Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Επανάσταση Νάουσας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Επανάσταση Νάουσας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 3 Μαΐου 2020

Ποιοι Επαναστάτησαν το 1821 στη Μακεδονία



Την  22α Απριλίου τιμάται η μνήμη του Ολοκαυτώματος της Νάουσας το 1822, αλλά και η επέτειος της απελευθερωτικής  Επανάστασης, που είναι γνωστή ως Επανάσταση του Βερμίου, λόγω του γεγονότος ότι επίκεντρό της ήταν η οροσειρά του Βερμίου.
Μια πρώτη προσπάθεια εξέγερσης στη Μακεδονία έγινε από τον Εμμανουήλ Παπά στη Χαλκιδική. Ο Ε. Παπάς κατάγεται από τη Ντόβιστα Σερρών. Ήταν Ελληνόφωνος Μακεδόνας, ως γόνος πατριαρχικού παπά, αλλά το όνομα της γενέτηράς του δείχνει ότι ήταν  «σλαβόφωνο» χωριό. Το 1926 μετονομάστηκε σε Εμμανουήλ Παπά. Το ίδιο συμβαίνει και με τα γειτονικά χωριά, Τοπόλιανι (χρυσό), Νόβο Σέλο (Νεοχώρι), Βέζνικ (Άγιο Πνεύμα), Σόκολ (Συκιά) κλπ.
Τον Απρίλιο του 1821 αποβιβάστηκε στο Άγιο Όρος και σε συνεργασία με τους μοναχούς προσπάθησε να οργανώσει την εξέγερση. Στην αρχή είχαν καλά αποτελέσματα, αλλά η προσπάθεια δεν είχε την αναμενόμενη συνέχεια. Οι Οθωμανοί απείλησαν τους ηγουμένους των μονών, ότι θα τους αφαιρέσουν τα προνόμια κι αυτοί απέσυραν την υποστήριξή τους στον Ε.Παπά και καθαίρεσαν τον επαναστάτη ηγούμενο. Τώρα γιατί οι Κατακτητές είχαν παραχωρήσει προνόμια στους μοναχούς και τους δεσποτάδες, την ώρα που ο απλός λαός υπέφερε, ελάχιστα προβληματίζει τους Νέο-Έλληνες. Ο αιφνίδιος θάνατος του Ε.Παπά σήμανε και το τέλος της εξέγερσης.
Μαζικότερη ήταν η εξέγερση στον ορεινό όγκο Ολύμπου, Πιερίων, Βερμίου, Καϊμακτσαλάν. Έμεινε γνωστή και ως Επανάσταση του Βερμίου, επειδή το επίκεντρό της ήταν στο Βέρμιο. Επικεφαλής της εξέγερσης ήταν ο Τάσος Καρατάσος από την Ντόμπρα Βεροίας, ο Αγγελής Γάτσος (Γκέλε Γκάτσοβ) από το Σαρακίνοβο Μογλενών (Σαρακινοί Αλμωπίας) και ο Ζαφειράκης από τη Νέγκουστα (Νάουσα), που έπαιξε επιτελικό ρόλο.
Η εξέγερση άρχισε στις αρχές Φεβρουαρίου του 1822. Οι επαναστάτες κατέλαβαν τη Νάουσα και τα γύρω χωριά και στις 21 Φεβρουαρίου μπήκαν στη Βέροια. Δε μπόρεσαν, όμως, να την κρατήσουν και αποχώρησαν. Οι Οθωμανικές δυνάμεις έκαναν αντεπίθεση, αλλά αποκρούστηκαν στη μονή Ντόμπρα (Δοβρά), περί τα 6 χιλιόμετρα βορειοδυτικά της Βέροιας, με πολύ μεγάλες απώλειες. Αυτό εξαγρίωσε και ανάγκασε τον Εμπού Λουμπούτ πασά της Θεσσαλονίκης, να ηγηθεί ο ίδιος μεγάλου εκστρατευτικού σώματος και να πολιορκήσει τη Νάουσα.
Ο αγώνας ήταν άνισος και βοήθεια στους επαναστάτες δεν ήρθε από πουθενά. Στις 18 Απριλίου δημιουργήθηκε η πρώτη ρωγμή στην άμυνα της πόλης. Μανιασμένοι Τούρκοι και 600 περίπου Εβραίοι της Θεσσαλονίκης όρμησαν μέσα σκορπίζοντας παντού τον όλεθρο και την καταστροφή. Η αντίσταση συνεχίστηκε στους δρόμους και τις γειτονιές της πόλης. Στις 21 Απριλίου οι επαναστάτες πραγματοποίησαν έξοδο και κατάφεραν να φυγαδεύσουν πολλά γυναικόπαιδα προς τον Άγιο Νικόλαο. Την επόμενη μέρα η αντίσταση των επαναστατών κάμφθηκε. Μερικοί κατάφεραν και έφυγαν προς τα ορεινά. Όσοι εγκλωβίστηκαν, αντιμετώπισαν τη μανία των κατακτητών. Περίπου 2.000 κάτοικοι συγκεντρώθηκαν στην περιοχή Κιόσκι (κιόσε στα μακεδονικά είναι η γωνιά) κι όσοι ήταν ακατάλληλοι για πούλημα ως δούλοι, κατασφάχτηκαν.
Η πτώση 13 γυναικών μαζί με τα μωρά τους στον καταρράκτη της Αράπιτσας, αποτελεί ένα από τα πιο τραγικά και μαζί αξιοθαύμαστα γεγονότα, που μαρτυρεί τη βαρβαρότητα του κατακτητή και τον αυτοσεβασμό μέχρι αυτοθυσίας της Μακεδόνισας μητέρας.
