Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μακεδονοφάγοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μακεδονοφάγοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 22 Μαΐου 2020

Ο Μακεδονοκτόνος Καπετάν Γαρέφης και οι Γκρεκομάνοι



         Στο χωριό μου, το Πόζαρ, έχουν στήσει ένα άγαλμα του «Μακεδονομάχου» Καπετάν Γαρέφη. Όταν πηγαίναμε στο δημοτικό, οι δάσκαλοι μας μιλούσαν γι αυτόν και μας πήγαιναν στο άγαλμα να καταθέσουμε στεφάνι. Οι μεγαλύτεροι, όμως, τον αποκαλούσαν «κλεφτοκοτά». Εμείς ρωτούσαμε, γιατί τον αποκαλούν κλεφτοκοτά, ενώ εμείς σαν σχολείο τον τιμούσαμε? Οι γονείς μας απέφευγαν να μας πουν την αλήθεια, γιατί φοβούνταν, ότι εμείς από παιδική αφέλεια θα το λέγαμε στο δάσκαλο ή τον παπά και θα είχαν μπελάδες. Εκείνη την εποχή ο παπάς κι ο δάσκαλος ήταν το μάτι του καθεστώτος στο χωριό. Μόνο όταν μεγαλώσαμε, μάθαμε την αλήθεια.
  
       Ο Γαρέφης κατάγονταν από τις Μηλιές του Βόλου. Ήταν μισθοφόρος του  αξιωματικού του ελλαδικού στρατού Κωνσταντίνου Μαζαράκη. Ήρθαν στη Μακεδονία για να δολοφονούν και να τρομοκρατούν τους σχισματικούς και τους «Κομιτατζήδες» και να εκβιάζουν τα χωριά να επανέλθουν στην «ορθοδοξία».

Ο Γαρέφης παρουσιάζεται από πολλούς ως Σαρακατσάνος. Η οικογένεια του παππού του ήταν Σουλιώτικη και μετανάστευσε στην περιοχή του Βόλου μετά το 1803, όπως και όλοι οι Σουλιώτες καταδιωγμένοι από τον Αλή Πασά των Ιωαννίνων. Οι Σουλιώτες ήταν ορεσίβιοι Αλβανοί Ορθόδοξοι και κυρίως οι άντρες, λόγω ορθοδοξίας, ήξεραν και έγραφαν στα ελληνικά. Βασικό τους χαρακτηριστικό ήταν οι πολεμικές τους ικανότητες και η χρήση των όπλων για επιδρομές και ληστείες στα γύρω πεδινά χωριά. Ο πιθανότατα Αλβανός (Αρβανίτης) Γαρέφης έλεγε ότι είναι Σαρακατσάνος, διότι στα ορεινά της περιοχής όπου είχε λημεριάσει, υπήρχαν πολλοί Σαρακατσάνοι. Οι Σαρακατσάνοι, όμως, δεν είναι επιθετικοί κι αυταρχικοί, όπως ήταν ο Γαρέφης.

Όπως γράφει στα απομνημονεύματά του ο Μαζαράκης, μετά την αποβίβασή τους σε παραλία της Λεπτοκαρυάς Κατερίνης, ανέβηκαν στα Πιέρια όρη. Κατευθύνθηκαν προς την Βέροια. Πριν φτάσουν στη μονή Αγίου Ιωάννη Προδρόμου, που βρίσκεται ανάμεσα στην Κόκοβα (Πολύδενδρο) και το Κούτλες (Βεργίνα), συνάντησαν σκόρπιες καλύβες υλοτόμων και παραγωγών ξυλοκάρβουνου.

 Γράφει ο Μαζαράκης:
«Έπρεπε να εκλείψουν, να τρομοκρατηθούν…».
Για να δικαιολογήσει την τιμωρία αυτών των άοπλων και αθώων ξυλοκόπων, γράφει ότι
«… αποτελούν το δίκτυον επικοινωνίας μεταξύ Μακεδονίας και Ελλάδος, εξ ης μετέφερον κρυφίως όπλα γκρα οπλίζοντες τους βουλγαρίζοντας σχισματικούς. […] Περικυκλώνομεν τας (πλησιεστέρας τρεις) καλύβας και συλλαμβάνομεν δεκατρείς, με μορφάς απαισίας». Δηλαδή, έπιασαν 13 ξυλοκάπους στην τύχη. Προχώρησαν προς βορρά, «…με τους αιχμαλώτους εις το μέσον δεμένους ανα δύο…» και έφτασαν στον Αλιάκμονα. «Διαβαίνομεν τον ποταμόν δια του περάματος. Αφήκαμεν με τον Σπυρομίλιον εις τον Γαρέφην να αποφασίση με τον τελευταίον δρόμον της σχεδίας, η οποία εσύρετο με σχοινί από της μιας όχθης εις την άλλην. Ο Κώστας Γαρέφης δεν εδίστασε τι έπρεπε να κάμη. Είχομεν ήδη προχωρήσει πολύ και ταχέως, διότι εξημέρωνεν, ίνα απομακρυνθώμεν από το μέρος εκείνο της διαβάσεως, όπου ασφαλώς θα επανήρχοντο οι Τούρκοι, ότε ο Κώστας Γαρέφης ασθμαίνων μας φθάνει λέγων: «Η δουλειά τελείωσε, η τελευταία βαρκαδιά πνίγηκε» […] Από ημερών, αφ’ ης εγκαταλείψαμεν τον Αλιάκμονα, διάφορα πτώματα ενεφανίσθησαν εις τας εκβολάς του».
Ο Γαρέφης τους έριξε με δεμένα τα χέρια στα βαθιά νερά του Αλιάκμονα, με φυσικό επόμενο να πνιγούν όλοι.

