτημα.

Αξίζει να δούμε αρχικά, τι έγραψε σε ενδιαφέρον άρθρο του ο Αντώνης Καρκαγιάννης, με θέμα:


Oι μεγάλες ευθύνες του Ελευθερίου Βενιζέλου

στη Μικρασιατική Καταστροφή

«Ποιες ήταν οι ευθύνες του Ελευθερίου Βενιζέλου για τη Mικρασιατική εκστρατεία και, τελικά, για την καταστροφή;

Το ερώτημα απασχολεί τους Ελληνες επί ακριβώς 90 χρόνια και ολοκληρωτική απάντηση, σαφή και χωρίς περιστροφές, δεν δώσαμε ή δεν τολμήσαμε να δώσουμε. Αλλωστε ο Ελευθέριος Βενιζέλος κυριάρχησε στην ταραχώδη πολιτική ζωή της χώρας και μετά την καταστροφή, επί δέκα και πλέον έτη. Σαν ο ελληνικός λαός και ιδιαίτερα οι εξαθλιωμένοι πρόσφυγες της Μικράς Ασίας, του Πόντου και της Ανατολικής Θράκης να είχαν παρακάμψει το ερώτημα και να τον είχαν απαλλάξει από κάθε ευθύνη.

Γιατί τα θυμήθηκα τώρα αυτά. Πρώτον, γιατί συμπληρώνονται ακριβώς 90 χρόνια από το μοιραίο μεσημέρι της 6ης Μαΐου 1919, όταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος, πρωθυπουργός τότε της Ελλάδας, έλαβε, στο Παρίσι όπου βρισκόταν, επείγον τηλεφωνικό μήνυμα του Λόυδ Τζωρτζ, πρωθυπουργού τότε της Μεγάλης Βρετανίας και ενός από την ισχυρή Τριανδρία της νικηφόρου Αντάντ (Κλεμανσώ, Λόυδ Τζωρτζ και Ουίλσον). Υστερα από λίγο συνάντησε τον Αγγλο πρωθυπουργό, ακριβώς στις 14.45, ο οποίος αμέσως τον ρώτησε: «Εχετε διαθέσιμο στρατό;». «Εχομεν», απάντησε ο Βενιζέλος, «αλλά περί τίνος πρόκειται;» «Αποφασίσαμεν σήμερον μετά του προέδρου (των ΗΠΑ) Ουίλσον και του κ. Κλεμανσώ, ότι δέον να καταλάβετε την Σμύρνην». Χωρίς να το σκεφθεί ο Βενιζέλος, χωρίς να ζητήσει διευκρινίσεις για το ακριβές περιεχόμενο και τη σκοπιμότητα της τολμηρής πρότασης και χωρίς να συμβουλευθεί κανέναν, ούτε καν τη στρατιωτική ηγεσία, απάντησε με ενθουσιασμό: «Είμαστε πανέτοιμοι». Δύο εβδομάδες μετά, μια ελληνική μεραρχία αποβιβαζόταν στη Σμύρνη, όπου έγινε ενθουσιωδώς δεκτή. Ετσι, τόσο γρήγορα (επιτρέψτε μου, τόσο απερίσκεπτα) άρχισε η μεγαλύτερη περιπέτεια της νεότερης Ελλάδας.

Αυτά και άλλα πολλά μάς τα υπενθυμίζει ένα ολιγοσέλιδο βιβλίο του ακαδημαϊκού Κωνσταντίνου Σβολόπουλου, που εκδόθηκε τον περασμένο Φεβρουάριο από την εκδοτική εταιρεία Ικαρος. Μένω με την εντύπωση ότι η έκδοση τελεί υπό την αιγίδα του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών και Μελετών «Ελευθέριος Βενιζέλος» και το προλογίζει ο γενικός διευθυντής του Νικόλαος Παπαδάκης.

