Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παραχάραξη ιστορίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παραχάραξη ιστορίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 10 Απριλίου 2011

Οι Μακεδόνες ως Βούλγαροι ή Έλληνες

«Το Μακεδονικό και η Βουλγαρία, Πλήρη τα απόρρητα βουλγαρικά έγγραφα 1950 – 1967» ήταν μια κοινή έκδοση της ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ (ΕΜΣ) με τα ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΑ ΚΡΑΤΙΚΑ ΑΡΧΕΙΑ (Εκδ. Οίκος Αδελφών Κυριακίδη, Θες/νίκη 2009). Ήταν η πρώτη επίσημη συνεργασία Ελλάδας – Βουλγαρίας με στόχο τον κοινό αγώνα των δύο εθνικισμών να πείσουν ότι οι Μακεδόνες δεν αποτελούν ξεχωριστό έθνος και ότι είναι ή Έλληνες –όσοι έμειναν στην ελλαδική επικράτεια- ή Βούλγαροι –όσοι έμειναν στη βουλγαρική ή την μακεδονική.
Ο ελλαδικός εθνικισμός ξεπέρασε τον προαιώνιο αντιβουλγαρικό μένος του, γιατί αντίπαλός του στο μακεδονικό δεν είναι πλέον οι Βούλγαροι, αλλά οι ίδιοι οι γηγενείς κάτοικοι της Μακεδονίας. Πρέπει να πείσουν λοιπόν, ότι αυτοί οι αποκαλούμενοι διεθνώς και αυτοαποκαλούμενοι Μακεδόνες είναι ή «εκσλαβισμένοι» Έλληνες ή παραπλανημένοι Βούλγαροι
Είναι ο κοινός «εχθρός» τους στο Μακεδονικό.

Ο αναπάντεχος σύμμαχος για τους καταπονημένους εθνικιστές προέκυψε από τις εκλογές του Ιουλίου 2009 στη Βουλγαρία. Πρωθυπουργός αναδείχθηκε ο ακροδεξιός Μπόικο Μπορίσοφ, ο οποίος διόρισε ως υπουργό για τους «Βουλγάρους της διασποράς» τον ιστορικό Μπόζινταρ Ντιμιτρόφ
Μια από τις πρώτες ενέργειες του Ντιμιτρόφ ήταν η συνέντευξη που έδωσε στο «Πρώτο Θέμα» (23-8-2009). Χαροποίησε τους «Έλληνες πατριώτες» δηλώνοντας ότι ο Μεγαλέξανδρος ήταν Έλληνας και ότι «οι Σκοπιανοί είναι Βούλγαροι». Είναι επίσης ο συγγραφέας του βιβλίου «Τα 10 ψέματα του μακεδονισμού» (2006)
Δεν είναι καθόλου τυχαία η τοποθέτηση ενός κρατικοδίαιτου ιστορικού σε αυτή τη θέση. Είναι ο κατάλληλος άνθρωπος να παρουσιάσει την ιστορία με τέτοιο τρόπο ώστε να εξυπηρετεί τον βουλγαρικό εθνικισμό.
Επειδή εμείς οι Μακεδόνες είμαστε οι πιθανόν «παραπλανημένοι Βούλγαροι» καλό θα είναι να αναζητήσουμε μέσω της ιστορίας τις «βουλγάρικες ρίζες μας»

Για την καταγωγή των αρχαίων Βουλγάρων δεν υπάρχουν γραπτές βουλγαρικές πηγές. Από τις αναφορές, όμως, που υπάρχουν σε ρωσικές, βυζαντινές, αραβικές κ.α. πηγές προκύπτει ότι οι Βούλγαροι ήταν λαός τουρανικής ή τουρκομογγολικής καταγωγής που ζούσε στην κεντρική Ασία, βορείως της Κασπίας θάλασσας. Κατά πολλούς οφείλει το όνομά του στον ποταμό Βόλγα, ο οποίος στο μέσον του διέσχιζε την περιοχή όπου ζούσαν, ενώ κατ’ άλλους στην τουρανική λέξη Bulga που σημαίνει «ανακατεύω». Η πρωτεύουσά τους ήταν το Μπουλγκάρ
Περί τον 4ο π.Χ. αιώνα μετακινήθηκαν νοτιοανατολικά, βορείως της Αζοφικής θάλασσας. Το δεύτερο μισό του 7ου μ.Χ. αιώνα πιεζόμενοι από τους Χαζάρους εγκατέλειψαν τα αζοφικά παράλια (Μεγάλη Βουλγαρία) και διασκορπίστηκαν προς διάφορες περιοχές της ανατολικής Ευρώπης. Για το μέγεθος αυτών των φυλών (ορδών) δεν υπάρχουν πληροφορίες, καθώς αφομοιώθηκαν με τους τοπικούς πληθυσμούς, ενσωματώθηκαν σε άλλα κράτη και έπαψαν να υπάρχουν ως Βούλγαροι.
Μία από τις βουλγαρικές ορδές, η οποία και μας απασχολεί, κινήθηκε νοτιοανατολικά και εγκαταστάθηκε το 668 μ.Χ. μεταξύ Δούναβη και της οροσειράς του Αίμου (Μπάλκαν ή Στάρα Πλάνινα), δηλαδή στο βόρειο μισό της σημερινής Βουλγαρίας. Αυτή αφομοιώθηκε μεν πολιτισμικά με τους σλαβόφωνους της περιοχής, αλλά διατηρώντας την πολιτικοστρατιωτική της δομή, κατάφερε σύντομα (το 680-681) να δημιουργήσει αυτόνομο κράτος και να μη χαθεί «εθνικά»
Αναφέρω τους τοπικούς πληθυσμούς ως σλαβόφωνους και όχι Σλάβους, γιατί στην περιοχή εκείνη προϋπήρχαν υπολείμματα αρχαίων Θρακών (Μοισοί, Τριβαλλοί, Βαστάρναι) Δακών, Σκυθών, Σαρματών κλπ. τα οποία προφανώς εκσλαβίστηκαν πριν από τους Βούλγαρους. Δεν μπορεί να επιβίωσε το αρχαιοελληνικό έθνος και να μην επιβίωσε κάτι από αυτά τα έθνη?
Εκείνοι οι αγανακτισμένοι υποτελείς μέχρι τότε του Βυζαντίου, αλλά ανοργάνωτοι πολιτικοστρατιωτικά, συντάχθηκαν με την οργανωμένη βουλγαρική ορδή και το 681 δημιούργησαν το Πρώτο Βουλγαρικό κράτος. Έτσι οι Βούλγαροι, αν και μειοψηφία, έδωσαν το όνομά τους στο νεοϊδρυθέν κράτος.
Οι πρώτοι ηγεμόνες κρατούσαν τον τίτλο του Χαν και τα βουλγαρικά τους ονόματα: Ασπαρούχ, Κρουμ (Κρούμος), Ομουρτάγκ κλπ. Μετά τον πλήρη εκσλαβισμό και εκχριστιανισμό τους ο Χαν έγινε Τσαρ (τσάρος) και τα ονόματά τους σλαβικά και εβραιοχριστιανικά: Μπόρις, Ιβάν, Συμεών κλπ.

Στις αρχές του 9ου αιώνα οι Βούλγαροι εκείνοι ήδη είχαν κάνει ισχυρό κράτος και, εκμεταλλευόμενοι την δυσαρέσκεια των βαλκανικών πληθυσμών, επεκτείνουν την επικράτειά τους σε βάρος του Βυζαντίου. Καταλαμβάνουν περιοχές της Μακεδονίας και Θράκης (Αν.Ρωμυλία). Το καλοκαίρι μάλιστα του 811 ο αυτοκράτορας Νικηφόρος πραγματοποιεί εκστρατεία και καταστρέφει την ορεινή πρωτεύουσα Πλίσκα, αλλά ο Κρούμος τον παγιδεύει στις κλεισούρες του Αίμου, καταστρέφει τον βυζαντινό στρατό και αποκεφαλίζει τον αυτοκράτορα. Ο νέος αυτοκράτορας Μιχαήλ Α’ τον Ιούνιο του 812 κάνει νέα εκστρατεία, αλλά έξω από την Αδριανούπολη ηττάται. Για καλή του τύχη ο Κρούμος πεθαίνει το 814 και ο νέος Χάνος Ομουρταγκ είναι πιο διαλακτικός και συνάπτει συνθήκη ειρήνης με τους Βυζαντινούς.
Σε όλες εκείνες τις συγκρούσεις φάνηκε ότι οι βαλκανικοί πληθυσμοί, και ειδικά οι σλαβόφωνοι, συντάσσονταν περισσότερο με τους Βούλγαρους παρά με τους Βυζαντινούς. Σ΄αυτό βέβαια συντελεί η καταπίεση και η εκμετάλλευση. Εξάλλου οι αυτοκράτορες του Βυζαντίου εκείνης της εποχής ήταν Σύριοι (Δυναστεία Ισαύρων), Φρύγες (Αμορίου) και Αρμένιοι.
Για να αντιμετωπίσουν αυτή την κατάσταση, οι Βυζαντινοί μεταφέρουν πληθυσμούς από τη Συρία και την Αρμενία στη Θράκη για να πυκνώσει ο εκεί δικός τους πληθυσμός.
Η μεθοδική μεταφορά πληθυσμών, λοιπόν, που έκανε το κράτος των Αθηνών σε Μακεδονία και Θράκη τις δεκαετίες του ’20 και του ’90, δεν αποτελούσε κάποια πρωτοτυπία, αλλά συνήθη βυζαντινή πρακτική. 
Από τους Αρμένιους εκείνους θα προκύψει το 867 η νέα δυναστεία, που λόγω του ότι η Αδριανούπολη τότε ήταν πρωτεύουσα του διοικητικού Θέματος της Μακεδονίας, θα ονομαστεί Μακεδονική.
Εκείνοι που ονομάζουν Μακεδόνες εκείνους τους Αρμένιους αυτοκράτορες, παρόλο που είχαν εγκατασταθεί στο θέμα της Μακεδονίας μόλις πριν λίγες δεκαετίες, αμφισβητούν σήμερα το αυτονόητο δικαίωμα των προαιώνιων γηγενών κατοίκων της Μακεδονίας να αυτοαποκαλούνται Μακεδόνες. 
Έχουν και την απαίτηση να υποκύψουμε στον παραλογισμό τους.