Δυο εβδομάδες μετά την αποβίβασή τους στην Λεπτοκαρυά Κατερίνης (28-4-1905) και συγκριμένα στις 13-5-1903, γράφει ο Μαζαράκης, «την αποπομπήν του Μπάμπαλη και την λιποταξίαν πέντε ιδικών μου και έξι του Σπυρομίλιου… Εσκέφθην να τους αντικαταστήσω δι’ εντοπίων, αποστέλων τον Κώσταν Γαρέφην μέχρις Ολύμπου δια να στρατολογήσει εκ των ορεινών. […] Ελθόντες μετά καιρόν εύρον εμέ και εντάχθησαν υπ’ εμέ, […] Πολλοί τούτων υπήρξαν λησταί, ωραίοι και μεγλόσωμοι, […] τους εσυνήθισα εις την πειθαρχίαν και ήδη τον μισθόν τους τον ελάμβανον ανα δεκαήμερον, ως και οι λοιποί στρατιώται, δυόμισυ λίρας τουρκικάς και τέσσαρας έως πέντε οι δύο αρχηγοί των…».

Ληστές δεν ήταν μόνο εκείνοι που στρατολόγησε ο Γαρέφης στη Μακεδονία, αλλά και πολλοί από εκείνους που ήρθαν από την Ελλάδα. Ήταν ληστές, εγκληματίες και φυγόδικοι από την τουρκοκρατούμενη Κρήτη και αργόσχολοι που ήρθαν μόνο για τον μισθό. Ήταν άνθρωποι του υποκόσμου. Όσοι εκ των υστέρων κατάλαβαν, ότι δεν ήρθαν να καταδιώξουν «αιμοσταγείς Βούλγαρους Κομιτατζήδες», αλλά αθώους Μακεδόνες χωρικούς, έφυγαν και γύρισαν στην πατρίδα τους. Δεν ήταν τυχαίο, λοιπόν, που οι παλιοί Ποζαρίτες αποκαλούσαν τον Γαρέφη κλεφτοκοτά. Οι αξιωματικοί και υπαξιωματικοί του ελλαδικού στρατού που ήρθαν στη Μακεδονία, ήταν οι πιο εκφασισμένοι από τους αξιωματικούς. Αλλιώς δεν θα μπορούσαν να δολοφονούν και τρομοκρατούν αθώους χωρικούς.

Ο Γαρέφης ορίστηκε από τον Μαζαράκη αρχηγός των ελληνικών συμμοριών στην επαρχία μας την Αλμωπία και την προς βορρά επαρχία Μοριόβου. Σ΄αυτές τις επαρχίες, όπως και στις γύρω, δεν υπήρχε ούτε ένα ελληνόφωνο χωριό για να το προστατεύσουν. Οι πατριαρχικοί, που λένε ότι διώκονταν από τους Εξαρχικούς, δεν διώχθηκαν ποτέ και μάλιστα είχαν άριστες σχέσεις μεταξύ τους. Όταν στο χωριό υπήρχε πατριαρχικός παπάς, πήγαιναν στην ίδια εκκλησία και οι σχισματικοί. Όταν ο παπάς ήταν σχισματικός, πήγαιναν στην εκκλησία του και οι πατριαρχικοί. Όταν υπήρχαν δυο παπάδες, πήγαιναν σε διαφορετικές εκκλησίες, αλλά σε γάμους, κηδείες, πανηγύρια, τους χορούς κάθε Κυριακή στην πλατεία του χωριού πήγαιναν όλοι μαζί. Δεν υπήρχε μεταξύ τους ούτε συγκρούσεις, ούτε προστριβές, ούτε καν έχθρα. Κάποια έχθρα και συγκρούσεις παρουσίαζαν στην κοινή γνώμη της Ελλάδας οι μητροπολίτες και οι σοβινιστές, για να προκαλέσουν εισβολή τρομοκρατικών συμμοριών στη Μακεδονία. Οι ίδιοι οι χωρικοί στην πλειοψηφία τους δεν ήθελαν ούτε το αμαρτωλό πατριαρχείο, ούτε την ελεγχόμενη από τους Βουλγάρους Εξαρχία. Πολλοί παρέμεναν στο πατριαρχείο, διότι δεν ήθελαν να πάνε από το ένα κακό στο άλλο. Έτσι, ο Γαρέφης ήρθε στην περιοχή μας, με μοναδικό σκοπό να δολοφονήσει επιφανείς επαναστάτες Μακεδόνες, αλλά και απλούς χωρικούς, για να τρομοκρατηθούν και να επιστρέψουν στο αμαρτωλό πατριαρχείο.

Για το πρώτο έγκλημα του Γαρέφη, τη δολοφονία 13 αθώων ξυλοκόπων, έγραψε ο επικεφαλής του Κ.Μαζαράκης. Στη συνέχεια ο Γαρέφης αποσχίστηκε και κανένας δεν έγραψε για τα εγκλήματά του σε Αλμωπία και Μορίοβο. Ο ίδιος εκτός του ότι ήταν αμόρφωτος, σκοτώθηκε νωρίς και δεν πρόλαβε να γράψει κάτι για τα κατορθώματά του. Κάτι έγραψαν μόνο για την τελευταία ενέργειά του, όπου και σκοτώθηκε.

