Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Επανάσταση Ίλιντεν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Επανάσταση Ίλιντεν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 3 Μαΐου 2010

Βασίλ Τσακαλάρωφ: «Το ημερολόγιο του Ίλιντεν 1901-1903»

Εκδόθηκε στα ελληνικά και ήδη κυκλοφορεί στα καλά βιβλιοπωλεία, από τις εκδόσεις «Πετσίβα», (Αθήνα 2010), το ημερολόγιο του Μακεδόνα επαναστάτη Βασίλη Τσακαλάρωφ.

Από τον ίδιο εκδοτικό οίκο, εκδόθηκαν και τα απομνημονεύματα των Ίωνα Δραγούμη, Ιωάννου Καραβίτη και Γεωργίου Βάρδα Τσόντου, οι οποίοι, κατά την ίδια δεκαετία, έκαναν τον αγώνα για να υποτάξουν ακριβώς εκείνους τους Μακεδόνες που συμμετείχαν στην εθνικοαπελευθερωτική επανάσταση του Ίλιντεν.

Το ημερολόγιό του ο Τσακαλάροβ το έγραφε σε τεφτεράκια με ειδικό κρυπτογραφικό κώδικα και κάλυπτε την περίοδο από 3 Ιουλίου 1901 έως 5 Σεπτεμβρίου 1903, τη μεγαλύτερη δε αξία έχει το πρωτόκολλο του συνεδρίου που πραγματοποιήθηκε στο Σμίλεβο της επαναστατικής περιοχής της Μπίτολας, στο οποίο συμμετείχε ο Τσακαλάροβ.

Το πρωτότυπο του ημερολογίου διασώθηκε από τον συναγωνιστή και συγγενή του Λάζαρ Κισελίντσεβ, ο οποίος σε συνεργασία με τον Σπύρο Βασίλεβ Μορέοβ από τη Ζαγκορίτσανη, το αποκρυπτογράφησε και το ετοίμασε για έκδοση το 1946. Ο Σπύρος με τον Βασίλη Ιβάνοβσκι, πρόεδρο του Μακεδονικού Συλλόγου Σόφιας, προσπάθησαν στη συνέχεια να το εκδώσουν, χωρίς όμως να το κατορθώσουν.
Το 1948 ο Βασίλης Ιβάνοβσκι, ως μέλος της Κ.Ε. του Βουλγαρικού Κομμουνιστικού Κόμματος, συνελήφθει κατηγορούμενος και το ημερολόγιο κατασχέθηκε από το υπουργείο Δημόσιας Τάξης της Βουλγαρίας ως αποδεικτικό υλικό.
Αντίτυπα του αποκρυπτογραφημένου ημερολογίου φυλάγονται στο Επιστημονικό Αρχείο της Βουλγαρικής Ακαδημίας Επιστημών.

Η πρώτη Βουλγαρική έκδοση έγινε το 2001. Η μετάφραση έγινε από τον Μακεδόνα πολιτικό πρόσφυγα στη Δημοκρατία της Μακεδονίας, Βάσκο Καρατζά, και εκδίδεται για πρώτη φορά στα Ελληνικά, ως μαρτυρία για τους αγώνες των Μακεδόνων των αρχών του 20ου αιώνα για ελευθερία και ανεξαρτησία.

Ο Βασιλ Τσακαλάροβ (Васил Чакаларов)


Γεννήθηκε το 1874 στο Σμάρντες (Κρυσταλλοπηγή) Φλώρινας, που τότε είχε 1.780 κατοίκους. Πήγε στην αρχή στο πατριαρχικό σχολείο, όπου έμαθε την ελληνική γλώσσα. Μετά πήγε στο εξαρχικό, όπου έμαθε τη βουλγαρική γλώσσα με σκοπό να πάει για σπουδές στη Βουλγαρία.
Κατά τις διακοπές του πήγαινε και εργαζόταν στην Ελλάδα ως λιθοξόος και οικοδόμος.

Ένα επεισόδιο που είχε με τη δασκάλα των ελληνικών, τον οδήγησε στη φυλακή, από όπου δραπέτευσε και κατέφυγε στη Βουλγαρία. Εκεί εργαζόταν ως κτίστης, ενώ παράλληλα φοίτησε και στο νυχτερινό γυμνάσιο.
Στη Σόφια διετέλεσε πρόεδρος του συλλόγου αλληλοβοήθειας Καστοριανών. Συμμετείχε ενεργά στις εργασίες της Μακεδονο-Αδριανουπολίτικης οργάνωσης, επικεφαλής της οποίας ήταν ο Μπόρις Σαράφωβ, με τον οποίο συνδέθηκαν με στενή φιλία.