Το δεύτερο που θα επιχειρήσουν οι Βυζαντινοί είναι η θρησκευτική ενοποίηση, καθώς ξέρουν ότι η θρησκεία αποτελεί στοιχείο πολιτικής ενοποίησης των πληθυσμών. Με τους σύγχρονους όρους αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικά του έθνους. Υπόψη ότι μέχρι τότε στη βαλκανική ενδοχώρα δεν είχε διαδοθεί ο χριστιανισμός. Επειδή η πειοψηφία των κατοίκων της Βαλκανικής δεν μιλούσε την ελληνική, αποφάσισαν να παραβιάσουν το «τρίγλωσσο» της Αγία Γραφής (Εβραϊκά, Ελληνικά, Λατινικά) και να την μεταφράσουν και στη Σλαβική. Για το λόγο αυτό επέλεξαν την διάλεκτο της Μακεδονίας, και συγκεκριμένα της Θεσσαλονίκης, αναθέτοντας αυτό το έργο στους Θεσσαλονικείς Κύριλλο και Μεθόδιο (860). Έτσι αρχίζει η φιλολογική καλλιέργεια της Μακεδονικής γλώσσας. Η χρήση, όμως, εκείνων των μεταφράσεων ήταν επόμενο να συμβάλει στην επιρροή της μακεδονικής πάνω στις άλλες σλαβικές γλώσσες, μεταξύ των οποίων και στη βουλγαρική. 
Η Μακεδονική, λοιπόν, στην πραγματικότητα έχει δώσει και δεν έχει πάρει από την καθαυτού βουλγαρική των Βουλγάρων πριν να έρθουν στα Βαλκάνια.

Η πολιτική συγκυρία, όμως, επιτάχυνε τις εξελίξεις.
Ο ηγεμόνας της Μεγάλης Μοραβίας (στη σημερινή Τσεχία), Ροστισλάβ, έσπασε το 850 κάθε μορφή εξάρτησης από το φραγκικό κράτος. Η δυναμική αντίδραση του ηγεμόνα της «Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας» των Φράγκων, Λουδοβίκου, δεν άλλαξε την κατάσταση, γιατί στις πολεμικές συγκρούσεις με το Ροστισλάβ οι φράγκοι ηττήθηκαν. Η επέκταση των μοραβών ως τον Τισσό ποταμό τους έφερε πλέον σε γειτονία με τους Βουλγάρους.
Προκειμένου να εξουδετερώσει τον μοραβικό κίνδυνο, ο ηγεμόνας της Βουλγαρίας, Μπόρις, ήλθε σε συνεννοήσεις με τους φράγκους, οι οποίες κατέληξαν τελικά, το 863, σε συμμαχία.
Η συμμαχία των γειτόνων Βουλγάρων με το αντίπαλο φραγκικό κράτος αποτελούσε για τους Μοραβούς ένα θανάσιμο κλοιό. Έτσι ο Ροστισλάβ αναγκάσθηκε να αναζητήσει στη βυζαντινή αυτοκρατορία μια αντίρροπη δύναμη κι ένα στήριγμα. Αποφάσισε λοιπόν να χρησιμοποιήσει τον εκχριστιανισμό των υπηκόων του ως ενοποιητικό στοιχείο κατά το πρότυπο του Βυζαντίου. Ο μοναδικός λόγος που επέλεξε τη βυζαντινή ορθοδοξία ήταν να αναχαιτίσει την επιρροή της καθολικής εκκλησίας στους υπηκόους του, κάτι που ευνοούσε τους Φράγκους. Έστειλε πρεσβεία στην Κωνσταντινούπολη και ζήτησε την αποστολή βυζαντινών επισκόπων για να διδάξουν τη χριστιανική θρησκεία στη γλώσσα του λαού του. Οι βυζαντινοί φυσικά άρπαξαν την ευκαιρία και έστειλαν τους Κύριλλο και Μεθόδιο. Έτσι οι Βούλγαροι βρέθηκαν σε δύσκολη θέση. Αυτό τους ανάγκασε να επιλέξουν και αυτοί το χριστιανισμό ως ενοποιητικό πολιτικό στοιχείο και τη συμμαχία με το Βυζάντιο. Τον εκχριστιανισμό τους ανέλαβαν οι ιδρυτές της Φιλολογικής Σχολής Οχρίδας Κλήμεντ και Ναούμ. Έτσι οι Βούλγαροι δέχονται μαζί με τον εκχριστιανισμό και γλωσσικές επιρροές της Μακεδονικής, με αποτέλεσμα η γλώσσα τους να απομακρυνθεί ακόμη περισσότερο από την μητρική τους τη βουλγαρική. Ο ηγεμόνας μάλιστα των Βουλγάρων Μπόρις βαπτίζεται το 867 με ανάδοχο τον ίδιο τον βυζαντινό αυτοκράτορα Μιχαήλ.
Έτσι δημιουργείται ένα κράτος που ονομάζεται βουλγαρικό, αν και οι Βούλγαροι αποτελούσαν μειοψηφία ακόμα και στην περιοχή μεταξύ Αίμου και Δούναβη. Η επίσημη γλώσσα αυτού του βουλγαρικού κράτους φυσικά αποκαλείται Βουλγαρική αν και ελάχιστη σχέση έχει με την καθαυτού βουλγαρική. Είναι η σλαβική διάλεκτος της περιοχής με επιρροές της καθαυτού βουλγαρικής και άλλων προϋπαρχόντων γλωσσικών στοιχείων. Έχει συγγένεια, όμως, με την Μακεδονική, από την οποία και έχει δεχθεί επιρροές και η οποία έχει ως βάση τη σλαβική διάλεκτο της Μακεδονίας με επιρροές της Κοινής Ελληνικής, της Λατινικής και φυσικά και άλλων προϋπαρχόντων γλωσσικών στοιχείων της Μακεδονίας.

Στους μετέπειτα βυζαντινο-βουλγαρικούς ανταγωνισμούς οι Βούλγαροι θα προσπαθούν να εκμεταλλευτούν την συγγένεια της γλώσσας τους με τις άλλες βαλκανικές σλαβικές γλώσσες ως ενοποιητικό στοιχείο των σλαβόφωνων. Οι Βυζαντινοί από τη πλευρά τους θα προσπαθούν να προβάλουν την Κοινή Ελληνική (την Ρωμαίϊκη) ως γλώσσα των ευαγγελίων και του πολιτισμού. Θα προπαγανδίζουν τη βάρβαρη καταγωγή των Βουλγάρων και την κατωτερότητα του πολιτισμού τους. Έτσι η έννοια «Βούλγαρος» θα πάρει τον χαρακτήρα επιθέτου που θα σημαίνει τον αμόρφωτο, τον άξεστο, τον απολίτιστο. Κάτι ανάλογο δηλαδή που συνέβη με την έννοια «γραικύλος», που προέρχεται μεν από το Γραικός (Έλληνας), αλλά για τους Δυτικούς σήμαινε τον αμόρφωτο, τον άξεστο, τον απολίτιστο
Το ίδιο συνέβη και με την έννοια «γύφτος», που είναι παραφθορά του Αιγύπτιος ή την έννοια «αράπης», που είναι παραφθορά του όρου Άραβας, αλλά την κολλάμε σε όλους τους μελαχρινούς και κυρίως στους μαύρους Αφρικανούς που δεν είναι Άραβες.
Την έννοια «βούλγαρος» οι Βυζαντινοί θα την κολλήσουν και στο Βασίλειο του Σαμουήλ που δημιουργήθηκε με έδρα τις Πρέσπες και την Οχρίδα (976-1018), αν και ο Σαμουήλ ήταν γόνος σλαβόφωνου βυζαντινού αξιωματούχου με Αρμένισσα μητέρα.
Την έννοια «βούλγαρος» θα την κολλήσουν αμέσως και στους Μπογκόμιλους, γιατί ήταν το κοινωνικοπολιτικό κίνημα που απειλούσε την φεουδαρχική εξουσία τους στα Βαλκάνια. Για να το φθείρουν έπρεπε να το παρουσιάσουν ως δημιούργημα που ταιριάζει μόνο στους απολίτιστους («βούλγαρους»). Εξάλλου και τα έθιμά τους τα χαρακτήριζαν χωριάτικα – επαρχιώτικα (παγανιστικά, από то λατινικό «pagan» που σημαίνει χωριάτης-επαρχιώτης).
Αυτό επιρρέασε και τους Δυτικούς αντιμπογκομίλους συμμάχους τους με αποτέλεσμα οι Μπογκόμιλοι να γίνουν γνωστοί στη Δύση, εκτός από τον ελληνικό όρο Cathars (Καθαροί) και ως "Bulgari". Μάλιστα είναι καταγραμμένη «αίρεση» με το όνομα «bulgarorum heresis» και οι οπαδοί της στη νότια Γαλλία είναι γνωστοί ως «bougres» (από το Bulgarus). Έτσι το «bougres» στη Γαλλία έμεινε να αποδίδεται στον διεστραμμένο, τον κατάπτυστο, τον έκφυλο - συνώνυμο του αγγλικού «Bastards» (μπάσταρδο).
Η υποτιμητική χροιά που απέδωσαν στον όρο «βούλγαρος» έχει διασωθεί και στις μέρες μας. Έχει γίνει αιτία να αποκαλούν «Βούλγαρους», οι νότιοι τους οπαδούς και τους παίκτες των ομάδων της Θεσσαλονίκης και ειδικά του ΠΑΟΚ. Αυτός είναι και ο λόγος που παρουσιάζουν την Μακεδονική γλώσσα ως διάλεκτο της Βουλγαρικής. Φυσικά αυτό εξυπηρετεί άριστα τη σοβινιστική πολιτική του σύγχρονου βουλγαρικού κράτους.
Το 1185 θα δημιουργηθεί το «Δεύτερο Βουλγαρικό κράτος» που είναι όμως Βουλγαρο-Βλαχο-Σλαβο-Κουμανο-Ρωαμαίικο κλπ. με επίσημη, όμως γλώσσα την μη βουλγαρική «Βουλγαρική».

Η περίπτωση των Βουλγάρων, που αν και δεν είναι σλάβικης καταγωγής έγιναν σλαβόφωνοι, είναι μια κλασική απόδειξη ότι η γλώσσα ενός λαού δεν σημαίνει και καταγωγή.

Ο τρίτος από τους εταίρους που συμμετείχαν στο μοίρασμα της Μακεδονίας το 1912-13, οι Σέρβοι, μέχρι το 1940 μας αποκαλούσαν Σέρβους και τη Μακεδονική γλώσσα διάλεκτο της Σερβικής. Εξ άλλου οι Μακεδόνες ήταν υπήκοοι του σερβικού κράτους πριν την κατάληψη της Μακεδονίας από τους Οθωμανούς. Ο αυτοκράτορας Ιωάννης ΣΤ’ Καντακουζηνός για να εξασφαλίσει τη συμμαχία του Σέρβου ηγεμόνα Στέφανου Δουσάν, του παραχώρησε τη Μακεδονία (πλην Θεσσαλονίκης), τη Θεσσαλία και τη Δυτική Θράκη (Συμφωνία Σκοπίων 1342). Τρία χρόνια αργότερα ο Δουσάν ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας των Σέρβων και των Ρωμαίων με πρωτεύουσα τα Σκόπια, καθώς το Βυζάντιο έκανε συνθήκη ειρήνης με τους Οθωμανούς
Όταν οι Σέρβοι ηγεμόνες επικεφαλής πολυεθνικού βαλκανικού στρατού μάχονταν κατά των Οθωμανών για να μη περάσουν τον Έβρο (1371) οι Βυζαντινοί ήταν σύμμαχοι των Οθωμανών.