Το προξενείο της Ελλάδας στη Θεσσαλονίκη έγραψε στην έκθεσή του (αρ. 419/ 12-8-1906), ότι «…έλαβε χώραν παρά το Μπάχοβον του Καζά Βοδενών συμπλοκή μεταξύ του υπο τον οπλαρχηγόν Κώσταν Γαρέφην ελληνομακεδονικού σώματος και των ηνωμένων βουλγαρικών συμμοριών Καρατάσου εξ Οστρόβου, Λούκα και Τσότσου εκ Μπαχόβου».

Ο Καραβίτης, που είχε συνεργασία με τον Γαρέφη και που έκαψε το μισό Πόζαρ και σκότωσε 17 Ποζαρίτες, μόνο και μόνο επειδή δεν πειθάρχησαν στις εντολές τους να επιστρέψουν στο αμαρτωλό πατριαρχείο τους , γράφει στα απομνημονεύματά του για δολοπλοκία που έστησε ο Γαρέφης με τον αρχιτσέλιγκα της Περιοχής Καραφιλιά. Γράφει ότι,

«Όταν αντελήφθη ο Γαρέφης ότι ο τσέλιγκας κρύπτει και αυτόν και τους Κομιτατζήδες, τον ανάγκασε να ομολογήση και να σκεφθούν μαζί τι σχέδιο να κάμουν, ούτως ώστε να μη σωθή κανείς Κομιτατζής, διότι θα διέτρεχε κίνδυνο ολόκληρο το τσελιγκάτο. Τι να κάμουν οι δυστυχείς Σαρακατσαναίοι, που είναι εκτεθειμένοι εις την διάθεση παντός κακοποιού και αυτοί και οι περιουσίες τους? […] Απεφασίσθη, λοιπόν, να αδειάσει το καλύβι του ο τσέλιγκας, να ψήση μια στέρφα και να καλέση τους κομιτατζήδες εκεί να φάγουν και να πιούν».

Ο συμπατριώτης του Γαρέφη Κ. Λιάπης γράφει στο βιβλίο του (Μορφές της Μαγνησίας, Κ.Γαρέφης, Βόλος 1973):
«Στη μια [καλύβα] βρίσκονταν οι δυο περιβόητοι αρχηγοί, οι Γραμματικοί τους, ο ταμίας Τζόλης, ο γερο-Ρίστο  Βέσκος κι ίσως κι ο γιός του Τσότσος, στην άλλη οι λιγοστοί άντρες του Τσότσου που, μερακλωμένοι, τραγουδούσαν “ηρωικά” δημοτικά της πατρίδας τους και το τραγούδι που εξυμνούσε τα “κατορθώματα” του Καρατάσου».

Ο αρχιτσέλιγκας Καραφιλιάς, όταν πια είχε ομαλοποιηθεί η κατάσταση, αποκάλυψε σε Μπαχοβίτες και Τσαρνεσοβίτες φίλους του, τι είχε συμβεί. Ο Γαρέφης, εκτός του ότι είχε απειλήσει «ηρωικά» με καταστροφή όλο το τσελιγκάτο, κράτησε αιχμάλωτο τον μικρότερο αδερφό του αρχιτσέλιγκα και τον είχε δεμένο σε μια οξιά. Έτσι ο αρχιτσέλιγκας αναγκάστηκε να πειθαρχήσει στις εντολές του. Ο Καραφιλιάς αποκάλυψε το σύνθημα Γκρόζντε (σταφύλι) και το παρασύνθημα λουμπενίτσα (καρπούζι) και ετοίμασε το γεύμα. Έβαλε τους οπλαρχηγούς στη μεριά που του είχε υποδείξει ο Γαρέφης και στην άλλη κάθισε ο ίδιος, ο πατέρας του Τσότσου, και ο ταμίας Τζόλε. Άγνωστο πως, στο Μακεδονικό Κομιτάτο έφτασε η πληροφορία της παγίδας που είχε στηθεί. Ένας αγγελιοφόρος στάλθηκε από το Τσάκονι για να ειδοποιήσει τον Τσότσο. Αυτός, καθώς εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν πινακίδες στους δρόμου, μπερδεύτηκε και πήγε πρώτα στο Τσαρνέσοβο. Μέχρι να φτάσει στο Μπάοβο, η ζημιά είχε γίνει.

Ο Γαρέφης, γνωρίζοντας το σύνθημα και το παρασύνθημα, πλησίασε την καλύβα των αρχηγών ανενόχλητος και τους αιφνιδίασε. Ο συνοδός του καταπιάστηκε με τον αφοπλισμό και εξουδετέρωση του αιφνιδιασμένου σκοπού της εισόδου και ο Γαρέφης  μπήκε κι άρχισε να πυροβολεί τους ανύποπτους Μακεδόνες. Πυροβόλησε τον Καρατάσο στο πρόσωπο, τραυμάτισε βαριά τον Λούκα και ελαφρότερα στον μηρό τον Τσότσο. Ο πατέρας του Τσότσου, που θα ήταν το επόμενο θύμα, εντωμεταξύ πρόλαβε να αρπάξει το όπλο του, που ήταν ακουμπισμένο πίσω του και καθώς ήταν καθιστός, πυροβόλησε τον Γαρέφη στην κοιλιά. Ο Καρατάσος πέθανε ακαριαία ενώ ο Λούκα δυο μέρες αργότερα. Ο Γαρέφης μεταφέρθηκε σε κάποια καλύβα ενός τσέλιγκα προς το Καϊμακτσαλάν και ειδοποιήθηκε γιατρός από την Μπίτολα. Μέχρι να φτάσει εκείνος δυό μέρες μετά, ο Γαρέφης είχε πεθάνει. Τον έθαψαν κάπου στην Γκραντέσνιτσα του Μοριόβου.