Εχει ιδιαίτερη σημασία ο τίτλος του βιβλίου: «Η Απόφαση για την Επέκταση της Ελληνικής Κυριαρχίας στη Μικρά Ασία». Επί 90 χρόνια καλλιεργείται ουσιώδης ασάφεια όσον αφορά τον σκοπό της ελληνικής στρατιωτικής παρουσίας στη Μικρά Ασία, αν ήταν για να διασφαλίσει δυναμικά τα δικαιώματα των εκεί Ελλήνων χριστιανών ή αν ήταν αφαίρεση εδάφους από ξένη επικράτεια και επέκταση σε αυτό της ελληνικής κυριαρχίας. Η απάντηση του Κωνσταντίνου Σβολόπουλου με τον τίτλο του βιβλίου είναι σαφής: Ηταν απόσπαση εδάφους και επέκταση σε αυτό της ελληνικής κυριαρχίας, όπως συνέβη στην Ηπειρο, τη Μακεδονία και τη Θράκη μετά τον πρώτο και τον δεύτερο Βαλκανικό Πόλεμο.

Ασάφεια χαρακτηρίζει και τον ίδιο τον Ελευθέριο Βενιζέλο, αν κρίνουμε από τη ρητορεία του εκείνων των ημερών, στοιχεία της οποίας παραθέτει ο Κ. Σβολόπουλος. Τον απασχολούν τα ανθρώπινα δικαιώματα των Ελλήνων χριστιανών της Μικράς Ασίας, αλλά δεν κρύβει την πεποίθησή του ότι αυτά διασφαλίζονται μόνο με την επέκταση της ελληνικής κυριαρχίας. Πιο μεγάλη σημασία έχει αν η ίδια ασάφεια χαρακτηρίζει την «εντολή» των Τριών Μεγάλων της νικηφόρου Αντάντ. Εκεί τα πράγματα είναι πιο μπερδεμένα. Μεταξύ τους μιλούσαν για την αναπόφευκτη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την εξασφάλιση «ζωνών επιρροής» στο υπό διαμόρφωση καθεστώς της Μέσης Ανατολής. Εύλογο το ενδιαφέρον αφού από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο αναδύθηκε θριαμβευτικά ο πετρελαιοβόρος καπιταλισμός. Στο πλαίσιο, όμως, του υποχείριου σουλτανικού καθεστώτος της Κωνσταντινούπολης. Το 1919 δεν λογάριαζαν ακόμη το κίνημα του Μουσταφά Κεμάλ.

Από πουθενά δεν προκύπτει σαφώς ότι η «εντολή» των Τριών είχε την έννοια της επέκτασης της ελληνικής κυριαρχίας σε έδαφος άλλης επικράτειας. Ως ένα σημείο ανέχθηκαν την ελληνική επέμβαση για να εξισορροπήσουν τις διεκδικήσεις της Ιταλίας και της Γαλλίας και κυρίως για να αντιμετωπίσουν στρατιωτικά το κίνημα του Μουσταφά Κεμάλ, άσπονδου εχθρού της υποχείριας σ’ αυτούς σουλτανικής κυβέρνησης. Οταν διαπίστωσαν ότι πολιτικά και στρατιωτικά κυρίαρχος ήταν ο Κεμάλ, εγκατέλειψαν στη μοιραία τύχη τους τους Ελληνες και τις πομπώδεις διακηρύξεις περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων και αυτοδιάθεσης των εθνοτήτων.

Σήμερα μας φαίνεται απίστευτο πώς ένας τόσο ευφυής πολιτικός, ο Ελευθέριος Βενιζέλος, έπεσε (επιτρέψτε μου, τόσο απερίσκεπτα) σε μια τέτοια παγίδα. Προχείρως θα μπορούσε κανείς να πει ότι είχε «καβαλήσει το καλάμι» (το παθαίνουν ακόμα και οι ευφυείς πολιτικοί) από τις μεγάλες επιτυχίες του πρώτου και δεύτερου Βαλκανικού Πολέμου. Μια πιο σοβαρή απάντηση θα απαιτούσε ενδελεχή μελέτη των εσωτερικών και διεθνών αντιθέσεων εκείνης της εποχής, των συμφερόντων και ιδεών που επικρατούσαν. Για τους σημερινούς Ελληνες, που επί 90 χρόνια κουβαλούν το μοιρολόι για την πράγματι πιο μεγάλη εθνική καταστροφή, είναι ζήτημα εθνικής αυτογνωσίας να καταλάβουμε πράγματι το πώς και το γιατί. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, πάντοτε ευφυής, γρήγορα κατάλαβε το αδιέξοδο και έσπευσε να απεμπολήσει τις ευθύνες του με τις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920, τις οποίες άνετα μπορούσε να αποφύγει.»