Όταν μετά από αιώνες άρχισε η χειραφέτηση των Βαλκανικών λαών λόγω Διαφωτισμού και κατάρρευσης της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, κάποιοι δεν αρκέσθηκαν στην απελευθέρωσή τους, αλλά επιδίωξαν και την επιβολή τους πάνω σε άλλους. Για το σκοπό αυτό επικαλέστηκαν ιστορικά δικαιώματα που απέρρεαν από πολυεθνικές γλώσσες, αυτοκρατορίες και βασίλεια. Η ιστορική αλήθεια, όμως, δεν δίνει δικαίωμα σε κανέναν να ιδιοποιείται ούτε την πολυεθνική Κοινή Ελληνική γλώσσα ή το πολυεθνικό Βυζάντιο ή τα πολυεθνικά Βασίλεια «Σέρβων και Ρωμαίων», «Βουλγάρων και Ρωμαίων», ούτε τη συγγένεια της σύγχρονης Βουλγαρικής γλώσσας με τη σύγχρονη Μακεδονική.
Οι ίδιοι οι Μακεδόνες, όπως θα σημειώσει ο Στρατής Μυριβίλης στο έργο του «Ζωή εν τάφω» (Αθήνα 1924, σ.104-5 και 1930, σ.206),
"Δε θέλουν να είναι μήτε 'Μπουλγκάρ', μήτε 'Σρρπ', μήτε 'Γκρρτς'. Μονάχα 'μακεντόν ορτοντόξ"


Κυριακή 20 Μαρτίου 2011

25η Μαρτίου: Επέτειος της Σφαγής της Ζαγορίτσανης και της Προδοτικής συμπεριφοράς των Γραικών προς τους Μακεδόνες


Η 25η Μαρτίου είναι ημέρα θλιβερής μνήμης για τους Μακεδόνες.
Είναι η επέτειος
ενός από τα πιο στυγερά εγκλήματα των ελλαδικών φασιστικών συμμοριών κατά αμάχων Μακεδόνων.
Είναι η επέτειος της Σφαγής της Ζαγορίτσανης στις 25 Μαρτίου 1905.
Η Ζαγορίτσανη, που το 1926 μετονομάστηκε σε Βασιλειάδα, ήταν ένα κεφαλοχώρι περί τα δέκα χιλιόμετρα ανατολικά της λίμνης της Καστοριάς με πληθυσμό περίπου 3.000 κατοίκους.

Να πως δικαιολογεί και πως περιγράφει τη σφαγή ο τότε μητροπολίτης Καστοριάς
Γερμανός Καραβαγγέλης:

«Ένα βουλγαρικό σώμα μια μέρα πήγε κι έκαψε τη Μονή του Τσιριλόβου της οποίας ο ηγούμενος αρχιμανδρίτης Γρηγόριος ήταν πολύ πατριώτης [???] και παλληκάρι αν και γέρος εβδομήντα πέντε χρονών και σλαβόφωνος και πολλές φορές είχε φιλοξενήσει τον Μελά, τον Βάρδα και όλα τα ελληνικά σώματα που περνούσαν από κει. Ευτυχώς όταν οι Βούλγαροι κάψαν το μοναστήρι αυτός δεν ήταν μέσα κι έτσι κατά τύχη σώθηκε από βέβαιο θάνατο. Ύστερα από λίγες μέρες οι Βούλγαροι κάψαν κι άλλο μοναστήρι, τη Μονή της Σλίβενης και σκότωσαν και τον ηγούμενο που ήταν μέσα. Επειδή στην πυρπόλησι αυτή των μοναστηριών είχαν λάβει μέρος και πολλοί Βούλγαροι χωρικοί από τη Ζαγορίτσανη, ο Βάρδας απεφάσισε να τους τιμωρήση. Η Ζαγορίτσανη ήταν ένα χωριό από εξακόσια πάνω κάτω σπίτια βουλγαρικά και ελληνικά.
Στην εκκλησία, μια Κυριακή λειτουργούσαν οι Βούλγαροι, μια οι Έλληνες. Στο τέλος οι δικοί μας έμειναν μόνον εξήντα σπίτια κι αυτοί άρχισαν να δειλιούν. Ήταν οι χειρότεροι Βούλγαροι της επαρχίας μου. Όταν ο Βάρδας αποφάσισε την τιμωρία τους μου έγραψε και του έστειλα τα ονόματα των δικών μας, για να μη τους πειράξη. Την παραμονή λοιπόν της 25ης Μαρτίου του 1905 κρύφτηκε στο απέναντι του χωριού δάσος με τριακόσιους πάνω κάτω άντρες μεταξύ των οποίων ήταν και ο καπετάν Καούδης, ο καπετάν Μακρής, ο καπετάν Μπούλακας, ένας ληστής Γαύδας με το παιδί του κι άλλοι πολλοί. Πρωί – πρωί μπαίνουν στο χωριό κι αρχίζει το τουφέκι. Όσους αντιστέκονται τους σκοτώνουν και βάζουν φωτιά στα σπίτια. Εκείνη την ημέρα σκοτώθηκαν εβδομήντα εννιά Βούλγαροι και δυστυχώς και μερικοί δικοί μας, σλαβόφωνοι μεν, αλλά πολύτιμοι. Δικοί μας δεν σκοτώθηκαν πολλοί γιατί, εκτός που είχα δώσει εγώ κατάλογο των ονομάτων τους στον Βάρδα, κι οι ίδιοι εφρόντισαν να κρυφτούν, ενώ οι Βούλγαροι χτυπούσαν άγρια. Πάνω όμως στην αναμπουμπούλα δεν ήταν εύκολο να ξεχωρίση κανείς τους Έλληνες από τους Βούλγαρους.
Στο μεταξύ φτάνει στρατός από την Καστοριά και σε λίγο κι άλλος από την Κλεισούρα. Άμα επλησίασε αρκετά ο στρατός εφώναξε στους αντάρτες «τεσλίμ» (παραδοθείτε). Οι δικοί μας όμως, που είχαν πιάσει τα υψώματα, τραβούν μια μπαταριά κι αμέσως φεύγουν οι Τούρκοι. Το ίδιο και με το στρατό της Κλεισούρας. Έτσι οι δικοί μας έμειναν ελεύθεροι και σεργιάνιζαν σκοτώνοντας όλη μέρα στο χωριό. Μόλις το έμαθαν οι πρόξενοι των Μεγάλων Δυνάμεων στο Μοναστήρι έσπευσαν αμέσως στη Ζαγορίτσανη. Εκεί το Βουλγαρικό Κομιτάτο είχε δώσει οδηγίες να λένε ότι όλη την καταστροφή την έφερε εγώ και ότι άκουγαν τον Βάρδα να φωνάζη «Σκοτώνετε Βουλγάρους. Γιατί μας πληρώνει ο Μητροπολίτης;» Οι πρόξενοι συγκινήθηκαν, γιατί ήταν και πολλές γυναίκες σκοτωμένες και γράφουν στους πρέσβεις της Κωνσταντινουπόλεως ότι ο αίτιος όλης αυτής της καταστροφής είναι ο Μητροπολίτης της Καστοριάς και αυτοί κάνουν αμέσως διάβημα στο Σουλτάνο να με σηκώσει από κει….»

Από την περιγραφή του Καραβαγγέλη φαίνεται καθαρά ότι τους κατοίκους ενός καθαρά μακεδονικού χωριού, όταν ανήκουν στην πατριαρχική εκκλησία τους λέει Έλληνες, ενώ όταν προσχωρούν στην «σχισματική» Εξαρχία ή τον καθολικισμό (ενωτικοί - ουνίτες) τους λέει Βούλγαρους.
Για τη συγκεκριμένη περίπτωση ο Ι.Δραγούμης έγραψε στο ημερολόγιό του στις 12 Ιανουαρίου 1904: «Κατ’ ειδήσεις μεταδοθείσας υπό του κ. Αγγελόπουλου, 60 οικογένειαι εκ του χωρίου Κωστενέτσι, 40 οικογένειαι εκ Μπομπίστης και ολόκληρον (!) το χωρίον Ζαγορίτσανη, επέδωκαν αναφοράς προς τον Καϊμακάμην Καστοριάς, δι’ ων ζητούσι ν’ ασπασθώσι τον καθολικισμόν!».

Αυτή την πραγματικότητα απέκρυπταν και συνεχίζουν να αποκρύπτουν από τους υπηκόους τους με συνέπεια αυτοί να αγνοούν την αλήθεια και να συμπεριφέρονται ως άβουλος όχλος και υποχείρια του σοβινισμού τους.

Οι υπήκοοι αυτού του κράτους -και ειδικά το ποίμνιο της εκκλησίας- αγνοούν ακόμα το γεγονός ότι, πριν ανακατευθούν στο Μακεδονικό Ζήτημα τα όργανα του Πατριαρχείου, οι διπλωμάτες της Ελλάδας και τα μισθοφορικά σώματα με επικεφαλής αξιωματικούς και υπαξιωματικούς του ελλαδικού στρατού, απολύτως καμία σύγκρουση μεταξύ πατριαρχικών και εξαρχικών ή ουνιτών Μακεδόνων ή μεταξύ ελληνόφωνων με μη ελληνόφωνους δεν είχε παρατηρηθεί στην Μακεδονία.
Ειδικά ελληνόφωνος κάτοικος ή ελληνόφωνο χωριό της Μακεδονίας ουδέποτε θίχτηκε και εκεί οφείλεται και το γεγονός ότι εκείνοι οι ελληνόφωνοι δεν είχαν καμία συμμετοχή στον αντιμακεδονικό αγώνα 1903-1908. Εκείνοι οι θρησκευτικοί και πολιτικοί απατεώνες, όπως και τα μισθοφορικά τους σώματα, ήρθαν να διχάσουν, να εξαπατήσουν, να τρομοκρατήσουν, να δολοφονήσουν… Να διαιρέσουν τον μακεδονικό λαό για να βασιλεύσουν στον τόπο του.


Αγνοούν ακόμα το γεγονός ότι η Σφαγή της Ζαγορίτσανης την ημέρα της 25ης Μαρτίου αποτελεί και συμβολική υπόμνηση της προδοτικής συμπεριφοράς του νεοελληνικού κράτους απέναντι στους Μακεδόνες.

Το 1822, μετά την καταστολή της εξέγερσης των Μακεδόνων κατά των Οθωμανών κατακτητών, που έμεινε γνωστή ως Επανάσταση του Βερμίου και κατέληξε στην καταστροφή της Νάουσας και των γύρω χωριών, οι Μακεδόνες επαναστάτες πήγαν στη Ρούμελη και το Μωριά και συμμετείχαν μέχρι το τέλος στο αγώνα για την απελευθέρωση της Ελλάδας.
Υπόψη ότι ούτε ένα από τα χωριά μεταξύ Αλιάκμονα και Πάϊκο που συμμετείχαν στην εξέγερση του 1822 και καταστράφηκαν δεν ήταν ελληνόφωνο, όπως επίσης και οι ηγέτες εκείνης της εξέγερσης και του σώματος που κατέβηκε στην Ελλάδα Καρατάσος και Γάτσος. Ήταν οι αποκαλούμενοι σλαβόφωνοι (σε συνεργασία με τους βλαχόφωνους), τους οποίους άπαντες αποκαλούν Μακεδόνες. (περισσότερα στο άρθρο για την Επανάσταση της Ναόυσας εδώ)

Όταν μερικές δεκαετίες αργότερα (1903) οι ίδιοι εκείνοι Μακεδόνες έκαναν άλλη μια Επανάσταση (Ίλιντεν) για να απελευθερωθούν, οι «αδελφοί» Γραικοί, όχι μόνο δεν ανταπέδωσαν την υποχρέωσή τους, αλλά και υπονόμευσαν με κάθε τρόπο τον αγώνα τους.