Η εξέγερση και η καταστροφή της Νάουσας προβάλλονται αρκετά στην επίσημη νεοελληνική ιστορία. Η Νάουσα μάλιστα ανακηρύχθηκε ηρωική πόλη. Δεν αναφέρονται, όμως, ένα σωρό σημαντικά στοιχεία σχετικά με την ευρύτητα και την ταυτότητα των εξεγερμένων.
Ηγέτης της επανάστασης είναι ο Τάσος Καρατάσος. Γεννήθηκε στο χωριό Ντόμπρα, που βρίσκεται περί τα 6 χιλιόμετρα βορειοδυτικά της Βέροιας, σε υψόμετρο περίπου 600 μέτρων. Το χωριό είχε πάρει το όνομα του από μοναστήρι της περιοχής, που ήταν αφιερωμένο στη Ντόμπρα Μπογκορόντιτσα. Στα μακεδονικά Ντόμπρα σημαίνει καλή και μπόγκα σημαίνει θεός, ρόντιτσα σημαίνει γεννητόρισσα. Μπογκορόντιτσα = Θεοτόκος. Η μονή είναι γνωστή με το ελληνοποιημένο όνομα Δοβρά, ενώ το χωριό μεταβαφτίστηκε από την χούντα των Αθηνών το 1926 σε Καλή Παναγιά.
Το 1877 η Ντόμπρα συμμετείχε στην εξέγερση, που έμεινε γνωστή ως Ορλοφικά. Πρωταγωνιστής σ’ εκείνη την εξέγερση στη Μακεδονία ήταν ο συνεργάτης των Ορλόφ, λοχαγός του ρωσικού στρατού Γεώργιος Παπαζώλης από τη Σιάτιστα Κοζάνης. Οι Σιατιστινοί ήταν αυτό που λέμε σήμερα δίγλωσσοι Μακεδόνες. Τα τοπωνύμια που λήγουν σε -στα ή –τσα είναι μακεδονικής προέλευσης. Είναι κι αυτή από τα χωριά που ελληνοφώνησαν μετά τα μέσα του 18ου αιώνα με παρότρυνση του πατριαρχείου. Το επώνυμο Παπαζώλης είναι ελληνοποίηση του μακεδονικού Παπα-Τζόλε.
Η Σιάτιστα, όπως και η Νιάουστα, ήταν από τις κωμοπόλεις, όπου η ελληνική γλώσσα εκτόπισε τη μακεδονική. Έτσι, τον Σιατιστινό Θεοχάρη Τουρούντζα, που τρεις δεκαετίες αργότερα απαγχονίστηκε μαζί με τον Ρήγα Βελεστινλή, προδομένος από τον Κοζανίτη πατριαρχικό μεγαλέμπορο Δημήτριο Οικονόμου, μας τον εμφανίζουν ως Έλληνα. Τον οπλαρχηγό Αλεξάνταρ Τουρούντζεβ, από το Ξινό Νερό Αμυνταίου, που έχει το ίδιο επώνυμο και αρχαιομακεδονικό όνομα και αγωνίστηκε το 1903 επίσης για την απελευθέρωση της Μακεδονίας, οι βοθροπένες της χούντας των Αθηνών τον εμφανίζουν ως Βούλγαρο.
Οι Οθωμανοί καταστέλλουν την εξέγερση της οποίας ηγείται ο Σιατιστινός Παπαζώλης και μεταξύ των χωριών που καταστρέφουν είναι και η Ντόμπρα. Η οικογένεια Καρατάσου, που συμμετείχε στην εξέγερση, μετακομίζει στο Τσατάλ (Διχάλι ή Διαχαλεύρι), όπου μαζί με άλλες ξεριζωμένες οικογένειες δημιουργούν τον οικισμό Διχαλεύρι.
 Εκείνη τη χρονιά οι Τούρκοι κατέστρεψαν και το παλιό χωριό μου, το Πόζαρ. Η πυρπόλησή του αναφέρθηκε σε ρεπορτάζ της εφημερίδας «Νεολόγος» της Κωνσταντινούπολης (φ.2446/18-4-1877), αλλά καταγράφηκε και σε εκθέσεις των προξενείων της Θεσσαλονίκης. Είναι προφανές ότι ο λόγος της πυρπόλησης, ήταν η συμμετοχή των Ποζαριτών στην εξέγερση εκείνη. Το 1908 το πυρπόλησαν οι Μακεδονοφάγοι φασίστες των Αθηνών ως σχισματικό ή Βουλγαρικό.
Υπαρχηγός της εξέγερσης του 1822 είναι ο Γκέλε Γκάτσοβ, που ελληνοποιημένα αναφέρεται ως Αγγελής Γάτσος, από το χωριό Σαρακίνοβο Μογλενών (Σαρακινοί Πέλλας). Το χωριό βρίσκεται περί τα είκοσι χιλιόμετρα βόρεια των Βοδενών (Έδεσσα) και περί τα δέκα χιλιόμετρα νότια από το Πόζαρ, σε υψόμετρο περίπου 600 μέτρων. Το σώμα του Γκάτσου (το τελευταίο υ διαβάζεται ως β ή φ για τους Μακεδόνες) αποτελείται κυρίως από μαχητές των Βοδενών, Μογλενών, Οστρόβου και Γιαννιτσών. Σ’ αυτές τις επαρχίες δεν υπήρχε ούτε ένα ελληνόφωνο χωριό. Και σήμερα ακόμα μιλιέται στα ντόπια αυτά χωριά η μακεδονική, τα λεγόμενα και Ντόπια.