Στις αρχές του 1901 κατόρθωσε να αγοράσει όπλα για την περιοχή της Καστοριάς από την Αθήνα και τη Θεσσαλία. Μαζί με τους Πάντο Κλιάσεβ και Λάζαρ Μόσκοβ καταπιάστηκαν δραστήρια με την οργάνωση του αγώνα, καταβάλλοντας κάθε προσπάθεια για την εκκαθάριση της οργάνωσης από τους απείθαρχους και για προσωπικό συμφέρον δρώντων κομιτών, σπουδαιότερος των οποίων ήταν ο Κότε (καπετάν Κότας) από τη Ρούλια.
Ο Χρ. Σιλιάνοβ γράφει:
«Χωρίς να έχει τη μόρφωση των συντρόφων του και χωρίς να είναι δάσκαλος, ο Τσακαλάροβ είναι στις πρώτες γραμμές των δασκάλων, μια ισχυρή προσωπικότητα ικανή να επιβληθεί και στον πιο αποφασιστικό αντίπαλο.»

Με τη δράση του κατά των προδοτών, έγινε ένας από τους πιο μισητούς για τους αντιπάλους επαναστάτης.
Στις 26-4-1903 σε επιστολή του ο Παύλος Μελάς προς τον κουνιάδο του Ίωνα Δραγούμη γράφει: «Η Νάτα απαιτεί ξεμπέρδεμα Τσακαλάροβ».

Όταν πάρθηκε η απόφαση στη Θεσσαλονίκη τον Ιανουάριο του 1903 για την κήρυξη της εξέγερσης, ο εκπρόσωπος της οργάνωσης Μπίτολας Ατανάς Λοζάντσεβ χαρακτήρισε την οργάνωση της Καστοριάς ως την πλέον έτοιμη να ανταποκριθεί.
Στις 29 Μαρτίου 1903 οθωμανική μονάδα προσπαθεί να χτυπήσει την τσέτα του Τσακαλάροβ και του Σαράφοβ έξω από το Σμάρντες, αλλά αποκρούεται και οι επαναστάτες καταφέρνουν να διαφύγουν χωρίς απώλειες.
Στις 31 Μαϊου 1903 διεύθυνε μια από τις αιματηρότερες μάχες με τον τακτικό στρατό πάνω από το Ντ΄μπενι.

Κατά την επανάσταση του Ίλιντεν στις 20 Ιουλίου 1903 η περιοχή της Καστοριάς γίνεται ένα από τα βασικά κέντρα της επανάστασης.
Οι 2.000 περίπου επαναστάτες κυριαρχούν στην περιοχή και αναγκάζουν το στρατό κατοχής να κλειστεί στα στρατόπεδα της Καστοριάς. Μερικές μέρες όμως αργότερα καταφθάνει στην περιοχή στρατιωτική δύναμη περίπου 15.000 ανδρών και καταστρέφει ότι βρει μπροστά της.
Ο Τσακαλάροβ παίρνει την πρωτοβουλία για τη σύνταξη έκθεσης για τις ωμότητες του τουρκικού στρατού, η οποία παραδόθηκε στις προξενικές αρχές της Μπίτολας στις 30 Αυγούστου 1903.
Ο αγώνας όμως είναι άνισος και δεν εκδηλώνεται καμία εξωτερική υποστήριξη.
Έτσι ο Τσακαλάροβ πληροφορείται στις 6 Οκτωβρίου 1903 την απόφαση του γενικού επιτελείου να σταματήσει η εξέγερση.
Με την αδελφή του, τον Πάντο Κλιάσεβ και τον Λάζαρ Κισελίντσεβ περνούν τα ελληνικά σύνορα και μέσω Άρτας και Φιούμε πηγαίνει στη Βουλγαρία.