Ο ίδιος ο πρόξενος της Ελλάδας στη Μπίτολα Κ. Κυπραίος έγραψε στην έκθεση αρ.554/24-7-1903 προς το Υπ. Εξωτερικών:
«Την παρελθούσαν Παρασκευήν βουλγαρόφωνοι ορθόδοξοι χωρικοί ελθόντες μοι εγνώρισαν εμπιστευτικώς ότι την εικοστήν του μηνός, ημέραν Κυριακήν και εορτήν του Προφήτου Ηλίου, κυρήσσεται αφεύκτως η επανάστασις, και μοι καθόρισαν τα σημεία της συγκεντρώσεως των επαναστατών. Τούτο δεν έλειψα ν’ ανακοινώσω τω Γενικώ Διοικητή…».
Εκμεταλλεύτηκε δηλαδή την εμπιστοσύνη των χωρικών και έγινε πληροφοριοδότης των δυνάμεων κατοχής. Στην έκθεση μάλιστα της 26 Ιουλίου, την οποία συνέταξε ο γραμματέας του προξενείου Ίων Δραγούμης, γράφει:
«Εφ’ όσον δυνάμεθα βοηθούμεν Τουρκικάς Αρχάς προς καταστολήν κινήματος, αλλ’ ουδαμώς πρόσφορος, ουδέ δυνατόν θεωρώ την επί πλέον δι’ ημετέρων πρακτόρων αναχαίτισιν επαναστατών…».

Ο μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης στα απομνημονεύματά του αναφέρει την συνεργασία του με τις κατοχικές δυνάμεις. Είναι αυτός που θα δημιουργήσει την πρώτη μισθοφορική συμμορία η οποία τρομοκρατούσε τα μακεδονικά χωριά. Μαζί με τον Δραγούμη θα ενεργήσουν ώστε να έλθουν από την Ελλάδα και άλλοι αξιωματικοί και υπαξιωματικοί με μισθοφορικά σώματα.
Ο Δραγούμης έγραψε στις 28 Αυγούστου 1903 στον γαμπρό του, Παύλο Μελά: «Αλλά πρέπει αφεύκτως να έλθουν δικοί μας και να γίνει εμφύλιος σπαραγμός μεταξύ χριστιανών εις τα επαναστατημένα διαμερίσματα δια να φανή ότι έχομεν οι Έλληνες ζωήν εντός της ζώνης του Αγίου Στεφάνου».
Ο Π.Μελάς περιγράφει χαρακτηριστικά την πρώτη του ενέργεια: Μπαίνει με το σώμα του στη Πρεκοπάνα (περί τα 10 χλμ.βόρεια της Ζαγορίτσανης) και περικυκλώνει την εκκλησία, όπου εκείνη την ώρα γινόταν μια κηδεία. Με την απειλή των όπλων τρομοκρατεί τους χωρικούς και απαιτεί από αυτούς «να ορκισθώσι πίστιν και αφοσίωσιν εις την Ορθοδοξίαν και δεύτερον να κάμωσι τοιαύτην αναφοράν εις τον Καϊμακάμην και εις τον μητροπολίτην. Προς τον τελευταίον [Καραβαγγέλη] δε να μεταβώσιν εντός δέκα το πολύ ημερών και να ζητήσωσι την αποστολήν ιερέως και διδασκάλου Ελλήνων».
Για να πιστέψουν τις απειλές του, φεύγοντας παίρνει αιχμαλώτους τον παπά και τον δάσκαλο του χωριού και τους εκτελεί στο γειτονικό δάσος.
«Δια της πράξεως αυτής,
γράφει, υπεβοήθησα τους κατοίκους να επανέλθουν εις την Ορθοδοξίαν και να δηλώσουν εντός δεκαημέρου την επιθυμίαν των ταύτην εις τον μητροπολίτην».

Αυτός ήταν και ο μοναδικός λόγος που δολοφονούσαν, τρομοκρατούσαν και κατέστρεφαν. Οι δικαιολογίες που προβάλουν είναι ίδιες με εκείνες που προέβαλαν οι ναζιστικές δυνάμεις κατά την κατοχή. Όταν έκαναν τις μαζικές σφαγές αμάχων στα Καλάβρυτα, το Δίστομο Βοιωτίας, τον Χορτιάτη, την Κατράνιτσα (Πύργοι Κοζάνης) κλπ. προέβαλαν ως δικαιολογία την αιχμαλωσία ή τον φόνο Ναζιστών από τον ΕΛΑΣ. Εκείνες οι σφαγές και καταστροφές καταδικάστηκαν όχι μόνο από τους Έλληνες, αλλά και από τους ίδιους τους Γερμανούς. Τις μαζικές σφαγές και καταστροφές των εισβολέων Γραικών φασιστών και των συνεργατών των κατακτητών στην Μακεδονία, το αντίστοιχο δηλαδή των Γερμανοτσολιάδων (Γραικοτσολιάδων), Ταγματασφαλιτών κλπ., όχι μόνο δεν τις έχουν καταδικάσει, αλλά και τις επαινούν και τις τιμούν.
Ο φασισμός είναι καταδικαστέος μόνο όταν αφορά τους άλλους και όχι τους Γραικούς.


Η εξόντωση πολλών Μακεδόνων επαναστατών από τους Οθωμανούς, η καταστροφή χωριών και καλλιεργειών, η αναγκαστική μετανάστευση και η παράδοση του μεγαλύτερου μέρους του οπλισμού αποδυνάμωσαν το μακεδονικό απελευθερωτικό κίνημα. Αυτό το χτυπημένο αλύπητα εθνικό κίνημα ήρθαν οι «αδελφοί» Γραικοί να διαλύσουν και αυτό το αίσχος το λένε "Μακεδονικό Αγώνα". Ο μοναδικός λόγος ήταν η αποτροπή του ενδεχομένου δημιουργίας μιας «Μακεδονίας για τους Μακεδόνες» και τη θέση των Οθωμανών κατακτητών στη Μακεδονία να την πάρουν οι Γραικοί.

Η 25η Μαρτίου είναι για τους Μακεδόνες ημέρα θλιβερής μνήμης της θηριωδίας και της προδοτικής συμπεριφοράς των «αδελφών», «χριστιανών» Γραικών.

Η προστασία των ευρωπαϊκών θεσμών και το ιντερνετ μας δίνουν επιτέλους τη δυνατότητα να προβάλουμε και να αποκαταστήσουμε την αλήθεια και τη μνήμη των προγόνων μας.

Εμείς οι Μακεδόνες μη περιμένουμε αυτήν την αποκατάσταση από άλλους, οι οποίοι έδειξαν πόσο ουσιαστική σχέση έχουν με τη δημοκρατία, αλλά ας το κάνουμε δικό μας καθήκον

Τρίτη 6 Ιουλίου 2010

Η Παραχάραξη της Ιστορίας ως Πολιτικό Εργαλείο του Νεοελληνικού Σοβινισμού


Η κατάχρηση της δράσης του Μεγάλου Αλεξάνδρου από τους Νεοέλληνες εθνικιστές με ανάγκασε να καταφύγω στην αρχαία ιστορία, κυρίως του Αρριανού, για να δείξω πώς στην πραγματικότητα αντιμετώπισαν οι αρχαίοι Έλληνες τους αρχαίους Μακεδόνες.
Ο βομβαρδισμός που δέχθηκα, μέσω σχολίων, με τα ιστορικά «αδιάσειστα» στοιχεία για την «ελληνικότητα» των αρχαίων Μακεδόνων, με ανάγκασε να ρίξω μια πρώτη ματιά στο ιστορικό οπλοστάσιο των αυτόκλητων κληρονόμων των αρχαίων Ελλήνων.
Ξαναδιαβάζοντας το 7ο βιβλίο του Ηρόδοτου, διαπίστωσα ότι οι αρχαιόπληκτοι νεοέλληνες μειοδοτούν όταν υποστηρίζουν ότι μόνο οι αρχαίοι Μακεδόνες ήταν Δωριείς. Δωρικής καταγωγής, σύμφωνα με όσα αναφέρει ο Ηρόδοτος, ήταν και οι Πέρσες.
Γράφει ο Ηρόδοτος:
«ἔστι δὲ ἄλλος λόγος λεγόμενος ἀνὰ τὴν Ἑλλάδα, ὡς Ξέρξης ἔπεμψε κήρυκα ἐς Ἄργος πρότερον ἤ περ ὁρμῆσαι στρατεύεσθαι ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα• 2 ἐλθόντα δὲ τοῦτον λέγεται εἰπεῖν “ἄνδρες Ἀργεῖοι, βασιλεὺς Ξέρξης τάδε ὑμῖν λέγει. ἡμεῖς νομίζομεν Πέρσην εἶναι ἀπ᾽ οὗ ἡμεῖς γεγόναμεν παῖδα Περσέος τοῦ Δανάης, γεγονότα ἐκ τῆς θυγατρὸς ΚηφέοςἈνδρομέδης. οὕτω ἂν ὦν εἴημεν ὑμέτεροι ἀπόγονοι. οὔτε ὦν ἡμέας οἰκὸς ἐπὶ τοὺς ἡμετέρους προγόνους στρατεύεσθαι, οὔτε ὑμέας ἄλλοισι τιμωρέοντας ἡμῖν ἀντιξόους γίνεσθαι, ἀλλὰ παρ᾽ ὑμῖν αὐτοῖσι ἡσυχίην ἔχοντας κατῆσθαι. ἢν γὰρ ἐμοὶ γένηται κατὰ νόον, οὐδαμοὺς μέζονας ὑμέων ἄξω».