Ο Ζαφειράκης κατάγεται από τη Νιάουστα, όπου ήταν πρόκριτος και έπαιξε περισσότερο επιτελικό – πολιτικό ρόλο. Η Νάουσα αποκαλούνταν εκείνη την εποχή Νέγκουστα ή Νέγκους, όπως την αποκαλούν και σήμερα οι Ντόπιοι. Οι πατριαρχικοί ελληνόφωνοι την αποκαλούσαν Νιάουστα, ενώ το 1926 μετονομάστηκε σε Νάουσα για να ελληνοδείχνει, όπως η Νάουσα της Πάρου. Το όνομα της πόλης, του ποταμού Αράπιτσα και άλλα τοπωνύμια δείχνουν μακεδονική προέλευση ή επιρροή. Η λιμνούλα των καταρρακτών της Αράπιτσας λέγονταν Τσ΄ρνα Βόντα (Μαύρο Νερό), ενώ την τοποθεσία, όπου λέγεται, ότι ήταν η σχολή του Αριστοτέλη, δεν άλλαξε όνομα και απλώς ελληνοποιήθηκε. Λέγεται και σήμερα Ισβόρια. Ίσβορι στα μακεδονικά είναι οι πηγές. Το ξακουστό  καρναβάλι της Νέγκουστας είναι κατάλοιπο των Μπογκομίλων. Μεταμφιέζονται σε Γενίτσαρους, για να σατιρίζουν τους Γενίτσαρους Ρωμιούς συνεργάτες των Κατακτητών και Μπούλες, που στα μακεδονικά λέγονται οι πολύ ωραίες νύφες.
 Μετά τη Νέγκουστα οι εξαγριωμένοι, λόγω των μεγάλων απωλειών, Οθωμανοί καταστρέφουν και πολλά χωριά, για τα οποία ελάχιστα αναφέρονται στην επίσημη βιβλιογραφία. Είναι τα χωριά: Ντόλνο Γκραματίκοβο (Κάτω Γραμματικό), Γκόρνο Γκραματίκοβο (Άνω Γραμματικό), Όσλιανι (Αγία Φωτεινή), που ανήκουν στο Ν.Πέλλας, Ντραζίλοβο (Μεταμόρφωση), Κουτσούφλιανι (Άγιος Παύλος), Φέτιτσα (Πολλά Νερά), Ράμνιτσα, Γκόρνο Σέλο (Άνω Βέρμιο), Ντόλνο Σέλο (Κάτω Βέρμιο), Μέτσοβο (Αρκουδοχώρι), Μαρούσα, Χοροπάν (Στενήμαχος), Ιαβόρνιτσα (Τρίλοφο - Νέα Κούκλενα), Τσόρνοβο (Φυτιά), Κουτσοχώρι, Ντόλιανι (Κουμαριά), Σούβα Λιβάντα (Ξηρολίβαδο), Ντόμπρα (Καλή Παναγιά), Κούμανιτς (Κομνήνιο), Ντόλνα Λούζιτσα (Τριπόταμος), Γκόρνα Λούζιτσα (Άνω Τριπόταμος), Τόπλιανι (Γεωργιανοί), Τσαρκόβιανι (Μικρή Σάντα – Άγιος Ιωάννης), Τσαρμαρίνοβο (Μαρίνα), Γιανάκοβο (Γιαννακοχώρι), Γκολίσανι (Λευκάδια), Κοπάνοβο (Κοπανός), Ντόλνο Κοπάνοβο (Χαρίεσα), Μινόστιτσα (Μονόσπιτα), Γιάντσιστα (Άγιος Γεώργιος), Βέστιτσα (Αγγελοχώρι), στο Ν.Ημαθίας, Βόλτσιστα (Λιβάδι), Λόντζινο (Παλιάμπελα), στο Ν.Πιερίας. Υπόψη ότι εκείνη την εποχή η Βεργίνα λεγόταν Κούτλες και το Αιγίνιο Πιερίας, Λιμπάνοβο. Ο Αλιάκμονας λεγόταν Μπίστριτσα και ο Αξιός Βάρνταρ και ελληνοποιημένα Βαρδάρης.
Κανένα από αυτά τα χωριά δεν ήταν ελληνόφωνο. Δεν έχει καταγραφεί καμία συμμετοχή ελληνόφωνου σώματος ή οπλαρχηγού. Αν υπήρχε κάποιος, έστω κι αν ήταν ασήμαντος, θα τον είχαν κάνει διάσημο ήρωα. Οι ελληνόφωνοι της Βέροιας και του Ρουμλουκιού, ήταν υπό την επιτήρηση του πατριαρχείου, που συνιστούσε «δουλικήν υπακοήν εις τους κρατούντας», ενώ στη βορειοδυτική πλευρά του Βερμίου πολλοί ελληνόφωνοι είχαν γίνει Μουσουλμάνοι (Βαλαάδες) και συνέπλεαν με τους Οθωμανούς. Δεν πρέπει να ξεχνάμε, ότι μερικά χρόνια νωρίτερα ο Κοζανίτης πατριαρχικός μεγαλέμπορος Δημήτριος Οικονόμου κατέδωσε τον Ρήγα Βελεστινλή και τους συντρόφους του.
Μετά την καταστροφή της Νάουσας και των γύρω χωριών, οι Κατακτητές εγκατέστησαν στην πόλη μερικούς Τούρκους και Ρωμιούς πατριαρχικούς και τους παραχώρησαν μεγάλες εκτάσεις γης. Εξανάγκασαν τους χωρικούς των ορεινών χωριών, να πάνε στη Νάουσα και τα γύρω χωριά, όπου έγιναν δουλοπάροικοι. Έτσι σταδιακά η πόλη εξελληνίστηκε. Στα ερημωμένα ορεινά χωριά εγκαταστάθηκαν σιγά σιγά Βλάχοι από τις γύρω περιοχές, αλλά και από την Ήπειρο διωγμένοι για τις εκεί ανταρσίες τους.
Μεταξύ των επαναστατών υπήρχαν και πολλοί Βλάχοι. Ο ηγέτης τους, Γιωργάκης Ολύμπιος, με πολλούς αγωνιστές είχαν σκοτωθεί ένα χρόνο νωρίτερα στην επανάσταση στη Μολδοβλαχία (Ρουμανία) με ηγέτη τον Υψηλάντη. Έτσι, στην επανάσταση του 1822 συμμετείχαν υπό την ηγεσία του Καρατάσου και του Γκάτσου.