Η εντολή του Γαρέφη προς τον αρχιτσέλιγκα Καραφιλιά ήταν να βάλει τους άντρες του Τσότσου στην διπλανή καλύβα. Ο Καραφιλιάς, όμως, είχε φιλίες μ΄εκείνους, καθώς κάποιοι ήταν βοσκοί και υλοτόμοι και πήγαινε συχνά στα δυο χωριά από τα οποία κατάγονταν εκείνοι για προμήθειες, πώληση προϊόντων, τους χορούς των Κυριακών κλπ. Δεν άντεχε να τους εκθέσει στον κίνδυνο να σκοτωθούν. Έτσι, σκέφτηκε και τους έβαλε σε μια άλλη καλύβα και στην καλύβα που του είχαν υποδείξει, άναψε μια φωτιά, για να φαίνεται ότι μέσα είναι οι Κομίτες φίλοι του. Οι άντρες της συμμορίας του Γαρέφη που τον ακολούθησαν σε μικρή απόσταση, άρχισαν να πυροβολούν την καλύβα, που ήταν φτιαγμένη με φτέρες. Το πρωί οι τσέλιγκες βρήκαν τις καρδάρες και τα ταψιά στα οποία έφτιαχναν το τυρί, κατατρυπημένες από σφαίρες. Οι Μπαοβίτες και Τσαρνεσοβίτες φίλοι τους, όμως, είχαν σωθεί. Μετά εκείνο το τραγικό συμβάν, ο Καραφιλιάς μάζεψε το τσελιγκάτο του, έφυγε και δεν ξαναγύρισε. Ούτε καν σταμάτησε κάπου αλλού στην Μακεδονία, αλλά πήγε στα μέρη της Αλβανίας.

Οι Γκρεκομάνοι Μακεδόνες Έλληνες.

Τα δυο χωριά, όπου διαδραματίστηκε η αλληλοεξόντωση, βρέθηκαν σε μια απρόσμενη και πολύ δύσκολη θέση. Η ελληνικές συμμορίες έμπαιναν ακόμα και σε χωριά, που δεν είχαν δώσει κάποιο δικαίωμα και δολοφονούσαν και πυρπολούσαν, αδιακρίτως και χωρίς να ξεχωρίζουν πατριαρχικούς και σχισματικούς. Παράδειγμα το Πόζαρ, που το πυρπόλησαν και σκότωσαν 17 Ποζαρίτες, επειδή δεν είχε πειθαρχήσει στην εντολή τους να ενταχθούν στο αμαρτωλό τους πατριαρχείο. Στην περίπτωσή μας, όμως, εξοντώθηκε ο αρχηγός της ελληνικής συμμορίας στο βουνό του Τσαρνέσοβο (στη θέση Μπογκντάνιτσα) και αποκαλύφθηκε ότι υπάρχει εκεί ενεργό σώμα Κομιτών, με αρχηγό από το Μπάοβο. Η βαριά τιμωρία ήταν σίγουρη.

Ο Καπετάν Τσότσος, όπως και οι άντρες του σώματός του, βρέθηκαν σε πολύ δύσκολη θέση. Ήταν ορατός ο κίνδυνος να σκοτωθούν συγχωριανοί τους και να καταστραφούν περιουσίες και ασφαλώς θα τους καταλογίζονταν υπαιτιότητα. Η απλή δήλωση πίστης στον πατριαρχικό μητροπολίτη δεν φαινόταν ικανή να τους σώσει, αλλά μάλλον θα θεωρούνταν και υποκριτική. Έτσι πήραν μια πολύ τολμηρή και επώδυνη γι αυτούς  απόφαση. Εκτός του ότι δήλωσαν πίστη στον μητροπολίτη, του δήλωσαν ότι εντάσσονται στα ελληνικά σώματα και στο εξής θα εργάζονται για τον «Ελληνισμό». Έβαλαν την σωτηρία των δυο χωριών τους πάνω από την αξιοπρέπεια, τον αυτοσεβασμό και τα πιστεύω τους. Το ένστικτο της επιβίωσης είναι πιο ισχυρό από την αξιοπρέπεια και τα πιστεύω. Έτσι από αυτονομιστές Μακεδόνες Κομίτες ή «Βούλγαροι Κομιτατζίδες», όπως τους έλεγαν, έγιναν «Έλληνες Μακεδονομάχοι».