(Καθημερινή 26-04-09)


Οι άλλες εκστρατείες


Η ενέργεια αυτή του Ε. Βενιζέλου δεν ήταν η μόνη που δείχνει ότι εκτελούσε εντολές των Δυτικών συμμάχων.

Δύο μήνες νωρίτερα (Φεβρουάριος 1919) είχε στείλει εκστρατευτικό σώμα στην Κριμαία (Ουκρανία) το οποίο συμμετείχε στις επιχειρήσεις των συμμαχικών δυνάμεων κατά των Ρώσων μπολσεβίκων. Φυσικά δεν κατάφεραν τίποτα, καθώς οι Ρώσοι με τη φόρα που είχαν πάρει μετά την Οκτωβριανή επανάσταση (1917), τους ανάγκασαν σε άτακτη υποχώρηση.


Αν για την εκστρατεία στη Μικρά Ασία υπήρχε κάποια πρόφαση την προστασία των εκεί χριστιανικών πληθυσμών, η εκστρατεία στην Κριμαία δεν είχε κάποια παρόμοια δικαιολογία.

Ένας και μοναδικός ήταν ο λόγος. Ο Βενιζέλος συμμετέχοντας στον αγώνα των Αγγλογάλλων για τη δημιουργία ζωνών επιρροής, περίμενε ανταλλάγματα, τα οποία και πήρε.


Η περίπτωση της Κρήτης


Κατά τη συμμετοχή του στους αγώνες της πλειοψηφίας των Κρητικών για ένωση με την Ελλάδα (υπήρχαν και Κρητικοί που αγωνίζονταν για αυτονομία της Κρήτης), ο Βενιζέλος είχε μια πολύ σημαντική εμπειρία.

Κατά την επανάσταση του 1897 στο Ακρωτήρι, οι επαναστάτες, των οποίων ηγέτης ήταν ο Βενιζέλος, ήταν έτοιμοι να εκτοπίσουν τους Τούρκους από την περιοχή.

Τα ευρωπαϊκά πολεμικά πλοία, μετά από αίτημα των Οθωμανικών αρχών, βομβάρδισαν τους επαναστάτες. Επί πλέον σε διπλωματικό επίπεδο, οι Μεγάλες Δυνάμεις αντιτάχθηκαν στην ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα.


Το ίδιο συνέβη και με τους μετέπειτα αγώνες των Κρητικών για ένωση.

Το 1905 συνήλθε η Κρητική Συνέλευση στο Θέρισο και κήρυξε την ένωση με την Ελλάδα, αλλά οι Μεγάλες Δυνάμεις απείλησαν με επέμβαση και ανάγκασαν τους στασιαστές να υποχωρήσουν και να συμβιβαστούν με μια χαλαρή μορφή αυτονομίας.

Ο Βενιζέλος ήξερε πλέον ότι μόνο αν παίξει πειστικά και ουσιαστικά το ρόλο των Δυτικών μπορεί να πετύχει κάτι.


Η περίπτωση της Μακεδονίας


Η απόπειρα της Ελλάδας να επεκταθεί προς βορρά το 1897, οδήγησε σε οδυνηρή ήττα στο θεσσαλικό κάμπο και μόνο χάρη στην παρέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων διασώθηκε η ανεξαρτησία της. Μετά από εκείνη την περιπέτεια η Ελλάδα δεν θα διανοούνταν να επιχειρήσει άλλον επεκτατικό πόλεμο.

Το πολιτικό κενό που θα άφηνε η καταρρέουσα Οθωμανική αυτοκρατορία έγινε αντικείμενο ανταγωνισμού των Μεγάλων Δυνάμεων.

Ο Βενιζέλος ήξερε ότι μόνο εξυπηρετώντας τις επιδιώξεις των Δυτικών μπορούσε να ικανοποιήσει τις επεκτατικές βλέψεις της Ελλάδας. Έπρεπε λοιπόν να λειτουργήσει ως πιστό προτεκτοράτο των Αγγλογάλλων στα Βαλκάνια.