Παρόλο που δεν καταγράφεται συμμετοχή ελληνοφώνων, οι παραχαράκτες των Αθηνών την παρουσιάζουν ως Ελληνική. Και μάλιστα λένε, ότι οι Μακεδόνες που  την έκαναν αγωνίστηκαν για την Ελλάδα. Σ’ αυτό υποβοηθούνται και από το γεγονός, ότι τα σώματα των Καρατάσου, Γκάτσου μετέβησαν στη συνέχεια στην Ελλάδα και συνέβαλαν στην απελευθέρωσή της. Αποφεύγουν να πούνε, όμως, ότι εκείνες οι επαναστάσεις απέβλεπαν στην απελευθέρωση των Βαλκανικών λαών, τη δημιουργία ενός ομόσπονδου Βαλκανικού κράτους, που θα είχε ως επίσημη γλώσσα τη διεθνή Ελληνική, με παράλληλη καλλιέργεια όλων των τοπικών γλωσσών και αυτόνομες διοικήσεις όλων των αυτοχθόνων λαών. Έτσι ακριβώς όπως τα προέβλεπε η Χάρτα (σύνταγμα) του Ρήγα και η Φιλική Εταιρία. Η επαναστάτες του 1822 στη Μακεδονία αγωνίστηκαν για μια αυτόνομη Μακεδονία, μέλος της Βαλκανικής Ομοσπονδίας. Οι Μακεδόνες συμμετείχαν και στην εξέγερση της Μολδοβλαχίας υπό τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, με ηγέτες τον Βλάχο Γιωργάκη Ολύμπιο και τον Μακεντόνσκι (και τα δυο είναι ψευδώνυμα). Σίγουρα δεν το έκαναν για να ενώσουν τη Μακεδονία με τη Ρουμανία. Λίγο νωρίτερα συμμετείχαν στην εξέγερση της Σερβίας με ηγέτες τον Γιωργάκη Ολύμπιο και τον Τάσο Καρατάσο. Σίγουρα δεν το έκαναν για να ενώσουν τη Μακεδονία με τη Σερβία. Στην επανάσταση της Ελλάδας το 1821 συμμετείχαν και Βούλγαροι  και Σέρβοι με ηγέτη τον Χατζηχρήστο και σίγουρα δεν το έκαναν για να ενώσουν τη Βουλγαρία και τη Σερβία με την Ελλάδα.
Ο Καρατάσος και ο Γκάτσος εκτίμησαν ότι δεν ήταν εφικτός ο στόχος να κρατήσουν το μέτωπο στη Μακεδονία και αποφάσισαν να μεταβούν στην απομακρυσμένη Ελλάδα, όπου η εξέγερση πήγαινε καλύτερα. Εκτιμάται ότι περίπου 300 Μακεδόνες και κατ’ άλλους περισσότεροι, πήγαν και αγωνίστηκαν στην Ελλάδα.
Οπλαρχηγός ή σώμα ελληνοφώνων από τη Μακεδονία, που να πήγε να βοηθήσει στην απελευθέρωση της Ελλάδας, δεν αναφέρεται απολύτως πουθενά.  
Όλοι οι ιστοριογράφοι της ελλαδικής επανάστασης αναφέρουν αυτούς τους επαναστάτες ως Μακεδόνες. Κι αυτό είναι άλλο ένα ντοκουμέντο, που δείχνει, ότι έτσι αποκαλούνταν οι Μακεδόνες, πολύ πριν το Κ.Κ.Ε και ο Τίτο αναγνωρίσουν ανεξάρτητη Μακεδονία και Μακεδονικό έθνος. Εκείνη την εποχή κανένας δεν του λέει Βούλγαρους, Σλάβους, Ρουμάνους, Σλαβομακεδόνες, Σκοπιανούς κλπ. Μόνο Μακεδόνες.
 Μερικές δεκαετίες αργότερα, κατά τον Αντιμακεδονικό Αγώνα (1903-1908), φασιστικά καθάρματα από την Ελλάδα εισβάλουν στη Μακεδονία και δολοφονούν, τρομοκρατούν και πυρπολούν τους απογόνους των Μακεδόνων που έκαναν την επανάσταση του 1822. Ακριβώς οι ίδιοι πληθυσμοί έκαναν και την επανάσταση του Ιλιντεν το 1903, για μια ενιαία και ανεξάρτητη Μακεδονία. Τώρα τους αποκαλούν Βούλγαρους ή Βουλγαρίζοντες και Ρουμάνους ή Ρουμανίζοντες. Κι αυτό, για να εξαπατήσουν την κοινή γνώμη της Ελλάδας, που αλλιώς δεν θα υποστήριζε εκείνους τους φασίστες, αν ήξερε ότι δολοφονούν Μακεδόνες, οι πρόγονοι των οποίων βοήθησαν στην απελευθέρωση της Ελλάδας.
 Μετά την κατάληψη της νότιας Μακεδονίας το ρατσιστικό καθεστώς των Αθηνών άλλαξε τα ονόματα των χωριών που είχαν επαναστατήσει το ΄22, χωρίς να πάρει τη γνώμη και την συγκατάθεση των Ντόπιων χωρικών. Το ίδιο αυταρχικά άλλαξε ακόμα και τα ονόματα και επώνυμα των κατοίκων τους. Καταδίωξε τη μητρική τους γλώσσα και επέβαλε τη διεθνή Ελληνική. «Αποφασίζομεν και Διατάσομεν». ‘Ετσι, τους έκαναν Έλληνες και την επανάστασή τους την ονόμασαν Ελληνική. Στη συνέχεια ακολούθησε εθνοκάθαρση και συστηματικός εποικισμός της Μακεδονίας, με σκοπό να αλλοιωθεί η σύνθεση του πληθυσμού και να υπάρχει καλύτερη αστυνόμευση των Ντόπιων Μακεδόνων.