MET: Υπάρχει και μια άλλη εκδοχή στην Ελλάδα, ότι δηλαδή ο Ξέρξης έστειλε κάποιον κήρυκα στο Άργος, πριν ακόμα αρχίσει την εκστρατεία κατά της Ελλάδας. Αυτός όταν έφτασε λέγεται ότι είπε: «Άνδρες Αργείοι, ο βασιλιάς Ξέρξης αυτά λέει σε σας: Εμείς οι Πέρσες πιστεύουμε ότι καταγόμαστε από τον Πέρση, πατέρας του οποίου ήταν ο γιός της Δανάης, ο Περσέας, και μητέρα του η Ανδρομέδα, κόρη του Κηφέα. Έτσι είμαστε απόγονοι των ίδιων με εσάς. Άρα, δεν είναι σωστό να πολεμήσουμε ενάντια στον λαό από τον οποίο καταγόμαστε, όπως και για εσάς θα ήταν σφάλμα να βοηθήσετε άλλους να μας αντισταθούν, αλλά να παραμείνετε αμέτοχοι στην επερχόμενη σύγκρουση. Αν τα πράγματα έλθουν όπως τα ελπίζουμε, δεν υπάρχει άλλος λαός που θα τιμώ περισσότερο από εσάς». (Βιβ.7ο, εδάφιο 150)
Αλλά και το Μαντείο των Δελφών, στο οποίο προσέφυγαν οι Σπαρτιάτες, στην προφητεία του ανέφερε ότι η Σπάρτη κινδυνεύει να καταστραφεί από τους απογόνους του Περσέα. Αυτό σημαίνει ότι και στην Ελλάδα υπήρχε αυτή η εκδοχή.

Ακριβώς το ίδιο επιχείρημα χρησιμοποιούν οι αρχαιόπληκτοι νεοέλληνες για να τεκμηριώσουν την Δωρική καταγωγή της μακεδονικής βασιλικής δυναστείας.
Αναφέρουν ότι ο Αλέξανδρος Α’ για να εξασφαλίσει την συμμετοχή του στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 460 π.Χ., στους οποίους υπόψη συμμετείχαν μόνο Έλληνες, έπεισε την επιτροπή ότι είναι Έλληνας, καταθέτοντας τον μύθο περί καταγωγής της μακεδονικής βασιλικής δυναστείας από τον Τήμενο (Τημενίδες), ο οποίος ήταν απόγονος του Αργείου Ηρακλή (υπήρχε και Ηρακλής της Τύρου και τουλάχιστον άλλος ένας της Αιγύπτου).
Σύμφωνα με τον μύθο, «Έβδομος πρόγονος αυτού του Αλεξάνδρου ήταν ο Περδίκκας που έγινε βασιλιάς των Μακεδόνων με τον ακόλουθο τρόπο. Τρία αδέλφια από τη γενιά του Τημένου, ο Γαυάνης, ο Αέροπος και ο Περδίκκας, κατέφυγαν από το Άργος στους Ιλλυριούς• από εκεί πέρασαν στην Άνω Μακεδονία και έφτασαν στην πόλη Λεβαία. Εκεί υπηρέτησαν έναντι αμοιβής τον βασιλιά, ο ένας φροντίζοντας τα άλογα, ο δεύτερος τα βόδια, ενώ ο πιο μικρός από αυτούς, ο Περδίκκας, τα μικρότερα ζώα.»
Εκείνο το τσομπανόπουλο, λοιπόν, ο Περδίκας, έγινε πρώτος βασιλιάς των Μακεδόνων. Είναι σαν να λέμε ότι βασιλιάς της σημερινής Ελλάδας κατάφερε να γίνει ένας Αλβανός, Βούλγαρος ή Πακιστανός οικονομικός μετανάστης.

Εκείνο τον μύθο δέχθηκε η επιτροπή των Ο.Α. και νομιμοποίησε την συμμετοχή του Αλεξάνδρου του Α’, προφανώς για διπλωματικούς λόγους. Κατά την εισβολή των Περσών στην Ελλάδα είχε δείξει φιλελληνική στάση και η απειλή μιας νέας εισβολής ήταν πολύ πιθανή. Άρα η συμμαχία του Αλεξάνδρου ήταν επιδιωκόμενη.
Το γεγονός ότι μέχρι εκείνη την Ολυμπιάδα δεν συμμετείχαν οι Μακεδόνες, κάτι που σημαίνει ότι δεν τους θεωρούσαν Έλληνες, και ότι ο Αλέξανδρος Α’ έμεινε γνωστός στην ιστορία ως «ο Φιλέλλην», κάτι που σημαίνει ότι επίσης δεν τον θεωρούσαν Έλληνα, δε σημαίνει τίποτα για τους αρχαιοκάπηλους.


“Δωρικόν τε καὶ Μακεδνὸν ἔθνος”

Αυτή την αναφορά του Ηρόδοτου χρησιμοποιούν ως βασικό αποδεικτικό στοιχείο για να αποδείξουν την δωρική καταγωγή των Μακεδόνων.

A' "ἐστρατεύοντο δὲ οἵδε• ἐκ μὲν Πελοποννήσου Λακεδαιμόνιοι ἑκκαίδεκα νέας παρεχόμενοι, Κορίνθιοι δὲ τὸ αὐτὸ πλήρωμα παρεχόμενοι καὶ ἐπ᾽ Ἀρτεμισίῳ• Σικυώνιοι δὲ πεντεκαίδεκα παρείχοντο νέας, Ἐπιδαύριοι δὲ δέκα, Τροιζήνιοι δὲ πέντε, Ἑρμιονέες δὲ τρεῖς, ἐόντες οὗτοι πλὴν Ἑρμιονέων Δωρικόν τε καὶ Μακεδνὸν ἔθνος, ἐξ Ἐρινεοῦ τε καὶ Πίνδου καὶ τῆς Δρυοπίδος ὕστατα ὁρμηθέντες." (βιβλ.Η, εδ. 43)
(Συγκροτούσαν δε το στόλο τον ελληνικό στη Μάχη της Σαλαμίνας οι εξής: Από την Πελοπόννησο οι Λακεδαιμόνιοι με 16 πλοία, οι Κορίνθιοι, με τον ίδιο αριθμό πλοίων, το οποίον έδωσαν και εις το Αρτεμίσιον. Οι Σικυώνιοι, με δέκα πλοία, οι Επιδαύριοι με δέκα, οι Τροιζήνιοι με πέντε, οι Ερμιονείς με τρία. Όλοι αυτοί, εκτός των Ερμιονέων, ανήκουν στο Δωρικό και Μακεδνόν έθνος, ελθόντες στην Πελοπόννησο από τον Ερινεόν και την Πίνδον)


B' "τούτοισι ἐλθοῦσι τοῖσι ἔπεσι ὁ Κροῖσος πολλόν τι μάλιστα πάντων ἥσθη, ἐλπίζων ἡμίονον οὐδαμὰ ἀντ᾽ ἀνδρὸς βασιλεύσειν Μήδων, οὐδ᾽ ὦν αὐτὸς οὐδὲ οἱ ἐξ αὐτοῦ παύσεσθαι κοτὲ τῆς ἀρχῆς. μετὰ δὲ ταῦτα ἐφρόντιζε ἱστορέων τοὺς ἂν Ἑλλήνων δυνατωτάτους ἐόντας προσκτήσαιτο φίλους, 2 ἱστορέων δὲ εὕρισκε Λακεδαιμονίους καὶ Ἀθηναίους προέχοντας τοὺς μὲν τοῦ Δωρικοῦ γένεος τοὺς δὲ τοῦ Ἰωνικοῦ. ταῦτα γὰρ ἦν τὰ προκεκριμένα, ἐόντα τὸ ἀρχαῖον τὸ μὲν Πελασγικὸν τὸ δὲ Ἑλληνικὸν ἔθνος. καὶ τὸ μὲν οὐδαμῇ κω ἐξεχώρησε, τὸ δὲ πολυπλάνητον κάρτα. 3 ἐπὶ μὲν γὰρ Δευκαλίωνος βασιλέος οἴκεε γῆν τὴν Φθιῶτιν, ἐπὶ δὲ Δώρου τοῦ Ἕλληνος τὴν ὑπὸ τὴν Ὄσσαν τε καὶ τὸν Ὄλυμπον χώρην, καλεομένην δὲ Ἱστιαιῶτιν• ἐκ δὲ τῆς Ἱστιαιώτιδος ὡς ἐξανέστη ὑπὸ Καδμείων, οἴκεε ἐν Πίνδῳ Μακεδνὸν καλεόμενον• ἐνθεῦτεν δὲ αὖτις ἐς τὴν Δρυοπίδα μετέβη καὶ ἐκ τῆς Δρυοπίδος οὕτω ἐς Πελοπόννησον ἐλθὸν Δωρικὸν ἐκλήθη. (βιβλ.Α, εδ 57-58)

(Ύστερα έβαλε μπρος ο Κροίσος, βασιλιάς των Λυδίων να εξετάσει ποιοι .. ανάμεσα στους Έλληνες .. ήσαν οι δυνατότεροι, που θα μπορούσε να κάνει φίλους. Και ψάχνοντας βρήκε πως ξεχώριζαν οι Λακεδαιμόνιοι και οι Αθηναίοι, οι πρώτοι ανάμεσα στους Δωριείς, οι δεύτεροι ανάμεσα στους Ίωνες, Γιατί τα έθνη αυτά ήσαν τα πιο γνωστά oι Αθηναίοι ποτέ ως τώρα δεν ξεσηκώθηκαν από τον τόπο τους, ενώ οι άλλοι ήταν πολυπλάνητοι (οι Δωριεις). Γιατί όσο βασίλευε ο Δευκαλίων, κατοικούσαν (οι Δωριείς) στη Φθιώτιδα, στα χρόνια πάλι του Δώρου, του γιου του Έλληνα, τη χώρα στις πλαγιές της Όσσας και του Ολύμπου που τη λεν Ιστιαιώτιδα. Και αφότου και από την Ιστιαιώτιδα τους ξεσήκωσαν οι Καδμείοι, κατοικούσαν στην Πίνδο με το όνομα έθνος Μακεδνόν. Από εκεί πάλι άλλαξαν τόπο και πήγαν στη Δρυοπίδα και από εκεί έφτασαν πια εκεί που είναι, δηλαδή στην Πελοπόννησο, και ονομάστηκαν έθνος Δωρικό.)

Ο Ηρόδοτος σαφώς αναφέρει για το Δωρικό έθνος ότι από τη Φθιώτιδα μετακόμισε στη Θεσσαλία και από εκεί στην Πίνδο. Εκεί έμεινε για κάποιο χρονικό διάστημα και μετακόμισε στην Δρυοπίδα (Φωκίδα) και την Πελοπόννησο.
Επειδή η τελευταία μετακόμιση (κάθοδος) των Δωριέων ήταν από την Πίνδο, η οποία αποτελεί το νοτιοδυτικό σύνορο της Μακεδονίας, πιθανόν να τους αποκαλούσαν και Μακεδνούς (προερχόμενους από την Μακεδονία). Το γεγονός ότι αυτό το όνομα δεν διατηρήθηκε, δείχνει ότι ήταν επίκτητο.
Πουθενά δεν αναφέρεται ότι κάποιο τμήμα των Δωριέων μετακινήθηκε από την Πίνδο προς την Μακεδονία και απετέλεσε τους Μακεδόνες.
Αν υποθέσουμε ότι οι ιστορικοί παρέλειψαν να καταγράψουν μετακόμιση Δωριέων στη Μακεδονία, οι Δωριείς εκείνης της εποχής δεν έπρεπε να το ξέρουν και να αντιμετωπίζουν τους Μακεδόνες ως ομοεθνείς τους?
Δεν το ήξεραν εκείνοι και το ξέρουν κάποιοι άλλοι 25 αιώνες μετά?