Κατά τους Βαλκανικούς πολέμους, η αίσθηση του καθήκοντος απέναντι στους σκλαβωμένους αδελφούς οδηγεί τον Τσακαλάροβ επικεφαλής σώματος με τους βοεβόδες Ιβάν Πόποβ και Χρήστο Σιλιάνοβ στην γενέτειρα περιοχή.
Η ελληνική wikipedia γράφει σχετικά:

«Μετά τις 20 Οκτωβρίου το μικτό σώμα καταλαμβάνει διαδοχικά το Νυμφαίο, την Πρεκοπάνα (Περικοπή Φλώρινας) και την Ζαγορίτσανη (Βασιλειάδα Καστοριάς) και αφοπλίζει τα γύρω Τουρκικά χωριά και το μουσουλμανικό Ζέρβενι (Άγιος Αντώνιος Καστοριάς). Μετά από αυτό καταλαμβάνονται και τα χωριά Απόσκεπος, Δενδροχώρι, Γάβρος Καστοριάς και Ιεροπηγή. Μετά την ήττα του Ελληνικού πέμπτου τμήματος [5η Μεραρχία] στο χωριό Βεύη, το μικτό σώμα του Βασίλ Τσεκαλάροφ διεξάγει μάχες οπισθοφυλακής κατά του Τουρκικού στρατού για να εξασφαλίσει την απόσυρση των Ελληνικών τμημάτων. Κατά την γενική οπισθοχώρηση το σώμα προσπάθησε να προστατεύσει τα χωριά από τους προελαύνοντες Τούρκους. Στις 29 Οκτωβρίου το σώμα βοήθησε τα Ελληνικά στρατεύματα στη κατάληψη των Καϊλαρίων (Πτολεμαΐδα), ενώ στις 8 Νοεμβρίου συντρίβει και αιχμαλωτίζει 600 Τούρκους στρατιώτες στο Πισοδέρι και στο Ζέλοβο (Αντάρτικο). Μια ημέρα αργότερα αιχμαλωτίζουν ακόμα 100 Τούρκους στρατιώτες στο χωριό Καπέστιτσα (Αλβανία), και στις 13 Νοεμβρίου το μικτό σώμα εισέρχεται στην Καστοριά όπου τους υποδέχονται πανηγυρικά τα μέλη της Βουλγαρικής [Εξαρχικής Μακεδονικής] κοινότητας, με επικεφαλής τον αναπληρωτή του Αρχιεπισκόπου Πανάρετου. Στις 29 Νοεμβρίου, τα Ελληνικά τμήματα αποσύρονται από την περιοχή των Κορεστίων και το ενωμένο σώμα τοποθετείται εκεί για να προστατεύσει τα χωριά. Κατόπιν τούτου διαλύεται στις 20 Δεκεμβρίου.»

Το 1913 τα πράγματα αλλάζουν. Οι μέχρι χθες σύμμαχοι Έλληνες έγιναν αντίπαλοι και θέλουν να γίνουν Τούρκοι στη θέση των Τούρκων.
Όταν Ελλάδα, Σερβία, Βουλγαρία συγκρούονται για το μοίρασμα των εδαφών της Μακεδονίας, ο Τσακαλάροβ με σώμα Μακεδόνων επαναστατών κινείται και πάλι προς την περιοχή της γενέτειράς του με σκοπό να ξεσηκώσει τους συμπατριώτες του σε εξέγερση ελπίζοντας στην αυτονόμηση της πατρίδας του.

Οι δυνάμεις του τακτικού στρατού βοηθούμενες από χωροφύλακες και αντάρτικα σώματα των πρώην μακεδονομάχων (δηλαδή αυτών που μάχονταν τους Μακεδόνες) τους καταδιώκουν με πείσμα. Σε πολύνεκρες μάχες που δόθηκαν μεταξύ Μπάνιτσας (Βεύη), Νέβεσκας (Νυμφαίο) και Μπελκαμεν (Δροσοπηγή), ο Τσακαλάροβ τραυματίζεται και πέφτει στα χέρια των διωκτών του στις 6 Ιουλίου 1913.