Ο Καρατάσος και ο Γκάτσος στην εμφύλια σύγκρουση κατά τον Ελληνικό εμφύλιο στάθηκαν στο πλευρό των ντόπιων οπλαρχηγών. Στις μετέπειτα λαϊκές εξεγέρσεις κατά των Φαναριωτών, των Κοτζαμπάσηδων και των ξένων (Βαυαρών) συνεργατών τους στάθηκαν στο πλευρό του αγωνιζόμενου λαού.
Ο Τάσος Καρατάσος πέθανε το 1830, παραγκωνισμένος στη Ναύπακτο. Ο γιός του Δημήτριος ή Τσάμης ήταν ανάμεσα σ΄εκείνους που φυλακίστηκαν με τον Κολοκοτρώνη και τον Πλαπούτα. Συμμετείχε στην πατριωτική οργάνωση «Αληθείς Ορθόδοξοι». Μόνο χάρη στις λαϊκές εξεγέρσεις απελευθερώθηκαν. Ο Γκέλε Γκάτσοβ με τους Μακεδόνες συναγωνιστές του παραγκωνίστηκαν και δεν τους δέχθηκαν στον τακτικό στρατό. Τους παραχώρησαν λίγα κτήματα στην Αταλάντη, όπου έζησαν και πέθαναν πάμφτωχοι.
Λόγω της λαϊκής πίεσης, ο Όθωνας δέχθηκε στο στράτευμα μερικούς ικανούς οπλαρχηγούς, μεταξύ των οποίων και τον Δημήτριο Καρατάσο, που από το 1828 ήταν διοικητής στρατιωτικής μονάδας. Αυτός στη συνέχεια προσπάθησε να ευαισθητοποιήσει την κυβέρνηση και τους κύκλους των Αθηνών για την απελευθέρωση της Μακεδονίας, χωρίς κανένα απολύτως αποτέλεσμα.
Το 1854 ξεσπάει μεταξύ Ρωσίας και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ο λεγόμενος Κριμαϊκός πόλεμος. Ο Καρατάσος θεωρεί ότι είναι ευκαιρία για εξέγερση στη Μακεδονία, καθώς τα κατοχικά στρατεύματα θα είναι απασχολημένα στο μέτωπο με τη Ρωσία. Δεν ευαισθητοποιείται, όμως, κανένας στην Αθήνα. Ο Καρατάσος δημιουργεί δικό του σώμα και στις 6 Απριλίου αποβιβάζεται στη Χαλκιδική. Στην αρχή έχει κάποιες επιτυχίες. Όμως, ούτε οι μοναχοί του Αγίου Όρους τον βοηθάνε, ούτε η κυβέρνηση. Έτσι τον Ιούνιο επιστρέφει στην Αθήνα. Η κυβέρνηση ήταν φερέφωνο των Αγγλογάλλων, που σ΄εκείνο τον πόλεμο, πολεμούσαν στο πλευρό των Οθωμανών, ενώ το Πατριαρχείο συνέχιζε να είναι δεκανίκι τους.
Ο Καρατάσος απογοητεύεται από το καθεστώς των Αθηνών και προσπαθεί να βρει στηρίγματα στην Ευρώπη. Περιοδεύει σε Γαλλία, Αγγλία, Ρωσία, Ρουμανία και καταλήγει στη Σερβία. Εκεί κάνει συνεννοήσεις με τον ηγεμόνα Μίλος Ομπρένοβιτς, αρρωσταίνει, όμως και πεθαίνει το 1860. Στην επιτύμβια πλάκα το όνομά του γράφηκε και στις δυο γλώσσες: Μακεδονική και Ελληνική. Η ελληνική ιστοριογραφία είναι γεμάτη με φωτογραφίες και προσωπογραφίες των αγωνιστών του ’21, αλλά όχι και του Καρατάσου και του Γκάτσου.
Στο Βασίλειο της Ελλάδας άρχουσα τάξη είχαν γίνει οι Φαναριώτες με τους ντόπιους γαιοκτήμονες και τους ξένους τυχοδιώκτες που ήρθαν μαζί με τον Όθωνα. Επειδή ακριβώς δεν είχαν καμία σχέση με τους αγωνιστές της «Ελληνικής Δημοκρατίας» του Ρήγα Βελεστινλή και της Φιλικής Εταιρίας, αλλά είναι διώκτες τους, όχι μόνο δεν βοηθάνε, αλλά και καταδιώκουν τους αγωνιστές της Μακεδονίας.
 Η επέτειος της επανάσταση του 1822 στη Μακεδονία δεν τιμάται, όπως θα ‘πρεπε, ως εθνική γιορτή. Μόνο στη Νάουσα τιμάται το Ολοκαύτωμά της. Τα γύρω χωριά, που επίσης καταστράφηκαν, δεν τιμούν την επέτειο της καταστροφής και της εξέγερσης. Αυτή η επανάσταση μαζί με την επανάσταση του Ίλιντεν το 1903, έπρεπε να είναι εθνική γιορτή της Μακεδονίας. Ας τις τιμούμε τουλάχιστον εμείς οι Μακεδόνες. 
Υ.Γ.: Χθες ήταν η επέτειος της χούντας της 21-4-1974, που κράτησε 7 χρόνια. Για τους Μακεδόνες η χούντα κρατάει από το 1913, δηλαδή 107 χρόνια, με κάποια χαλάρωση τα τελευταία χρόνια.
                 Απρίλιος 2020    Τραϊανός Πασόης