Η Είσοδος των Περσών στην Ελλάδα κατά τον Ηρόδοτο


Το να είναι κάποιοι ομοεθνείς, έχει κάποιο νόημα όταν συμπεριφέρονται ως ομοεθνείς απέναντι στους εξωτερικούς κινδύνους.
Όταν, περί το 513 π.Χ. εισέβαλαν οι Πέρσες στην Θράκη και την Μακεδονία, οι Έλληνες έμειναν τελείως απαθείς.
Όταν το 480 π.Χ. ξεκίνησε η εκστρατεία του Ξέρξη κατά της Ελλάδας, όχι μόνο οι Θράκες και οι Μακεδόνες ήταν σύμμαχοι των Περσών, αλλά και οι Θεσσαλοί προσκάλεσαν τον Ξέρξη και του υποσχέθηκαν βοήθεια.
Ο Ηρόδοτος γράφει:
«τοῦτο μὲν ἀπὸ τῆς Θεσσαλίης παρὰ τῶν Ἀλευαδέων ἀπιγμένοι ἄγγελοι ἐπεκαλέοντο βασιλέα πᾶσαν προθυμίην παρεχόμενοι ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα• οἱ δὲ Ἀλευάδαι οὗτοι ἦσαν Θεσσαλίης βασιλέες.»
(Αυτό υποβοηθήθηκε με την άφιξη των αγγελιαφόρων από τους Αλευάδες της Θεσσαλίας, οι οποίοι προσκαλούσαν τον βασιλέα και υπόσχονταν να παράσχουν ότι είναι δυνατόν κατά της Ελλάδας. Αυτοί οι Αλευάδες ήταν βασιλείς της Θεσσαλίας.) (Βιβλίο 7ο, εδάφιο 6.)

Περιγράφοντας την πορεία του Ξέρξη δίπλα από τα παράλια της Θράκης και της Μακεδονίας, αναφέρει ως ελληνικές πόλεις μόνο τις ελληνικές αποικίες που είχε στα αριστερά του.
Για την πεδιάδα των εκβολών του Αξιού γράφει:
«εἰσὶ δὲ κατὰ ταῦτα τὰ χωρία καὶ λέοντες πολλοὶ καὶ βόες ἄγριοι, τῶν τὰ κέρεα ὑπερμεγάθεα ἐστὶ τὰ ἐς Ἕλληνας φοιτέοντα.»
(Είναι δε χαρακτηριστικό ότι και λιοντάρια πολλά και άγρια βόδια των οποίων τα κέρατα είναι πολύ μεγαλύτερα από εκείνα που συναντώνται στους Έλληνες)(βιβλ.7ο, εδ.126)
Αυτό δείχνει καθαρά ότι δεν θεωρούσε Έλληνες τους κατοίκους της περιοχής.

Όταν ο Ξέρξης ήταν στην Πιερία, «ὁ μὲν δὴ περὶ Πιερίην διέτριβε ἡμέρας συχνάς• […] οἱ δὲ δὴ κήρυκες οἱ ἀποπεμφθέντες ἐς τὴν Ἑλλάδα ἐπὶ γῆς αἴτησιν ἀπίκατο οἳ μὲν κεινοί, οἳ δὲ φέροντες γῆν τε καὶ ὕδωρ».
(Όταν έφτασε στην Πιερία, παρέμεινε πολλές ημέρες. … Οι δε κήρυκες οι αποσταλέντες στην Ελλάδα για να ζητήσουν υποταγή, επέστρεψαν άλλοι μεν με άδεια χέρια, άλλοι δε φέροντες γην και ύδωρ.) (βιβλ.7ο, εδ.131)

Αν θεωρούσε την Πιερία και γενικώς την Μακεδονία μέρος της Ελλάδας, θα έγραφε ότι έστειλε κήρυκες στη νότια Ελλάδα και όχι στην Ελλάδα.

Στο συνέδριο που συγκάλεσαν οι Έλληνες στον Ισθμό, αποφάσισαν να αντιμετωπίσουν τους Πέρσες στα στενά των Θερμοπυλών, διότι: «ταύτην ὦν ἐβουλεύσαντο φυλάσσοντες τὴν ἐσβολὴν μὴ παριέναι ἐς τὴν Ἑλλάδα τὸν βάρβαρον,…»
(Διότι εκτίμησαν ότι φυλάσσοντας αυτά, δεν θα επιτρέψουν την εισβολή των βαρβάρων στην Ελλάδα,…) (βιβλίο 7ο, εδ.175)

«ἡ δὲ αὖ διὰ Τρηχῖνος ἔσοδος ἐς τὴν Ἑλλάδα ἐστὶ τῇ στεινοτάτη ἡμίπλεθρον.»
(Η δε είσοδος στην Ελλάδα μέσω Τραχίνου [χωριό δίπλα στις Θερμοπύλες] είναι στενή όσο μισό πλέθρο.) (7ο, εδ.176)
«τὸ μέν νυν τεῖχος τὸ ἀρχαῖον ἐκ παλαιοῦ τε ἐδέδμητο καὶ τὸ πλέον αὐτοῦ ἤδη ὑπὸ χρόνου ἔκειτο• τοῖσι δὲ αὖτις ὀρθώσασι ἔδοξε ταύτῃ ἀπαμύνειν ἀπὸ τῆς Ἑλλάδος τὸν βάρβαρον
(Το μεν αρχαίο τείχος που από παλιά είχε κτισθεί και το μεγαλύτερο μέρος αυτού ήδη λόγω πολυκαιρίας είχε πέσει. Τώρα δε αποφάσισαν να το ανακατασκευάσουν για να αποκρούσουν από την Ελλάδα τον βάρβαρο) (7ο, εδ.176)
Εκεί τοποθετεί ο Ηρόδοτος την είσοδο στην Ελλάδα και σίγουρα όχι στο Έβρο που είναι σήμερα. Ούτε καν στα Τέμπη.

Η σύγχρονη Ελλάδα πήρε τη μισή Μακεδονία και μέρος της Θράκης επειδή ευνοήθηκε από την εξέλιξη των πολεμικών και διπλωματικών συγκρούσεων των αρχών του περασμένου αιώνα και επειδή υπονόμευσε το μακεδονικό απελευθερωτικό κίνημα. Πάντως σίγουρα όχι βάσει ιστορικού δικαίου, το οποίο τότε ούτε καν επικαλέστηκε.
Χρησιμοποιεί την παραχαραγμένη αρχαία Ελληνική και Μακεδονική ιστορία, μόνο και μόνο για να καταπατήσει τα δικαιώματα των Μακεδόνων της επικράτειάς της και για να εκβιάζει τη Δημοκρατία της Μακεδονίας.
Σέρνει τους υπηκόους της σ’ αυτό το σοβινιστικό της παιχνίδι, σερβίροντάς του μια παραποιημένη και χαλκευμένη ιστορία.
Η αποκάλυψη αυτής της ιστορικής απάτης θα απεγκλωβίσει σε μεγάλο βαθμό τους συμπολίτες μας και θα τους κάνει αντάξιους του αρχαιοελληνικού όρου «δημοκρατικός πολίτης».


Τρίτη 15 Ιουνίου 2010

Μέγας Αλέξανδρος: ο Καταπέλτης του Νεοελληνικού Σοβινισμού και Παραλογισμού


«Πραγματοποιήθηκε και φέτος η καθιερωμένη εκδήλωση «Αλεξάνδρου Μνήμη» που διοργανώνει ο σύλλογος «Ίων Δραγούμης» Έδεσσας.
Το απόγευμα της Πέμπτης 10 Ιουνίου, μπροστά στο άγαλμα του Μακεδόνα Βασιλιά Αλέξανδρου, στην Έδεσσα, καμιά εικοσαριά μέλη και φίλοι του συλλόγου … κατέθεσαν συμβολικά 33 τριαντάφυλλα στον χλοοτάπητα του αγάλματος, ως ελάχιστο δείγμα της αναγνώρισης της προσφοράς του στον Ελληνισμό.»


Τον περασμένο Δεκέμβριο μαζεύτηκαν από όλη τη χώρα περί τα 150 μέλη της Χρυσής Αυγής και μετά από πορεία στους κεντρικούς δρόμους της Έδεσσας κατέληξαν στο άγαλμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, όπου έψαλαν τον εθνικό ύμνο της Ελλάδας και φώναξαν συνθήματα για την «ελληνικότητα της Μακεδονίας».
Οι Εδεσσαίοι τους κοίταζαν αδιάφορα, περίεργα και απορημένα.
Υπάρχουν κάποιοι που δεν ξέρουν ότι η μισή Μακεδονία εδώ και 97 χρόνια είναι ελληνική?
Μήπως κάποιοι κήρυξαν την απόσχισή της και δεν το έχουμε πάρει χαμπάρι εμείς? Μήπως μέλη του Ουράνιου Τόξου ή της ΜΑΚΙΒΕ κατέλαβαν τα Τέμπη και ζητάνε διαβατήρια και βίζες?


Θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε αυτές τις ομάδες γραφικές, αν η αρχαιολαγνεία στην Ελλάδα δεν ήταν η κυρίαρχη ιδεολογία.
Από τις αρχές της δεκαετίας του ’90, οπότε αναζωπυρώθηκε το Μακεδονικό, η ιστορία της Μακεδονίας έγινε το κυρίαρχο και αγαπημένο εργαλείο εθνικής πολιτικής, ενώ ο Μεγαλέξανδρος έγινε ο καταπέλτης με τον οποίο μας βομβαρδίζουν ανελέητα.

Έτσι φτάσαμε στο σημείο που, σε τηλεοπτική ψηφοφορία, ο Μεγαλέξανδρος ανακηρύχθηκε ο «μεγαλύτερος Έλληνας όλων των εποχών».
Συγκεκριμένα την παρουσίαση και την ψηφοφορία διενήργησε ο τηλεοπτικός σταθμός Σκάϊ από τον Μάϊο του 2008 έως τον Μάϊο του 2009. Σε σύνολο 700.000 ψηφοφόρων ο Μέγας Αλέξανδρος πήρε 127.011 ψήφους, οι διεθνώς αναγνωρισμένοι Σωκράτης (63.423 ψ.), Αριστοτέλης (59.500 ψ.) έμειναν πίσω και από τον Καραμανλή που αναδείχθηκε 4ος (αν είναι δυνατόν).
Άλλοι σπουδαίοι Έλληνες έμειναν ακόμη πιο πίσω: Όμηρος 17ος, Πυθαγόρας 21ος, Αρχιμήδης 24ος, Θουκιδίδης 43ος, Ευκλείδης 44ος, Επίκουρος 63ος, Ευριπίδης 80ος κλπ.


Έλληνας ή Βάρβαρος –αλλόγλωσσος?