Οι Μακεδόνες τους συνεργάτες του πατριαρχείου και τους οπαδούς του τους έλεγαν Γκρεκομάνους, που στα Ελληνικά είναι Ελληνομανείς ή Ελληνόφιλοι. Έτσι η πλειοψηφία αυτών των δυο χωριών έγιναν Γκρεκομάνοι. Κάποιοι Γκρεκομάνοι υπήρχαν στα περισσότερα Μακεδονικά χωριά. Μετά την προσάρτηση της μισής Μακεδονίας από την Ελλάδα, οι περισσότεροι Μακεδόνας άρχισαν να δηλώνουν Έλληνες, δηλαδή έγιναν Γκρεκομάνοι. Όσοι τολμούσαν να μην υποκύψουν στον νέο δυνάστη, δολοφονούνταν, εξορίζονταν, εξαναγκάζονταν σε μετανάστευση ή υφίσταντο μεγάλες διώξεις. Η τρομοκρατία τους έκανε σχεδόν όλους Έλληνες. Σε ακόμη χειρότερη θέση βρέθηκαν οι Μακεδόνες αυτονομιστές που αναγκάσθηκαν να μεταναστεύσουν  στην Σερβία ή την Βουλγαρία. Έγιναν Σερβομάνοι ή Βουλγαρομάνοι, για να επιβιώσουν. Αυτές οι δυο χώρες είχαν αυταρχικά καθεστώτα και δεν ήθελαν να ακούσουν για Μακεδόνες, όπως και η Ελλάδα. Όταν άλλαξε καθεστώς στη Σερβία το 1945, οι Μακεδόνες αυτοπροσδιορίστηκαν ως Μακεδονικό έθνος. Το Κ.Κ.Σερβίας τήρησε τις αρχές του και τους αναγνώρισε. Το Κ.Κ.Ελλάδας, όχι μόνο σταμάτησε να υποστηρίζει την θέση του για «Ενιαία και Ανεξάρτητη Μακεδονία», αλλά αναθεώρησε και την απόφασή του για αναγνώρισε του Μακεδονικού έθνους.

Μετά την προσάρτηση της μισής Μακεδονίας στην Ελλάδα, το καθεστώς των Αθηνών για να τιμήσει τον δολοφόνο Γαρέφη, επέβαλε το όνομά του στο Τσαρνέσοβο και έστησε άγαλμά του στο χωριό, όπως και στο Πόζαρ, που έχει 17 δολοφονημένους από συναδέλφους του Γαρέφη. Στο Μπάοβο επέβαλαν το όνομα Πρόμαχοι, επειδή προηγείται σε Γκρεκομανισμό και πίστη στο αμαρτωλό πατριαρχείο από τα άλλα χωριά της επαρχίας. Επιπλέον, οι Αρχές έφτιαξαν ένα άγαλμα του Καπετάν Τσότσου και επιχείρησαν να το στήσουν στο Μπάοβο. Οι εξ αρχής, όμως, πιστοί στο πατριαρχείο διαμαρτυρήθηκαν, γιατί δεν ήθελαν να τιμάται ως Μακεδονομάχος ένας πρώην Κομίτης. Έτσι το άγαλμα στήθηκε στο πάρκο Καταρρακτών Έδεσσας. Κάποιοι Μακεδόνες, μη γνωρίζοντας όλη την αλήθεια, προκαλούσαν σ’ αυτό συχνά ζημιές.

Ο Καπετάν Τσότσος και οι Κομίτες άντρες του σώματός του δικαιούνται μεγάλων τιμών και δόξας, όχι μόνο από τους συγχωριανούς του Μπαοβίτες, αλλά και απ΄όλους τους Μακεδόνες της επαρχίας. Για να συνεργάζονται μαζί του τα κορυφαία στελέχη του Μακεδονικού απελευθερωτικού κινήματος Καρατάσο και Λούκα, σημαίνει ότι ήταν πολύ σημαντικό στέλεχός του.

Πρέπει να αποδίδονται σ΄αυτούς μεγάλες τιμές και δόξα:

Α. Για την συμμετοχή τους στον απελευθερωτικό αγώνα της Μακεδονίας.

Β. Για την σωτηρία των δυο χωριών από δολοφονίες και καταστροφές με την τολμηρή και επώδυνη προσχώρησή τους στον Γκρεκομανισμό.
  
       Μάης 2020       Τραϊανός Πασόης



Κυριακή 20 Μαρτίου 2011

25η Μαρτίου: Επέτειος της Σφαγής της Ζαγορίτσανης και της Προδοτικής συμπεριφοράς των Γραικών προς τους Μακεδόνες


Η 25η Μαρτίου είναι ημέρα θλιβερής μνήμης για τους Μακεδόνες.
Είναι η επέτειος
ενός από τα πιο στυγερά εγκλήματα των ελλαδικών φασιστικών συμμοριών κατά αμάχων Μακεδόνων.
Είναι η επέτειος της Σφαγής της Ζαγορίτσανης στις 25 Μαρτίου 1905.
Η Ζαγορίτσανη, που το 1926 μετονομάστηκε σε Βασιλειάδα, ήταν ένα κεφαλοχώρι περί τα δέκα χιλιόμετρα ανατολικά της λίμνης της Καστοριάς με πληθυσμό περίπου 3.000 κατοίκους.