                   



Παρασκευή 4 Μαρτίου 2011

Μακεδονικό Καρναβάλι









Μπούλα στα μακεδονικά της περιοχής Νάουσας - Βοδενών είναι η πολύ ωραία νύφη, ενώ στα πομάκικα είναι η μεγάλη αδελφή.

Για περισσότερα στο σχετικό θέμα για τους Μπογκομίλους ## και την Επανάσταση της Νάουσας. ##

Τετάρτη 21 Απριλίου 2010

Επέτειος της Μακεδονικής Επανάστασης του 1822


Η 22α Απριλίου 2010 είναι η 188η επέτειος της Επανάστασης του 1822 στη Μακεδονία.
Είναι γνωστή ως επανάσταση του Βερμίου, λόγω του γεγονότος ότι επίκεντρό της ήταν το όρος Βέρμιο.
Είναι γνωστή επίσης και από το Ολοκαύτωμα της Νάουσας, που ολοκληρώθηκε στις 22 Απριλίου 1822.

Η Επανάσταση άρχισε στις αρχές Φεβρουαρίου 1822. Οι επαναστάτες κατέλαβαν τη Νάουσα και τα γύρω χωριά και στις 21 Φεβρουαρίου μπήκαν στη Βέροια. Αποχώρησαν, όμως, από αυτήν, γιατί πληροφορήθηκαν πως οι κατακτητές συγκέντρωσαν μεγάλες στρατιωτικές δυνάμεις και θεώρησαν σκόπιμο να μη τις αντιμετωπίσουν σε πεδινό έδαφος, αλλά να τις παρασύρουν σε ορεινό.
Έτσι τις περίμεναν στην περιοχή της Μονής Δοβρά (Ντόμπρα Μογκρόντιτσα – Добра Богродица), περί τα 5 χιλιόμετρα βορειοδυτικά της Βέροιας.
Εκεί, όχι μόνο τις απέκρουσαν, αλλά και προκάλεσαν σ΄αυτές πολύ μεγάλες απώλειες.. Αυτό εξαγρίωσε τις οθωμανικές αρχές και ανάγκασε τον Eμπού Λουμπούτ πασά της Θεσσαλονίκης, να ηγηθεί ο ίδιος μεγάλου εκστρατευτικού σώματος κατά των εξεγερμένων.
Στα τέλη Μαρτίου 1822 άρχισαν την π
ολιορκία της Νάουσας. Οι επαναστάτες, όχι μόνο απέκρουαν τις συνεχείς επιθέσεις, αλλά με αντεπιθέσεις προκαλούσαν μεγάλες απώλειες στους κατακτητές. Ο αγώνας, όμως, ήταν άνισος και βοήθεια δεν ήρθε από πουθενά.
Στις 18 Απριλίου 1822 δημιουργήθηκε η πρώτη ρωγμή στην άμυνα της πόλης. Μανιασμένοι οι Τούρκοι όρμησαν μέσα σκορπίζοντας παντού τον όλεθρο και την καταστροφή. Η άμυνα συνεχίστηκε στους δρόμους και τις γειτονιές της πόλης.
Στις 21 Απριλίου οι επαναστάτες πραγματοποίησαν ηρωική έξοδο και κατάφεραν να φυγαδεύσουν πολλά γυναικόπαιδα προς τον Άγιο Νικόλαο.
Την επόμενη μέρα, η αντίσταση των επαναστατών κάμφθηκε. Όσοι εγκλωβίστηκαν, αντιμετώπισαν την μανία των κατακτητών.

Η πτώση 13 νέων γυναικών μαζί με τα μωρά τους στον καταρράκτη της Αράπιτσας, είναι ένα από τα πιο τραγικά και αξιοθαύμαστα γεγονότα, που δείχνουν τη βαρβαρότητα του κατακτητή και τον αυτοσεβασμό μέχρι αυτοθυσίας της Μακεδόνισας μητέρας.

Η επανάσταση είναι πολύ γνωστή και προβεβλημένη. Ελάχιστα γνωστή παραμένει όμως η σύνθεση των επαναστατικών δυνάμεων και η ταυτότητα των χωριών που καταστράφηκαν μαζί με τη Νάουσα. Παρόλο που έχουμε αναφερθεί σ’ αυτούς, θεωρούμε ότι έχουμε χρέος να το ξανακάνουμε ως απότιση φόρου τιμής σε εκείνους τους επαναστάτες και τα θύματα που θυσίασαν τη ζωή τους για την ελευθερία και την αξιοπρέπεια.

Η Νάουσα ήταν μια από μια από τις πιο χαρακτηριστικές μακεδονικές κωμοπόλεις εκείνης της εποχής, της οποίας οι κάτοικοι στην συντριπτική τους πλειψηφία ήταν μακεδονικής καταγωγής. Το όνομά της ήταν Νιάουστα (Нјауста) ή Νέγκους (Негуш). Το όνομά της είναι βέβαια μακεδονικό, αλλά δεν είναι γνωστό από πού ακριβώς προέρχεται. Πιθανότατα είναι σύνθετες λέξεις.

Να (На) στα μακεδονικά σημαίνει στη ή στο. Ούστα (Уста) σημαίνει στόμιο. Δηλαδή Να ούστα, σημαίνει, «στο στομιο». Γκούσα (Гуша), σημαίνει «το βάθος του λαιμού». Να γκούσα, σημαίνει «στο βάθος του λαιμού».
Επειδή η θέση της πόλης πράγματι βρίσκεται «στο στόμιο» (Να ούστα) του «λαιμού» στον οποίο καταλήγει η χαράδρα του ποταμού Αράπιτσα, πιθανότατα ο αρχικός οικισμός να αποκαλούνταν Νάουστα. Η θέση «στο βάθος του λαιμού» (Να γκούσα, που παραφθάρηκε σε Νέγκους) πιθανότατα ήταν ο άλλος οικισμός.
Η πόλη, λοιπόν, που προέκυψε από τη σταδιακή συνένωση των δύο οικισμών, ήταν τελείως φυσικό να αποκαλείται με τα δύο ονόματα. Ελληνικό, πάντως, σίγουρα δεν είναι, καθώς και όλα τα γύρω χωριά είχαν μακεδονικές ονομασίες. Το όνομα Νάουσα δόθηκε στην πόλη μετά το 1913, επειδή το Νάουστα ταιριάζει με αυτό της Νάουσας της Πάρου.


Τα γύρω από τη Νάουσα χωριά, που επίσης καταστράφηκαν, αλλά δυστυχώς ελάχιστα μνημονεύονται, είναι τα: Γκόρνο Γκραμαντίκοβο (Άνω Γραμματικό), Ντόλνο Γκραμαντίκοβο (Κάτω Γραμματικό), Όσλιανι (Αγία Φωτεινή), που ανήκουν στο Ν. Πέλλας, Κουτσούφλιανι (Άγιος Παύλος), Ντραζίλοβο (Μεταμόρφωση), Φέτιτσα (Πολλά Νερά), Ράμνιτσα (δεν ξανακατοικήθηκε), Γκόρνο Σέλο (Άνω Βέρμιο), Ντόλνο Σέλο (Κάτω Βέρμιο – το Σέλο έγινε Σέλι και με αυτό το όνομα είναι γνωστό το χιονοδρομικό κέντρο της Βέροιας), Χοροπάν (Στενήμαχος), Μαρούσα – Ντόλιανι (Κουμαριά), Ιαβόρνιτσα (Τρίλοφον-Νέα Κούκλενα), Σούβα Λιβάντα (Ξιρολίβαδον), Τσόρνοβο (Φυτία), Ντόμπρα (Καλή Παναγιά), Κούμανιτς (Κομνήνιο), Ντόλνα Λούζιτσα (Τριπόταμος), Γκόρνα Λούζιτσα (Άνω Τριπόταμος), Τόπλιανι (Γεωργιανοί), Τσαρκόβιανη (Άγιος Ιωάννης-Μικρή Σάντα), Καρατάσι (Μαυροδένδρι). Δηλαδή σχεδόν όλα τα χωριά μεταξύ Βέροιας και Έδεσσας.

Τα τοπωνύμια μέσα και γύρω από την πόλη επίσης δεν ήταν ελληνικά, όπως Αράπιτσα, Μπάταν, Στουπάνοι κλπ. Η περιοχή όπου είναι ο αρχαιολογικός χώρος της Σχολής του Αριστοτέλη, ακόμα και σήμερα ονομάζεται Ισβόρια (ίσβορ στα μακεδονικά είναι η πηγή). Οι κάτοικοι είχαν ως μητρική γλώσσα τη μακεδονική και τη βλάχικη και αρκετοί από αυτούς γνώριζαν και την ελληνική.