Κύρια πηγή πληροφοριών για τον βίο και τα έργα του Αλέξανδρου είναι το βιβλίο «Αλεξάνδρου ανάβασις», γραμμένο τον 2ο μ.Χ. αιώνα από τον ελληνιστή Φλάβιο Αρριανό.
Οι πληροφορίες για τον Αλέξανδρο, όμως, που φτάνουν στους πολίτες είναι τόσο φιλτραρισμένες ώστε σχεδόν όλοι να τον θεωρούν ως τον μεγαλύτερο Έλληνα εκπολιτιστή.
Οι αρχαίοι Έλληνες τον θεωρούσαν βάρβαρο, όπως και τους Μακεδόνες υπηκόους του. Οι προηγούμενοι από αυτόν βασιλιάδες της Μακεδονίας ενσωμάτωσαν στο βασίλειό τους περιοχές και λαούς που επίσης δεν θεωρούνταν Έλληνες (Παίονες, Αγριάνες, Θράκες, Ιλλυριούς κλπ.). Εξ άλλου η μητέρα του Ολυμπιάδα ήταν Ιλλυριή πριγκίπισσα (Μολοσσή).

Τους Έλληνες τους ένωσε όπως «ένωσε» και άλλους λαούς στο βασίλειό του. Τους νίκησε στη μάχη της Χαιρώνειας (2 Αυγούστου 338) και τους ανάγκασε να τον αναγνωρίσουν ως ηγεμόνα τους (ηγεμών των Ελλήνων), όπως ακριβώς ανάγκασε αργότερα τους Πέρσες να τον αναγνωρίσουν ως Βασιλιά (Κύριο) της Ασίας ή τους Αιγύπτιους ως Φαραώ της Αιγύπτου. Ακόμα και οι αρχιερείς της Ιερουσαλήμ τον αναγνώρισαν ως μέγα Αρχιερέα.

Μετά τον ξαφνικό θάνατο του Φιλίππου, οι Έλληνες επιχείρησαν να αποσκιρτήσουν και χρειάστηκε να κατέβει με το στρατό του μέχρι την Πελοπόννησο για να θυμηθούν το πάθημά τους στην Χαρώνεια και να ανανεώσουν τη συμφωνία τους.
Όταν εκστράτευσε κατά των Τριβαλλών και κυκλοφόρησε η φήμη ότι σκοτώθηκε, οι Θηβαίοι με παρότρυνση των Αθηναίων εξεγέρθηκαν, σκότωσαν τους Μακεδόνες διοικητές και ανάγκασαν τη μακεδονική φρουρά να κλειστεί στην ακρόπολη της Καδμείας.
Όπως γράφει ο Αρριανός, οι Θηβαίοι εξεγέρθηκαν, για «ελευθερίαν τε (και παρρησίαν) προϊσχόμενοι, παλαιά και καλά ονόματα, και της βαρύτητος των Μακεδόνων ήδη ποτέ απαλαγήναι». (για να απαλλαγούν από το δισβάσταχτο ζυγό των Μακεδόνων, προβάλλοντας τις παλιές και ωραίες λέξεις ελευθερία και ελευθερία λόγου).

Ο Αλέξανδρος εκστράτευσε εκ νέου, κατέλαβε την πόλη των Θηβών και την κατέστρεψε συθέμελα. «ένθα δη οργή ουχ ούτως τι οι Μακεδόνες, αλλά Φωκείς τε και Πλαταιείς και οι άλλοι δε Βοιωτοί ουδέ αμυνόμενους τους Θηβαίους έτι ουδενί κόσμω έκτεινον, τους μεν εν ταις οικίαις επισπίπτοντες, ους δε ες άλκην τετραμένους, τους δε και προς ιεροίς ικετεύοντας, ούτε γυναικών ούτε παίδων φειδόμενοι». (Και τότε, με οργή, όχι τόσο οι Μακεδόνες, όσο οι Φωκείς και οι Πλαταιείς και οι υπόλοιποι Βοιωτοί, σκότωναν αδιακρίτως τους Θηβαίους που δεν αμύνονταν καν, άλλους μέσα στα σπίτια τους, άλλους πάνω στη μάχη, ακόμη κι εκείνους που κατέφευγαν ικέτες στα ιερά, δίχως να λυπηθούν ούτε τις γυναίκες ούτε τα παιδιά).

Τις Πλαταιές Βοιωτίας ο Αρριανός τις αναφέρει ως «και του χωρίου της ερημώσεως, εν ότω οι Έλληνες παραταξάμενοι Μήδους απώσαντο της Ελλάδος τον κίνδυνον». (περιοχή όπου οι Έλληνες απέκρουσαν τους Μήδους και απώθησαν τον κίνδυνο από την Ελλάδα). Δηλαδή θεωρούσαν βόρεια σύνορα της Ελλάδας την περιοχή των Πλαταιών.
H καταστροφή της Θήβας τρομοκράτησε τους Έλληνες και τους ανάγκασε να μην αμφισφητήσουν την ηγεμονία του. Δεσμεύτηκαν να δώσουν στον Αλέξανδρο ως ομήρους νέους από όλες τις αριστοκρατικές οικογένειες και μισθοφόρους.

Κατά την εκστρατεία στην Ασία, οι Έλληνες που μάχονταν στο πλευρό των Περσών ήταν δεκαπλάσιοι περίπου από τους μισθοφόρους που είχε μαζί του ο Αλέξανδρος.
Στην μάχη της Ισσού ο Δαρείος «και πρώτους μεν του οπλικού τους Έλληνας τους μισθοφόρους έταξεν ες τρισμυρίους κατά την φάλαγγα των Μακεδόνων» (πρώτους από τους βαριά οπλισμένους παρέταξε τους περίπου τριάντα χιλιάδες Έλληνες μισθοφόρους απέναντι από την φάλαγγα των Μακεδόνων).

Τους Έλληνες που είχε μαζί του δεν τους χαρακτηρίζει συμμάχους, αλλά Έλληνας μισθοφόρους. «προκαταλάβειν και φυλάσσειν την πάροδον, δους αυτώ των τε συμμάχων τους πεζούς και τους Έλληνας τους μισθοφόρους και τους Θράκας, ών Σιτάλκης ηγείτο, και τους ιππέας δε τους Θεσσαλούς» (να προκαταλάβει και να φυλάσσει την διάβαση, δίνοντας σε αυτόν [στον Παρμενίωνα] τους πεζούς συμμάχους και τους Έλληνες τους μισθοφόρους και τους Θράκες των οποίων ηγείτο ο Σιτάλκης, και τους Θεσσαλούς ιππείς).

Ο Αρριανός τονίζει την ένταση της σύγκρουσης μεταξύ Ελλήνων και Μακεδόνων, «και τι και τοις γένεσι τω τε Ελληνικώ και τω Μακεδονικώ φιλοτιμίας ενέπεσεν ες αλλήλλους» (καθώς και ανάμεσα στα γένη, το Ελληνικό και το Μακεδονικό φανατισμός προκλήθηκε μεταξύ τους). Δηλαδή τονίζει ρητά το διαφορετικό γένος και το μίσος που υπήρχε ανάμεσά τους.
Με την κατάληψη του στρατοπέδου του Δαρείου, μεταξύ των αιχμαλώτων βρέθηκαν και οι πρέσβεις που είχαν στείλει στον Δαρείο οι Έλληνες (Αθηναίοι, Σπαρτιάτες, Θηβαίοι). «τους δε πρέσβεις των Ελλήνων οι προς Δαρείον προ της μάχης αφιγμένοι ήσαν, επεί και τούτους εαλωκέναι έμαθεν, παρ’ αυτόν πέμπειν εκέλευεν.» (Τους δε πρέσβεις των Ελλήνων οι οποίοι είχαν φτάσει πριν από την μάχη στον Δαρείο, επειδή έμαθε ότι και αυτοί αιχμαλωτίστηκαν, διέταξε να τους στείλουν σε αυτόν).

Στην τελική μάχη με τον Δαρείο στα Γαυγάμηλα οι Έλληνες ήταν και πάλι πρωταγωνιστές: «οι δε Έλληνες οι μισθοφόροι παρά Δαρείον τε αυτόν εκατέρωθεν και τους άμα αυτώ Πέρσας κατά την φάλαγγα αυτήν των Μακεδόνων ως μόνοι δη αντίρροποι τη φάλαγγι ετάχθησαν». (Οι δε Έλληνες μισθοφόροι παρατάχθηκαν εκατέρωθεν του ίδιου του Δαρείου και των Περσών που ήταν μαζί του [επιτελών] απέναντι ακριβώς από την φάλαγγα των Μακεδόνων, ως μοναδικοί ικανοί να την αντιμετωπίσουν).
Είναι δυνατόν αν θεωρούσαν τους Μακεδόνες ως Έλληνες να εμπιστευθεί ο Δαρείος την ασφάλειά του στους Έλληνες?

Στην ίδια μάχη «του τε δεξιού οι τε Αρμενίων και Καππαδοκών ιππείς προετετάχατο και άρματα δρεπανηφόρα πεντήκοντα». (Μπροστά από το δεξιό κέρας οι ιππείς των Αρμενίων και των Καππαδόκων παρετάχθησαν και πενήντα άρματα δρεπανηφόρα)
Αυτοί οι Καππαδόκες (Κατπατούκοι στη δική τους γλώσσα) είναι οι πρόγονοι αυτών που ήρθαν στην περιοχή μας ως Πόντιοι (Καππαδοκία του Πόντου), Καππαδόκες (Μεγάλη ή Συρική Καππαδοκία), Λαζοί, Καραμανλήδες κλπ.
Και ενώ σε εκείνη τη σύγκρουση ήταν όλοι στο πλευρό των Περσών, σήμερα έγιναν όλοι υπερασπιστές του Αλεξάνδρου και αυτόκλητοι κληρονόμοι των Μακεδόνων.

Κατά την εισβολή του Αλεξάνδρου στη Μικρά Ασία δεν αναφέρεται απολύτως κανένα περιστατικό εξέγερσης των Μικρασιατών Ελλήνων κατά των Περσών και βοήθειας προς τους Μακεδόνες.
Μετά την μάχη του Γρανικού (όπου οι Καππαδόκες συμμετείχαν υπό τον Μιθροβουζάνη) και την καταστροφή όσων πόλεων αντιστέκονταν, οι ηγεμόνες μερικών πόλεων άρχισαν να παραδίδονται χωρίς αντίσταση. Αναφέρεται η παράδοση των Σάρδεων, πρωτεύουσας της Λυδίας, του Γόρδιου, πρωτεύουσας της Φρυγίας, της Εφέσου κ.α.
Η παλιά ελληνική αποικία της Μιλήτου είχε ως φρούραρχο, διορισμένο από τον Δαρείο, τον Έλληνα Ηγίστρατο.
Αυτός αρνήθηκε να παραδώσει την πόλη ελπίζοντας σε βοήθεια από τις περσικές δυνάμεις. Υπόψη ότι το περσικό ναυτικό αποτελούνταν κυρίως από το ναυτικό των Κυπρίων, δηλαδή των άλλων «Έλλήνων», και των Φοινίκων. Μόλις όμως ο Αλέξανδρος πολιόρκησε την πόλη και είδε ότι περσική βοήθεια δεν φτάνει, πρότεινε στον Αλέξανδρο να χρησιμοποιεί το λιμάνι της Μιλήτου από κοινού με τους Πέρσες. Ο Αλέξανδρος απέρριψε την πρόταση και ζήτησε αποκλειστική κυριαρχία την οποία απέρριψε ο Ηγίστρατος. Ακολούθησε πολιορκία και κατάληψη της πόλης.