Ο Έλληνας Συνταγματάρχης Μιχαλακόπουλος περιγράφει την κατάσταση που ακολούθησε ως εξής:

«Πέντε έξι στρατιώτες και αντάρτες έσπευσαν προς το πεσμένο σώμα με πανηγυρικές κραυγές. Αυτός κινήθηκε προς έκπληξή μας. Αρχικά ανασήκωσε το κεφάλι του σκεπασμένο από τα πλούσια όμορφα σγουρά μαλλιά, και στη συνέχεια ανασήκωσε το σώμα του και ψάχνοντας για στήριγμα το πιο κοντινό δέντρο, στάθηκε όρθιος. Έτσι ο Τσεκαλάροφ πραγματικά ήταν πολύ τρομακτικός. Όσοι έσπευδαν σταμάτησαν για μια στιγμή. Στιγμιαία τρέμοντας κουνήθηκε έπεσε κάτω και δεν ξανακινήθηκε πια! (Εκείνη την στιγμή αντάρτης χτύπησε το άψυχο σώμα του Τσεκαλάροφ με ένα μαχαίρι.) Πιθανόν αυτή να ήταν η τελευταία συνειδητή κίνηση και το επικίνδυνο κεφάλι αποχαιρέτισε το σώμα του. Σχεδόν δεν ένοιωθε τίποτα όταν αντάρτες παλιοί εχθροί του κάρφωναν αυτό το οποίο δεν έμοιαζε καθόλου με τον τρομερό Τσεκαλάροφ. Ο καπετάν Χ. με δύο ακόμα κτυπήματα αποκόπτει το κεφάλι από το νεκρό του σώμα.
Το κομμένο κεφάλι του Βασίλ Τσεκαλάροφ μεταφέρθηκε από τους στρατιώτες στη Φλώρινα και καρφωμένο σε πάσσαλο περιφέρεται στους δρόμους με κραυγές:
«Δεν υπάρχει ο Τσεκαλάροφ! Δεν υπάρχει η Μακεδονία! Εξοντώσαμε τον Τσεκαλάροφ και μαζί του και όλους τους Τσεκαλάροφ!»

Τρίτη 21 Απριλίου 2009

Ποιοι έκαναν την επανάσταση του Ίλιντεν



Η επανάσταση ξέσπασε στις 2 Αυγούστου 1903 και πήρε το όνομά της από την εορτή του Προφήτη Ηλία, που οι Μακεδόνες εορτάζουν με το παλαιό ημερολόγιο.
Σκοπός των επαναστατών ήταν η αποτίναξη του Οθωμανικού ζυγού και η δημιουργία ανεξάρτητου Μακεδονικού κράτους.

Στην Ελλάδα, όπως και στη Βουλγαρία, έχει εξαπολυθεί εχθρική προπαγάνδα εναντίον της, η οποία αποσκοπεί στο να την παρουσιάσει ως βουλγαρική και ως ψευτοεπανάσταση.
Οι μακεδονικές απόψεις και ντοκουμέντα αντιμετωπίζονται ως αναξιόπιστα και κατασκευασμένα. Η ελληνική κοινή γνώμη με μεγάλη ευχαρίστηση δέχεται όλα τα αντιμακεδονικά προπαγανδιστικά στοιχεία που της σερβίρουν.
Υπάρχουν, όμως, και κάποιες εκθέσεις κρατικών παραγόντων της Ελλάδας, οι οποίες επειδή συντάχθηκαν με σκοπό την εμπιστευτική ενημέρωση μόνο των αρμοδίων παραγόντων, μας παρέχουν πιο αντικειμενικές πληροφορίες για το Ίλιντεν.

Ο Ίων Δραγούμης, που ήταν γραμματέας στο προξενείο της Ελλάδας στα Μπίτολα (Μοναστήρι) από το Σεπτέμβριο του 1902, ήταν εκεί όταν ξέσπασε η επανάσταση.
Στις αναφορές προς το Υπουργείο Εξωτερικών, το ημερολόγιό του, τις εκθέσεις του (Ίωνος Δραγούμη, Τα τετράδια του Ίλιντεν, Αθήνα, εκδόσεις Πετσίβα, 2000) γράφει:
«Τα Κομιτάτα τους έδειξαν πιθανή την εικόνα της ελευθερίας. Στα ορθόδοξα χωριά τα Κομιτάτα και οι συμμορίες λέγουν: «Η Μακεδονία εις τους Μακεδόνας», δεν τα αναγκάζουν από την πρώτη στιγμή να γίνουν σχισματικά…»

Τον Φεβρουάριο του 1903 γράφει στο ημερολόγιό του: «Λοιπόν οι περισσότεροι Μακεδόνες θα σηκωθούν» … «Οι εν τω εξωτερικώ Μακεδόνες εξακολουθούσι εισέτι αθρόοι να επιστρέφωσιν εις τας εστίας των, ιδίως εξ ανατολής».
Στις 25 Ιουλίου 1903 γράφει στον πατέρα του: «… Άπαντες οι σλαυόφωνοι πληθυσμοί ηκολούθησαν το Κομιτάτον, ορθόδοξοι και σχισματικοί, και οι πλείστοι εκουσίως».
Ο πατριαρχικός μητροπολίτης Καστοριάς Καραβαγγέλης, που επίσης ήταν παρών, έγραψε στα Απομνημονεύματά του:
«Ξαφνικά ένα πρωί ξυπνάμε και βλέπομε όλα γύρω τα βουνά μαύρα. Η επανάσταση απλώνονταν από τον Αλιάκμονα ως τα βουλγαρικά σύνορα, περιλαμβάνοντας και Θράκη και Μακεδονία».