Να πως δικαιολογεί και πως περιγράφει τη σφαγή ο τότε μητροπολίτης Καστοριάς
Γερμανός Καραβαγγέλης:

«Ένα βουλγαρικό σώμα μια μέρα πήγε κι έκαψε τη Μονή του Τσιριλόβου της οποίας ο ηγούμενος αρχιμανδρίτης Γρηγόριος ήταν πολύ πατριώτης [???] και παλληκάρι αν και γέρος εβδομήντα πέντε χρονών και σλαβόφωνος και πολλές φορές είχε φιλοξενήσει τον Μελά, τον Βάρδα και όλα τα ελληνικά σώματα που περνούσαν από κει. Ευτυχώς όταν οι Βούλγαροι κάψαν το μοναστήρι αυτός δεν ήταν μέσα κι έτσι κατά τύχη σώθηκε από βέβαιο θάνατο. Ύστερα από λίγες μέρες οι Βούλγαροι κάψαν κι άλλο μοναστήρι, τη Μονή της Σλίβενης και σκότωσαν και τον ηγούμενο που ήταν μέσα. Επειδή στην πυρπόλησι αυτή των μοναστηριών είχαν λάβει μέρος και πολλοί Βούλγαροι χωρικοί από τη Ζαγορίτσανη, ο Βάρδας απεφάσισε να τους τιμωρήση. Η Ζαγορίτσανη ήταν ένα χωριό από εξακόσια πάνω κάτω σπίτια βουλγαρικά και ελληνικά.
Στην εκκλησία, μια Κυριακή λειτουργούσαν οι Βούλγαροι, μια οι Έλληνες. Στο τέλος οι δικοί μας έμειναν μόνον εξήντα σπίτια κι αυτοί άρχισαν να δειλιούν. Ήταν οι χειρότεροι Βούλγαροι της επαρχίας μου. Όταν ο Βάρδας αποφάσισε την τιμωρία τους μου έγραψε και του έστειλα τα ονόματα των δικών μας, για να μη τους πειράξη. Την παραμονή λοιπόν της 25ης Μαρτίου του 1905 κρύφτηκε στο απέναντι του χωριού δάσος με τριακόσιους πάνω κάτω άντρες μεταξύ των οποίων ήταν και ο καπετάν Καούδης, ο καπετάν Μακρής, ο καπετάν Μπούλακας, ένας ληστής Γαύδας με το παιδί του κι άλλοι πολλοί. Πρωί – πρωί μπαίνουν στο χωριό κι αρχίζει το τουφέκι. Όσους αντιστέκονται τους σκοτώνουν και βάζουν φωτιά στα σπίτια. Εκείνη την ημέρα σκοτώθηκαν εβδομήντα εννιά Βούλγαροι και δυστυχώς και μερικοί δικοί μας, σλαβόφωνοι μεν, αλλά πολύτιμοι. Δικοί μας δεν σκοτώθηκαν πολλοί γιατί, εκτός που είχα δώσει εγώ κατάλογο των ονομάτων τους στον Βάρδα, κι οι ίδιοι εφρόντισαν να κρυφτούν, ενώ οι Βούλγαροι χτυπούσαν άγρια. Πάνω όμως στην αναμπουμπούλα δεν ήταν εύκολο να ξεχωρίση κανείς τους Έλληνες από τους Βούλγαρους.
Στο μεταξύ φτάνει στρατός από την Καστοριά και σε λίγο κι άλλος από την Κλεισούρα. Άμα επλησίασε αρκετά ο στρατός εφώναξε στους αντάρτες «τεσλίμ» (παραδοθείτε). Οι δικοί μας όμως, που είχαν πιάσει τα υψώματα, τραβούν μια μπαταριά κι αμέσως φεύγουν οι Τούρκοι. Το ίδιο και με το στρατό της Κλεισούρας. Έτσι οι δικοί μας έμειναν ελεύθεροι και σεργιάνιζαν σκοτώνοντας όλη μέρα στο χωριό. Μόλις το έμαθαν οι πρόξενοι των Μεγάλων Δυνάμεων στο Μοναστήρι έσπευσαν αμέσως στη Ζαγορίτσανη. Εκεί το Βουλγαρικό Κομιτάτο είχε δώσει οδηγίες να λένε ότι όλη την καταστροφή την έφερε εγώ και ότι άκουγαν τον Βάρδα να φωνάζη «Σκοτώνετε Βουλγάρους. Γιατί μας πληρώνει ο Μητροπολίτης;» Οι πρόξενοι συγκινήθηκαν, γιατί ήταν και πολλές γυναίκες σκοτωμένες και γράφουν στους πρέσβεις της Κωνσταντινουπόλεως ότι ο αίτιος όλης αυτής της καταστροφής είναι ο Μητροπολίτης της Καστοριάς και αυτοί κάνουν αμέσως διάβημα στο Σουλτάνο να με σηκώσει από κει….»

Από την περιγραφή του Καραβαγγέλη φαίνεται καθαρά ότι τους κατοίκους ενός καθαρά μακεδονικού χωριού, όταν ανήκουν στην πατριαρχική εκκλησία τους λέει Έλληνες, ενώ όταν προσχωρούν στην «σχισματική» Εξαρχία ή τον καθολικισμό (ενωτικοί - ουνίτες) τους λέει Βούλγαρους.
Για τη συγκεκριμένη περίπτωση ο Ι.Δραγούμης έγραψε στο ημερολόγιό του στις 12 Ιανουαρίου 1904: «Κατ’ ειδήσεις μεταδοθείσας υπό του κ. Αγγελόπουλου, 60 οικογένειαι εκ του χωρίου Κωστενέτσι, 40 οικογένειαι εκ Μπομπίστης και ολόκληρον (!) το χωρίον Ζαγορίτσανη, επέδωκαν αναφοράς προς τον Καϊμακάμην Καστοριάς, δι’ ων ζητούσι ν’ ασπασθώσι τον καθολικισμόν!».