Την μεγαλύτερη όμως αντίσταση πρόβαλε η Αλικαρνασσός.
Στην ελληνική ιστορία αναφέρεται ως αποικία των Δωριέων και ήταν η μεγαλύτερη πόλη της Δωρικής Εξάπολης που είχε σχηματίσει με τις επίσης δωρικές αποικίες της Ρόδου. Αρχηγός των χερσαίων περσικών δυνάμεων των παραλίων της Μικράς Ασίας και ολόκληρου του περσικού ναυτικού ήταν ο Μέμνων ο Ρόδιος.
Η ισχυρή αντίσταση ανάγκασε τον Αλέξανδρο να χάσει τρεις περίπου μήνες για την κατάληψή της. Όταν οι υπερασπιστές της κατάλαβαν ότι δεν είναι δυνατόν να αντέξουν άλλο, έβαλαν φωτιά στην πόλη για να μη πέσει ακέραια στα χέρια του Αλέξανδρου και την εγκατέλειψαν με τα πλοία.

Η στάση αυτή των Αλικαρνασσαίων και του Μέμνωνα έχει ιδιαίτερη σημασία.
Η όλη προπαγάνδα για την ελληνικότητα της Μακεδονίας στηρίζεται στην άποψη ότι οι Μακεδόνες ήταν Δωρικό φύλο.
Αν ήταν έτσι, με τους Αλικαρνασσείς και τους Ρόδιους, όχι μόνο ήταν αμφότεροι Έλληνες, αλλά ανήκαν και στο ίδιο Ελληνικό φύλο, το Δωρικό.
Δεν έπρεπε λοιπόν αμέσως μετά την εμφάνιση του Αλεξάνδρου να εξεγερθούν κατά των Περσών και να συνταχθούν με τους ομοεθνείς τους?

Ο Αρριανός μας πληροφορεί ακόμη ότι «Εκ δε τούτου ο Μέμνων του τε ναυτικού παντός ηγεμών δε βασιλέως Δαρείου καθεστικώς και της παραλίου ξυμπάσης, ως ες Μακεδονίαν τε και την Ελλάδα αποστρέψων τον πόλεμον, Χίον μεν λαμβάνει…» (Έπειτα απ’ αυτά ο Μέμνων, που τον είχε διορίσει ο βασιλιάς Δαρείος διοικητή όλου του ναυτικού και όλων των παραλίων, για να μεταφέρει τον πόλεμο στην Μακεδονία και την Ελλάδα, κατέλαβε τη Χίο…)
Οι δυνάμεις του Μέμνωνα δηλαδή επιχείρησαν για λογαριασμό των Περσών να μεταφέρουν τον πόλεμο κατά των Μακεδόνων στην Μακεδονία και την Ελλάδα, τις οποίες κατονομάζει ως ξεχωριστές χώρες.

Στα πλαίσια αυτά αναφέρει ο Αρριανός ότι «και παρ’ αυτούς αφικνείται Άγις ο Λακεδαιμονίων βασιλεύς επί μιάς τριήρους, χρήματα τε αιτήσον ες τον πόλεμον και δύναμιν ναυτικήν τε και πεζικήν όσην πλείστην αξιώσων συμπέψαι οι ες την Πελοπόννησον». (Προς αυτούς ήρθε με μια τριήρη ο βασιλιάς των Λακεδαιμονίων Άγις για να ζητήσει χρήματα για τον πόλεμο και να αξιώσει να του στείλουν όσο το δυνατόν μεγαλύτερες ναυτικές και πεζικές δυνάμεις στην Πελοπόννησο)

Οι Λακεδαιμόνιοι (Σπαρτιάτες) ήταν επίσης Δωριείς και εννοείται ότι αν θεωρούσαν τους Μακεδόνες Έλληνες και μάλιστα Δωριείς, έπρεπε να συνταχθούν μαζί τους.
Ενάμισο αιώνα αργότερα, όταν δυνάμωσε στα δυτικά η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, όλες οι ελληνικές πόλεις συμμάχησαν μαζί της κατά των Μακεδόνων.
Οι Έλληνες δηλαδή και στις δύο περιπτώσεις έδειξαν εμπράκτως και συνεχώς, ότι είχαν μεγαλύτερη συμπάθεια στους Πέρσες και τους Ρωμαίους από ότι στους Μακεδόνες.
Με λίγα λόγια μας λένε ότι οι Έλληνες της εποχής του Αλεξάνδρου δεν ήξεραν ότι οι Μακεδόνες είναι ομοεθνείς τους και το ξέρουν κάποιοι άλλοι που ζούνε είκοσι πέντε αιώνες αργότερα!!!

Όλοι εκείνοι οι Μικρασιατικοί λαοί που πολέμησαν στο πλευρό των Περσών (Λυδοί, Φρύγες, Κίλικες, Καππαδόκες -συμπεριλαμβανομένων των Ποντίων-, Βυθινοί, Κάρες, Παφλαγόνες κλπ.) θα εξελληνιστούν στη συνέχεια μερικώς και μέσω του χριστιανισμού θα εκρωμαιϊστούν.
Όσοι από εκείνους δεν εξισλαμίστηκαν και δεν εκτουρκίστηκαν ήρθαν κυρίως στη Μακεδονία και μας εμφανίζονται ως Έλληνες και νόμιμοι κληρονόμοι της Μακεδονίας.
Οι τότε αντιμακεδόνες μας εμφανίζονται ως Μακεδόνες.

Και δεν φτάνει μόνο αυτό, αλλά μας αμφισβητούν τα δικαιώματά μας στον τόπο μας, γιατί δεν μπορούμε, λέει, να αποδείξουμε ότι είμαστε απόγονοι των Μακεδόνων του Μεγάλου Αλεξάνδρου, επειδή δεν μιλάμε την ίδια με εκείνους γλώσσα.
Οι Μακεδόνες εκείνης της εποχής, πέρα του ότι ήταν επιμειξία Ιλλυριών, Παιόνων, Θρακών κλπ. στη συνέχεια αναμείχθηκαν και με Λατίνους, Σλάβους, Αρμένιους, Πέρσες κλπ. Άλλοι εξελληνίζονταν, άλλοι εκσλαβίζονταν, άλλοι εκλατινίζονταν.

Είναι ανθρωπίνως αδύνατο να αποδείξεις ποια είναι η σχέση των σημερινών Μακεδόνων με εκείνους της εποχής του Αλεξάνδρου. Αλλά και απολύτως κανένας δεν έχει το δικαίωμα να αμφισβητήσει στους σύγχρονους Μακεδόνες το δικαίωμα στην σύγχρονη ταυτότητά τους και τον τόπο τους.
Οι Μακεδόνες δεν χρωστάνε απολύτως σε κανέναν και δεν έχουν υποχρέωση να δίνουν εξετάσεις σε κανέναν.

Επειδή δεν υπάρχουν πραγματικά στοιχεία που να δείχνουν ότι οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν τους Μακεδόνες ομοεθνείς τους, οι σύγχρονοι αυτόκλητοι κληρονόμοι τους καταφεύγουν σε αποδείξεις στηριζόμενοι σε μύθους.
Θα αναφερθώ μόνο σε έναν, γιατί νομίζω δείχνει παραλογισμό που δεν χωνεύεται με τίποτα.
Αναφερόμενοι στο γεγονός ότι στους Ολυμπιακούς αγώνες συμμετείχαν μόνο Έλληνες και ότι από την εποχή του Αλεξάνδρου του Α’ συμμετείχαν και οι Μακεδόνες βασιλείς και επομένως, υποστηρίζουν, ήταν και εκείνοι Έλληνες.
Αναφέρουν όμως όλοι, ότι οι Έλληνες αθλητές έκαναν ένσταση για τη συμμετοχή του Αλεξάνδρου Α’ στους αγώνες γιατί ήταν βάρβαρος. Το βάρβαρος σήμαινε αλλόγωσσος - μη Έλληνας. Ο Αλέξανδρος, λένε, έπεισε την επιτροπή ότι είναι Έλληνας, ισχυριζόμενος ότι ο ιδρυτής της βασιλικής δυναστείας Τήμενος ήταν απόγονος του Ηρακλή που κατάγονταν από το Άργος της Πελοποννήσου.
Είναι γνωστό ότι όλοι οι βασιλιάδες για να στηρίξουν την εξουσία τους, υποστήριζαν ότι είχαν καταγωγή από κάποιον ημίθεο που ήταν γιός κάποιου θεού. Αυτό σήμερα είναι γνωστό ότι είναι μύθος και ότι ο Ηρακλής ήταν μυθικό πρόσωπο.
Αυτόν τον μύθο χρησιμοποίησε ο Αλέξαδρος Α’ και έγινε δεκτός στους Ολυμπιακούς και τον δέχονται ευχαρίστως και οι Νεοέλληνες.

Αυτό, όμως, το περιστατικό από μόνο του είναι άλλο ένα στοιχείο που δείχνει ότι οι Έλληνες θεωρούσαν τους Μακεδόνες αλλόφυλους και αλλόγλωσσους. Το ποια σκοπιμότητα οδήγησε τους Έλληνες να δεχθούνε τον Αλέξανδρο Α’ στους Ολυμπιακούς πρέπει να αναζητηθεί στην ιστορική συγκυρία. Ήταν η περίοδος αμέσως μετά την Περσική εισβολή στην Ελλάδα και το ενδεχόμενο μιας νέας ήταν ανοιχτό. Επί πλέον υπήρχαν πολλές ελληνικές αποικίες στα παράλια της Μακεδονίας. Η φιλία επομένως των Μακεδόνων ήταν πολιτική ανάγκη και η απόφαση για συμμετοχή στους Ολυμπιακούς ήταν καθαρά διπλωματική πράξη.
Μην ξεχνάμε ότι ο Αλέξανδρος Α' είναι καταγραμμένος στην ιστορία ως Αλέξανδρος ο Φιλέλλην. Δεν μπορεί να ήταν Έλληνας και να τον χαρακτήρισαν Φιλέλληνα!!!

Εδώ ο Κλίντον πριν μερικά χρόνια δήλωσε ότι είναι και αυτός Έλληνας και όχι μόνο δεν του το αμφισβήτησε κανένας, αλλά και έγινε δεκτό με ευχαρίστηση.
Ο άνθρωπος κατάλαβε ότι είμαστε επιρεπείς στο δούλεμα και μας το έκανε.
Η γνώση και αποδοχή της αληθινής ιστορίας θα αποκαταστήσει τουλάχιστον την αξιοπρέπεια των Μακεδόνων και θα κάνει τους άλλους να τους αποδίδουν τον οφειλόμενο σεβασμό και να συμπαρασταθούν στον αγώνα τους για εθνική ισοτιμία.