Μετά την καταστολή της εξέγερσης η Ελλάδα έστειλε διπλωμάτες επιτόπου, για να έχει άμεση ενημέρωση.
Στη Δυτική Μακεδονία έστειλε τέσσερις αξιωματικούς (Αλ.Κοντούλης, Αν.Παπούλας, Γ.Κολοκοτρώνης, Π.Μελάς) οι οποίοι στην έκθεσή τους έγραψαν μεταξύ άλλων:
«Εν τούτοις ο Κότας ήτο διστακτικός να πράξη τι κατά σχισματικού, εις τούτο δε ουκ ολίγον συνέβαλεν ο εκ Ζαγορίτσανης της Καστοριάς έλκων το γένος βούλγαρος ανώτερος απόστρατος αξιωματικός Γιάγκωφ. … Κατά τας ομιλίας του ταύτας εφρόντιζε δια τρόπου καταλλήλου να εμφυτεύσει εις τους Έλληνας (εννοεί Πατριαρχικούς) Μακεδόνας Μακεδονικήν συνείδησιν ανεξάρτητον πάσης άλλης φυλής, τόσον δε διπλωματικώς διεξήγαγε το έργον αυτού ο Γιάγκωφ, ώστε ηδυνήθη μετά τέχνης να χαράξη εις τους Μακεδόνας τας γενικάς περί αυτονομίας ιδεάς…».

Στην Ανατολική και Κεντρική Μακεδονία έστειλε για τον ίδιο σκοπό τον Γεώργιο Τσορμπατζόγλου, β’ διερμηνέα της πρεσβείας της Ελλάδας στην Κωνσταντινούπολη.
Στις εμπιστευτικές εκθέσεις του που φυλάγονται στο Υπουργείο Εξωτερικών για το 1904, κάνει σαφή διάκριση ανάμεσα στα δύο Κομιτάτα, στο «καθαρώς Βουλγαρικόν και καθαρώς Μακεδονικόν».
Για την επιρροή της Βουλγαρίας γράφει:
«Τόσον επί του ανωτέρω ονείρου των Μακεδόνων όσο και επί του σχετικού προγράμματος της αληθούς επαναστάσεως της Μακεδονίας ουδεμίαν ασκούσιν επιρροήν αι πολιτικαί βλέψεις και η θέλησις της Βουλγαρικής Ηγεμονίας».

«Είναι γνωστόν ότι πολλοί όντως εκ των Μακεδόνων βουλγαροδιδασκάλων συνειργάσθησαν μετά του Μακεδονικού Κομιτάτου εν πλήρει ανεξαρτησία από της Βουλγαρικής Εξαρχίας, είτε λάθρα εντός των χωρίων, είτε εν γνώσει αυτής ως κεκηρυγμένοι αποστάται Μακεδόνες επί των ορέων. Τοιούτον νομίζω και τον οπλαρχηγόν της περιφερείας Γεννιτσών βουλγαροδιδάσκαλον Μακεδόνα Αργύρην, δεν είναι δε ποσώς απίθανον … ότι επεσκέφθη πολλά χωρία ημέτερα κηρύττων ως Μακεδών την ανεξαρτησίαν της σημαίας του Μακεδονικού Κομιτάτου από της βουλγαρικής και ελληνικής πολιτικής και επιδείξας πάντοτε ιδιαιτέραν ευλάβειαν εις τας εκκλησιαστικάς και εθνικάς παραδόσεις των προς ους απηύθυνε το κήρυγμά του».
… «Μακεδόνες υπαρχηγοί ίσως δε και αυτοί έτι οι αρχηγοί εξ ενός και μόνον όρου του συμβολαίου των μετά της χώρας ήντλησαν μέχρι τούδε την μεγάλην δύναμιν: εκ του όρου να μη αποβλέψουσιν παρά εις την ελευθερίαν των Μακεδόνων ως Μακεδόνων».