Αυτή την πραγματικότητα απέκρυπταν και συνεχίζουν να αποκρύπτουν από τους υπηκόους τους με συνέπεια αυτοί να αγνοούν την αλήθεια και να συμπεριφέρονται ως άβουλος όχλος και υποχείρια του σοβινισμού τους.

Οι υπήκοοι αυτού του κράτους -και ειδικά το ποίμνιο της εκκλησίας- αγνοούν ακόμα το γεγονός ότι, πριν ανακατευθούν στο Μακεδονικό Ζήτημα τα όργανα του Πατριαρχείου, οι διπλωμάτες της Ελλάδας και τα μισθοφορικά σώματα με επικεφαλής αξιωματικούς και υπαξιωματικούς του ελλαδικού στρατού, απολύτως καμία σύγκρουση μεταξύ πατριαρχικών και εξαρχικών ή ουνιτών Μακεδόνων ή μεταξύ ελληνόφωνων με μη ελληνόφωνους δεν είχε παρατηρηθεί στην Μακεδονία.
Ειδικά ελληνόφωνος κάτοικος ή ελληνόφωνο χωριό της Μακεδονίας ουδέποτε θίχτηκε και εκεί οφείλεται και το γεγονός ότι εκείνοι οι ελληνόφωνοι δεν είχαν καμία συμμετοχή στον αντιμακεδονικό αγώνα 1903-1908. Εκείνοι οι θρησκευτικοί και πολιτικοί απατεώνες, όπως και τα μισθοφορικά τους σώματα, ήρθαν να διχάσουν, να εξαπατήσουν, να τρομοκρατήσουν, να δολοφονήσουν… Να διαιρέσουν τον μακεδονικό λαό για να βασιλεύσουν στον τόπο του.


Αγνοούν ακόμα το γεγονός ότι η Σφαγή της Ζαγορίτσανης την ημέρα της 25ης Μαρτίου αποτελεί και συμβολική υπόμνηση της προδοτικής συμπεριφοράς του νεοελληνικού κράτους απέναντι στους Μακεδόνες.

Το 1822, μετά την καταστολή της εξέγερσης των Μακεδόνων κατά των Οθωμανών κατακτητών, που έμεινε γνωστή ως Επανάσταση του Βερμίου και κατέληξε στην καταστροφή της Νάουσας και των γύρω χωριών, οι Μακεδόνες επαναστάτες πήγαν στη Ρούμελη και το Μωριά και συμμετείχαν μέχρι το τέλος στο αγώνα για την απελευθέρωση της Ελλάδας.
Υπόψη ότι ούτε ένα από τα χωριά μεταξύ Αλιάκμονα και Πάϊκο που συμμετείχαν στην εξέγερση του 1822 και καταστράφηκαν δεν ήταν ελληνόφωνο, όπως επίσης και οι ηγέτες εκείνης της εξέγερσης και του σώματος που κατέβηκε στην Ελλάδα Καρατάσος και Γάτσος. Ήταν οι αποκαλούμενοι σλαβόφωνοι (σε συνεργασία με τους βλαχόφωνους), τους οποίους άπαντες αποκαλούν Μακεδόνες. (περισσότερα στο άρθρο για την Επανάσταση της Ναόυσας εδώ)

Όταν μερικές δεκαετίες αργότερα (1903) οι ίδιοι εκείνοι Μακεδόνες έκαναν άλλη μια Επανάσταση (Ίλιντεν) για να απελευθερωθούν, οι «αδελφοί» Γραικοί, όχι μόνο δεν ανταπέδωσαν την υποχρέωσή τους, αλλά και υπονόμευσαν με κάθε τρόπο τον αγώνα τους.

Ο ίδιος ο πρόξενος της Ελλάδας στη Μπίτολα Κ. Κυπραίος έγραψε στην έκθεση αρ.554/24-7-1903 προς το Υπ. Εξωτερικών:
«Την παρελθούσαν Παρασκευήν βουλγαρόφωνοι ορθόδοξοι χωρικοί ελθόντες μοι εγνώρισαν εμπιστευτικώς ότι την εικοστήν του μηνός, ημέραν Κυριακήν και εορτήν του Προφήτου Ηλίου, κυρήσσεται αφεύκτως η επανάστασις, και μοι καθόρισαν τα σημεία της συγκεντρώσεως των επαναστατών. Τούτο δεν έλειψα ν’ ανακοινώσω τω Γενικώ Διοικητή…».
Εκμεταλλεύτηκε δηλαδή την εμπιστοσύνη των χωρικών και έγινε πληροφοριοδότης των δυνάμεων κατοχής. Στην έκθεση μάλιστα της 26 Ιουλίου, την οποία συνέταξε ο γραμματέας του προξενείου Ίων Δραγούμης, γράφει:
«Εφ’ όσον δυνάμεθα βοηθούμεν Τουρκικάς Αρχάς προς καταστολήν κινήματος, αλλ’ ουδαμώς πρόσφορος, ουδέ δυνατόν θεωρώ την επί πλέον δι’ ημετέρων πρακτόρων αναχαίτισιν επαναστατών…».