Μόνο οι αφελείς πιστεύουν ότι η συμμαχία της Ελλάδας κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους με Σερβία, Μαυροβούνιο, Βουλγαρία και Ρουμανία έγινε εν αγνοία και χωρίς την έγκριση των Μεγάλων Δυνάμεων. Μη ξεχνάμε ότι την Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, με την οποία η Βουλγαρία έπαιρνε το μεγαλύτερο μέρος της Μακεδονίας, την ακύρωσαν οι Δυτικοί, χωρίς να έχουν συμμετάσχει στις πολεμικές συγκρούσεις.

Στη Μακεδονία δεν υπήρχε κανενός είδους πολιτικό κίνημα για ένωση με την Ελλάδα. Υπήρχε μόνο αυτονομιστικό μακεδονικό κίνημα, το οποίο όμως δεν ήταν ενταγμένο στη σφαίρα επιρροής κάποιου μπλοκ και αυτός ήταν ο βασικός λόγος που δεν στηρίχθηκε από καμία δύναμη. Οι ελληνόφωνοι δεν ξεπερνούσαν το 11% του πληθυσμού και για την προστασία του χριστιανικού πληθυσμού της Μακεδονίας εγγυητές ήταν η Ρωσική και η Αυστρουγγρική αυτοκρατορία. Έτσι ο Βενιζέλος ήξερε ότι μόνο αν η Ελλάδα λειτουργούσε ως εκφραστής των Δυτικών συμφερόντων είχε πιθανότητες να επεκταθεί στη Μακεδονία.

Μετά την επιτυχή για την Ελλάδα εξέλιξη των Βαλκανικών Πολέμων 1912-1913, ήρθε ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος τάσσονταν επίμονα υπέρ της ουδετερότητας, σε αντίθεση με τον Βενιζέλο ο οποίος τάχθηκε εξ αρχής υπέρ της εισόδου της Ελλάδας στον πόλεμο.

Οι Αγγλογάλλοι μετά την άρνηση της Ελλάδας να συνταχθεί μαζί τους, έκαναν απόβαση στη Θεσσαλονίκη (Οκτώβριος 1915) χωρίς να ζητήσουν ουσιαστικά έγκριση από την κυβέρνηση των Αθηνών. Απλώς την ενημέρωσαν.

Τον ίδιο μήνα οι βουλγαρικές και αυστριακές δυνάμεις κατανίκησαν το σερβικό στρατό και η Βουλγαρία κατέλαβε το σερβικό τμήμα της Μακεδονίας. Τα υπολείμματα του σερβικού στρατού κατάφυγαν στην Κέρκυρα. Οι σύμμαχοι διατύπωσαν στην κυβέρνηση των Αθηνών το αίτημα να μεταφερθούν οι σερβικές δυνάμεις μέσω του εδάφους της στο τμήμα της Μακεδονίας που τρία χρόνια πριν είχε καταλάβει η Ελλάδα. Παρά την άρνηση των Αθηνών οι σύμμαχοι μετέφεραν τις σερβικές δυνάμεις μέσω Θεσσαλονίκης στο Μακεδονικό Μέτωπο


Έτσι στο Μακεδονικό Μέτωπο (έτσι το ονόμαζαν και όχι ελλαδικό) οι Σέρβοι μάχονταν στη νότια πλευρά, ενώ οι Βούλγαροι στη βόρεια που τρία χρόνια πριν είχε περιέλθει στη σερβική επικράτεια.

Οι Αγγλογάλλοι, με λίγα λόγια, συμπεριφέρθηκαν σαν να μην ήταν η νότια Μακεδονία μέρος της ελλαδικής επικράτειας. Ο κίνδυνος να χάσει η Ελλάδα, ότι είχε κερδίσει με τους Βαλκανικούς Πολέμους, ήταν ορατός και ο Βενιζέλος το αντιλήφθηκε καλύτερα από κάθε άλλον. Έτσι αποφάσισε να ηγηθεί του κινήματος «Εθνικής Άμυνας» που έμεινε γνωστό και ως Εθνικός Διχασμός. Ήρθε στη Θεσσαλονίκη (Οκτώβριος 1916) όπου σχημάτισε δεύτερη κυβέρνηση η οποία αποφάσισε αμέσως τη συμμετοχή στον πόλεμο στο πλευρό των Αγγλογάλλων.