Για τις κατηγορίες περί διώξεως ελληνοδιδασκάλων γράφει:
«…εφονεύθη εις και μόνος, των λοιπών αφεθέντων επιμελώς ελευθέρων μετά των Ελλήνων ιερέων εν τω έργω της διατηρήσεως και επί πλέον παραγωγής του ελληνικού εν τη χώρα εκκλησιαστικού και εκπαιδευτικού καθεστώτος».
«Τα 300 ή 350 μέχρι σήμερον ημέτερα θύματα της μαχαίρας των ανταρτών υπήρξαν θύματα ουχί βουλγαρικού μισελληνισμού ή οιασδήποτε βουλγαρικής ιδέας, αλλ΄απλώς καθαρώς εκδικήσεων των συμμοριτών ή μάλλον θύματα του αισθήματος της αυτοσυντηρήσεως αυτών καταγγελθέντα ή συκοφαντηθέντα πολλάκις υπό κομματικών αντιπάλων ως επικίνδυνοι διώκται και φανατικοί καταδόται των ανταρτικών κρυσφύγετων».

… «Τολμώ όμως πάντως να φρονώ ότι είναι αδύνατον να απατώμαι ως προς την εξής εντύπωσίν μου: ότι, όπως ωστ’ αν η, η επανάστασης σήμερον της Μακεδονίας δεν είναι βουλγαρική και ότι ουχί μόνον ουδεμίαν υπέστη ζημίαν ο Ελληνισμός εκ της μέχρι σήμερον εξελήξεώς της αλλά ωφελείας μεγίστας επορίσατο εξ αυτής».

Για τη συμμετοχή των Πατριαρχικών Μακεδόνων (Ελλήνων) στην επανάσταση γράφει:
«… η εν τη χώρα επανάστασις είναι πολλώ ευρύτερον και βαθύτερον εξαπλωμένη ή όσων κοινώς νομίζεται… πάντα ανεξαιρέτως τα χωρία και τα τσιφλίκια μεμυημένα εις την κοινήν υπέρ ελευθερώσεως ιδέαν και είναι Έλληνες [πατριαρχικοί Μακεδόνες] φανατικοί οι σπουδαιότεροι αντιπρόσωποι των επαναστατικών συμμοριών εντός των πόλεων και των χωρίων και είναι ουκ ολίγοι οι εντός αυτών εξοπλισμένοι κρύφιοι οπαδοί των συμμοριών».
… «Οι ορθόδοξοι έλληνες [οι πατριαρχικοί], καθά μοι εβεβαίωσεν ο πρώην μητροπολίτης Πελαγονίας, είχον συμπράξει μετά των ανταρτών εν αδελφική υπέρ ελευθερώσεως σύμπνοια … Οι μόνοι παράγοντες της εξεγέρσεως ους έθρεψε και έκρυψε ο Έλλην Μακεδών χωρικός δεν είναι Βούλγαροι, αλλά γνήσιοι ως ούτος Μακεδόνες».

«Κατά την Κεντρικήν τουλάχιστον Μακεδονίαν, ην έχω προ οφθαλμών, ουδέν ανταρτικόν σώμα ενεφανίσθη καθαρώς βουλγαρικόν ή καθαρώς βουλγαρομακεδονικόν και ουδείς γνησίως Βούλγαρος οπλαρχηγός ηδυνήθη να στερεώση την αποστολήν του εν ονόματι βουλγαρικής ιδέας. Πάντες σχεδόν οι οπλαρχηγοί όσοι εκυριάρχουν ανέκαθεν και κυριαρχούσι μέχρι της στιγμής ταύτης επί της Κεντρικής Μακεδονίας, … εισίν Έλληνες Μακεδόνες και δη φανατικοί ορθόδοξοι».

Οι επίσημες εκθέσεις που απευθύνονταν στις κρατικές υπηρεσίες και ήταν σαφώς πιο αντικειμενικές, ποτέ δεν έφτασαν στην ελληνική κοινή γνώμη. Σ’ αυτήν έφτασαν τα ψέματα και η προπαγάνδα περί «αιμοσταγών Βουλγάρων κομιτατζήδων». Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που στην Ελλάδα υπάρχει διαστρευλωμένη εικόνα για την επανάσταση του Ίλιντεν.