Αλλά και τα χωριά του κάμπου της Νάουσας, για τα οποία επίσης υπάρχουν πληροφορίες που λένε ότι καταστράφηκαν, δεν είχαν ελληνικά ονόματα, ούτε ήταν ελληνόφωνα. Τσαρμαρίνοβο (Μαρίνα), Γιανάκοβο (Γιαννακοχώρι), Γκολίσανι (Λευκάδια), Κοπάνοβο (Κοπανός), Ντόλνο Κοπάνοβο (Χαρίεσα), Μινόστιτσα (Μονόσπιτα), Γιάντσιστα (Άγιος Γεώργιος), Βέστιτσα (Αγγελοχώρι) κλπ.
Οι κάτοικοι και αυτών των χωριών μέχρι το 1912 μιλούσαν αποκλειστικά τη μακεδονική.


Το ίδιο συνέβαινε και με τα ορεινά χωριά της Βέροιας, όπως και νότια αυτής. Η Βεργίνα λεγόταν Κούτλες, το Αιγίνιο νοτιότερα (στο Ν. Πιερίας) λεγόταν Λιμπάνοβο κλπ.
Ελληνικά μιλούσαν τα χωριά νοτιοανατολικά της Βέροιας, γύρω από το Γιδά (Αλεξάνδρεια), και γι’ αυτό η περιοχή ονομαζόταν Ρουμλούκι.

Ακριβώς επειδή αποκαλούνταν Ρωμιοί και όχι Έλληνες, η περιοχή αποκαλούνταν Ρουμλούκι (Ρουμ-μιλιέτ – Ρωμιοί).
Το γιατί δεν συμμετείχαν στην επανάσταση, και κατά συνέπεια δεν καταστράφηκαν, οφείλεται κυρίως στο ρόλο που έπαιζαν τα όργανα του Πατριαρχείου, τα οποία συνιστούσαν στους Ρωμιούς «δουλικήν υπακοήν εις τους κρατούντας».


Μετά την καταστροφή της Νάουσας, την εξόντωση πολλών επαναστατών, τον εξανδραποδισμό οικογενειών, την ηρωϊκή πτώση στους καταρράκτες της Αράπιτσας, οι Οθωμανοί έκαναν κάτι που συνήθιζαν σε τέτοιες περιπτώσεις, προκειμένου να διασπάσουν την ενότητα των επαναστατημένων περιοχών. Εγκατέστησαν στην πόλη, εκτός από μερικές τουρκικές οικογένειες, και αρκετές οικογένειες ελληνόφωνων και μακεδονόφωνων, πιστών στο Πατριαρχείο και το Σουλτάνο.
Σ’ αυτές παραχώρησαν ως τσιφλίκια τα αγροκτήματα, τους μύλους, τα νεροπρίονα και τα μπατάνια που αφαίρεσαν από τους ντόπιους, τα οποία αργότερα εξελήχθηκαν σε ηλεκτρογεννήτριες και βιομηχανίες.
Είναι εκείνη η κατηγορία των Ρωμιών τους οποίους ο Αδαμάντιος Κοραής ονόμαζε Τουρκοπρίγκιπες. Επιπλέον ανάγκασαν τους περισσότερους κατοίκους των γύρω επαναστατημένων και καταστραμμένων χωριών να εγκατασταθούν στην πόλη ή στον κάμπο και να μεταβληθούν σε κολίγους.

Οι Μακεδόνες εκείνοι κολίγοι δημιούργησαν το έθιμο «Γενίτσαροι και Μπούλες». Με σατιρικό τρόπο έκαναν κριτική στους γενίτσαρους Ρωμιούς που εγκατέστησαν στον τόπο τους οι Οθωμανοί.
Υπ’ όψη ότι το έθιμο ήταν υπό διωγμό από τους δεσποτάδες.

Εκείνοι οι γενίτσαροι, την εποχή του Ίλιντεν, θα αποτελέσουν τους συνεργάτες των κατακτητών και στη συνέχεια τους Γκρεκομάνους συνεργάτες των λεγόμενων μακεδονομάχων.
Έναν από εκείνους, τον Ντόνε Μίγγα (έτσι τον αναφέρει η έκθεση του ελληνικού προξενείου Θες/νίκης και όχι Αντώνιο Μίγγα, και το όνομά του σαφώς δεν είναι ελληνικό), τον κρέμασαν οι Μακεδόνες επαναστάτες μαζί με τον Άγρα.

Ηγέτες της επανάστασης ήταν ο Τάσος Καρατάσος και ο Αγγελής Γάτσος, ενώ επιτελικό ρόλο έπαιξε ο προύχοντας Ζαφειράκης.
Ο αρχιστράτηγος Καρατάσος κατάγεται από τη Ντόμπρα, που στα μακεδονικά σημαίνει «Καλή» και το 1926 μετονομάστηκε σε Καλή Παναγιά. Πήρε το όνομά της από το μοναστήρι της Ντόμπρα Μπογκρόντιτσα (Добра Богродица), που βρίσκεται περί τα πέντε χιλιόμετρα βόρεια της Βέροιας. Το Μπογκρόντιτσα (Θεοτόκος) καταργήθηκε, ενώ το Ντόμπρα πήρε την ελληνοποιημένη παραφθορά Δοβρά. Έτσι προέκυψε η Μονή Δοβρά και ο Δήμος Δοβρά στον κάμπο της Νάουσας με έδρα τη Γιάντσιστα (Άγιος Γεώργιος).

Ο υπαρχηγός, Αγγελής Γάτσος, κατάγεται από το Σαρακίνοβο (Σαρακηνοί Αλμωπίας – Ν.Πέλλας). Το όνομά του ήταν Άγγελ ή Γκέλε Γκάτσοβ και στο χωριό του, όπως και σε όλα τα χωριά του Ν. Πέλλας από όπου είχε δημιουργήσει το σώμα του, κανένα δεν είχε ως μητρική του γλώσσα τα ελληνικά πριν το 1912.
Την επανάσταση του Βερμίου την ονόμασαν ελληνική πολύ αργότερα οι παραχαράκτες της ιστορίας.