Τον επόμενο Μάϊο οι Αγγλογάλλοι αναγκάζουν σε παραίτηση τον γερμανόφιλο βασιλιά Κωνσταντίνο και έτσι υποβοηθούν την επάνοδο στην πρωθυπουργία του εκλεκτού τους, Ε. Βενιζέλου, ο οποίος οδήγησε και επίσημα πλέον την Ελλάδα στον πόλεμο.

Η Ελλάδα έγινε πλέον καθαρό προτεκτοράτο των Δυτικών και ο Βενιζέλος πιστό φερέφωνό τους. Για αυτό το ρόλο και αυτή της την ιδιότητα η Ελλάδα θα ενισχυθεί από τους «συμμάχους» της.

Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή οι δυνάμεις του Κεμάλ Ατατούρκ εύκολα θα ανακαταλάμβαναν περιοχές της Δ. Θράκης και της Μακεδονίας τις οποίες είχαν χάσει κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους. Ο ελλαδικός στρατός είχε διαλυθεί τελείως και είχε εγκαταλείψει τον οπλισμό του κατά την άτακτη υποχώρηση. Οι Αγγλογάλλοι, όμως, που είχαν εγκατασταθεί στην Ανατολική Θράκη, εμπόδισαν τον Κεμάλ να συνεχίσει την επέλασή του στη Θράκη. Επί πλέον ανάγκασαν τη Βουλγαρία να εγκαταλείψει τη Δυτική Θράκη, την οποία και παραχώρησαν στο πιστό τους προτεκτοράτο, την Ελλάδα. Έτσι δημιούργησαν μια στενή ζώνη στα νότια Βαλκάνια που δεν επέτρεπε στους ανταγωνιστές τους την κάθοδο στο Αιγαίο.

Για την εξυπηρέτηση αυτού του σκοπού, οι Αγγλογάλλοι, που σε άλλες περιπτώσεις κόπτονται για την προστασία και τα δικαιώματα των λαών, ανέχτηκαν και ίσως και να παρότρυναν την πολιτική εθνοκάθαρσης του Βενιζέλου στη Μακεδονία.

Δεν είναι καθόλου τυχαίο που ο Βενιζέλος κάθε φορά που έχανε την εξουσία, κατέφευγε στο Παρίσι, όπου και τελικά πέθανε.

Η σύγκρουσή του με το βασιλιά δεν είχε απολύτως καμία σχέση με αντιμοναρχική δημοκρατική πολιτική του Βενιζέλου, όπως εσφαλμένα παρουσιάζεται, αλλά με επιλογή εξυπηρέτησης διαφορετικών ξένων συμφερόντων. Εξ άλλου δεν ήταν πιο δημοκρατικός από τους αντιπάλους του.

Αυτή είναι η ιστορική πραγματικότητα χάρη στην οποία η Ελλάδα κατέχει σήμερα τη Δ. Θράκη και τη νότια Μακεδονία και όχι τα ιστορικά παραμύθια με τα οποία μας βομβαρδίζουν αδιάκοπα.

Φυσικά αυτήν τη δυσάρεστη πραγματικότητα δεν τη ξέρει ο πολύς κόσμος και εκπλήσσεται για τη στάση της διεθνούς κοινότητας στο Μακεδονικό.

Χαρακτηριστικό είναι το περιστατικό που άκουσα ως ανέκδοτο στη Δημοκρατία Μακεδονίας.

Όταν προ τριετίας ο πρωθυπουργός Κ. Καραμανλής επισκέφθηκε τον τότε Πρόεδρο της Γαλλίας, Ζακ Σιράκ, ο οποίος αποκαλούσε τη Δ. Μακεδονίας με το συνταγματικό της όνομα, του λέει:

- «Κύριε πρόεδρε εσείς δεν γνωρίζετε την πραγματική ιστορία της Μακεδονίας!»

Και ο Ζακ Σιράκ του απαντάει:

- «Πως δεν τη γνωρίζουμε. Εμείς σας τη δώσαμε!!!»