Ο μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης στα απομνημονεύματά του αναφέρει την συνεργασία του με τις κατοχικές δυνάμεις. Είναι αυτός που θα δημιουργήσει την πρώτη μισθοφορική συμμορία η οποία τρομοκρατούσε τα μακεδονικά χωριά. Μαζί με τον Δραγούμη θα ενεργήσουν ώστε να έλθουν από την Ελλάδα και άλλοι αξιωματικοί και υπαξιωματικοί με μισθοφορικά σώματα.
Ο Δραγούμης έγραψε στις 28 Αυγούστου 1903 στον γαμπρό του, Παύλο Μελά: «Αλλά πρέπει αφεύκτως να έλθουν δικοί μας και να γίνει εμφύλιος σπαραγμός μεταξύ χριστιανών εις τα επαναστατημένα διαμερίσματα δια να φανή ότι έχομεν οι Έλληνες ζωήν εντός της ζώνης του Αγίου Στεφάνου».
Ο Π.Μελάς περιγράφει χαρακτηριστικά την πρώτη του ενέργεια: Μπαίνει με το σώμα του στη Πρεκοπάνα (περί τα 10 χλμ.βόρεια της Ζαγορίτσανης) και περικυκλώνει την εκκλησία, όπου εκείνη την ώρα γινόταν μια κηδεία. Με την απειλή των όπλων τρομοκρατεί τους χωρικούς και απαιτεί από αυτούς «να ορκισθώσι πίστιν και αφοσίωσιν εις την Ορθοδοξίαν και δεύτερον να κάμωσι τοιαύτην αναφοράν εις τον Καϊμακάμην και εις τον μητροπολίτην. Προς τον τελευταίον [Καραβαγγέλη] δε να μεταβώσιν εντός δέκα το πολύ ημερών και να ζητήσωσι την αποστολήν ιερέως και διδασκάλου Ελλήνων».
Για να πιστέψουν τις απειλές του, φεύγοντας παίρνει αιχμαλώτους τον παπά και τον δάσκαλο του χωριού και τους εκτελεί στο γειτονικό δάσος.
«Δια της πράξεως αυτής,
γράφει, υπεβοήθησα τους κατοίκους να επανέλθουν εις την Ορθοδοξίαν και να δηλώσουν εντός δεκαημέρου την επιθυμίαν των ταύτην εις τον μητροπολίτην».

Αυτός ήταν και ο μοναδικός λόγος που δολοφονούσαν, τρομοκρατούσαν και κατέστρεφαν. Οι δικαιολογίες που προβάλουν είναι ίδιες με εκείνες που προέβαλαν οι ναζιστικές δυνάμεις κατά την κατοχή. Όταν έκαναν τις μαζικές σφαγές αμάχων στα Καλάβρυτα, το Δίστομο Βοιωτίας, τον Χορτιάτη, την Κατράνιτσα (Πύργοι Κοζάνης) κλπ. προέβαλαν ως δικαιολογία την αιχμαλωσία ή τον φόνο Ναζιστών από τον ΕΛΑΣ. Εκείνες οι σφαγές και καταστροφές καταδικάστηκαν όχι μόνο από τους Έλληνες, αλλά και από τους ίδιους τους Γερμανούς. Τις μαζικές σφαγές και καταστροφές των εισβολέων Γραικών φασιστών και των συνεργατών των κατακτητών στην Μακεδονία, το αντίστοιχο δηλαδή των Γερμανοτσολιάδων (Γραικοτσολιάδων), Ταγματασφαλιτών κλπ., όχι μόνο δεν τις έχουν καταδικάσει, αλλά και τις επαινούν και τις τιμούν.
Ο φασισμός είναι καταδικαστέος μόνο όταν αφορά τους άλλους και όχι τους Γραικούς.


Η εξόντωση πολλών Μακεδόνων επαναστατών από τους Οθωμανούς, η καταστροφή χωριών και καλλιεργειών, η αναγκαστική μετανάστευση και η παράδοση του μεγαλύτερου μέρους του οπλισμού αποδυνάμωσαν το μακεδονικό απελευθερωτικό κίνημα. Αυτό το χτυπημένο αλύπητα εθνικό κίνημα ήρθαν οι «αδελφοί» Γραικοί να διαλύσουν και αυτό το αίσχος το λένε "Μακεδονικό Αγώνα". Ο μοναδικός λόγος ήταν η αποτροπή του ενδεχομένου δημιουργίας μιας «Μακεδονίας για τους Μακεδόνες» και τη θέση των Οθωμανών κατακτητών στη Μακεδονία να την πάρουν οι Γραικοί.

Η 25η Μαρτίου είναι για τους Μακεδόνες ημέρα θλιβερής μνήμης της θηριωδίας και της προδοτικής συμπεριφοράς των «αδελφών», «χριστιανών» Γραικών.

Η προστασία των ευρωπαϊκών θεσμών και το ιντερνετ μας δίνουν επιτέλους τη δυνατότητα να προβάλουμε και να αποκαταστήσουμε την αλήθεια και τη μνήμη των προγόνων μας.

Εμείς οι Μακεδόνες μη περιμένουμε αυτήν την αποκατάσταση από άλλους, οι οποίοι έδειξαν πόσο ουσιαστική σχέση έχουν με τη δημοκρατία, αλλά ας το κάνουμε δικό μας καθήκον