Μετά την καταστολή της εξέγερσης οι Καρατάσος και Γάτσος συγκρότησαν σώμα τριακοσίων περίπου (κατ΄άλλους πολύ περισσότερων) μαχητών και πήγαν στη Ρούμελη και το Μoριά, όπου αγωνίστηκαν μέχρι το τέλος της επανάστασης.
Ελληνόφωνος οπλαρχηγός, όπως και σώμα ελληνοφώνων από τη Μακεδονία, που να πήγε να βοηθήσει τους επαναστατημένους Γραικούς, δεν αναφέρεται απολύτως πουθενά.

Σε όλη την νεοελληνική βιβλιογραφία, τις εγκυκλοπαίδειες, τα δημοσιεύματα, τις επετειακές εκδηλώσεις κλπ. οι Καρατάσος, Γάτσος και οι μαχητές των σωμάτων τους αποκαλούνται σκέτα Μακεδόνες, χωρίς απολύτως κανέναν άλλο προσδιορισμό. Πουθενά δεν τους λένε «Σλάβους», «Βούλγαρους», «Βουλγαρόφωνους», «Βουλγαρομακεδόνες», «Σλαβόφωνους», «Σλαβομακεδόνες», «Σκοπιανούς» ή οτιδήποτε άλλο.
«Σλαβόφωνους» τους λένε οι σύγχρονοι θιασώτες του «ελληνισμού», όταν θέλουν να υποστηρίξουν ότι οι «σλαβόφωνοι» Μακεδόνες είχαν ελληνική συνείδηση.
Για να γίνουν πειστικοί αναφέρουν ως παράδειγμα τους Καρατάσο και Γάτσο.


Ένα άλλο χοντρό ψέμα που λένε γι’ αυτούς, είναι ότι πολέμησαν για την Ελλάδα. Αποκρύπτουν συνειδητά, ότι εκείνη την εποχή κράτος Ελλάδα δεν υπήρχε, ότι ο αγώνας εκείνος ήταν πανβαλκανικός και όλοι οι βαλκάνιοι επαναστάτες αλληλοβοηθιούνταν.
Κατά την επανάσταση του 1821 στην Ελλάδα συμμετείχαν και Βούλγαροι, Σέρβοι (με τον Χατζηχρήστο), Βλάχοι, Αλβανοί, Ρουμάνοι κ.α.

Ο Τ.Καρατάσος μαζί με τον Βλάχο Γιωργάκη Ολύμπιο λίγα χρόνια νωρίτερα είχαν συμμετάσχει με μακεδονικό σώμα στην εξέγερση της Σερβίας.
Μακεδονικό σώμα με επικεφαλής το Γιωργάκη Ολύμπιο και το Μακεντόνσκι (και τα δύο είναι ψευδώνυμα) είχε συμμετάσχει στην εξέγερση στη Μολδοβλαχία.
Εκεί σκοτώθηκε ο Ολύμπιος και οι Βλάχοι της περιοχής συμμετείχαν στην εξέγερση της Νάουσας υπό την ηγεσία του Καρατάσου και του Γάτσου.



Πως τίμησε η Ελλάδα τους Επαναστάτες της Νάουσας;

Καταθέτω πρώτα τις περσινές παρατηρήσεις ενός Ναουσαίου, που μάλιστα δεν ανήκει στο κίνημά μας.

«Το ολοκαύτωμα και η ιστορία της Νάουσας - του Νίκου Σπάρτση (ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΑ ΝΕΑ)

Δευτέρα, 30 Μάρτιος 2009
Η παραδοχή της προδοσίας της επανάστασης της Νάουσας είναι μονόδρομος, για την αναγνώριση της ιστορία της και του ολοκαυτώματος. Δεν είναι δυνατόν να θεωρείται ολοκαύτωμα μόνο η θυσία των 13 γυναικών στους Ζντουμπάνους, όπως μέχρι σήμερα γίνεται και να αγνοούνται άλλα γεγονότα.
ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΕΩΣ ΝΑΟΥΣΗΣ” όπου στις σελίδες 181, 197, 198, 199, 216, 217, 218, 220 και 221 σαφέστατα αναφέρεται στην προδοσία Μάμαντη.

2. Αγνοούνται οι 1241 σφαγμένοι στο Κιόσκι, οι πάρα πολλοί σκοτωμένοι, οι πουλημένοι σε σκλαβοπάζαρα, πέρα από την καταστροφή και λεηλασία εκκλησιών, σπιτιών και περιουσιών. Το ολοκαύτωμα κουκουλώνεται όταν γιορτάζουμε μόνο τη θυσία των 13 γυναικών στους Ζντουμπάνους.


3. Οι 1241 σφαγμένοι στο Κιόσκι θεωρούνται προδότες, δειλοί, ανίκανοι και άχρηστοι, (δεν κάνει λεν να μιλάμε για προδοσία), και ας πέθαναν αυτοί σαν εθνομάρτυρες προτιμώντας τη σφαγή από την αλλαξοπιστία για να γλιτώσουν το κεφάλι τους.


4. Αγνοήθηκαν τελείως μέχρι σήμερα και τα οστά των σφαγμένων στο Κιόσκι, των σκοτωμένων στον Αγιώργη και αλλού. Το τραγικό είναι ότι βρέθηκαν 3 φορές και περιφρονήθηκαν, ενώ από αυτά βγήκε η ελευθερία όπως λέει ο Εθνικός μας Ύμνος.


5. Διατηρείται ακόμη η αντιπαλότητα Μάμαντη – Ζαφειράκη που τότε κατέληξε σε ολοσχερή καταστροφή της Νάουσας, για την επιδίωξη του Μάμαντη να γίνει δήμαρχος, όπως και έγινε (1822-1826) σε μια πόλη με χαλάσματα και πόνο και μέχρι σήμερα να σκεπάζονται με λήθη τα οφέλη του ολοκαυτώματος.


6. Ξεχάστηκαν σχεδόν, ή ελάχιστα αναφέρονται στην Ελληνική ιστορία και η επανάσταση της Νάουσας και οι μεγάλες προσφορές των Ναουσαίων Καρατασαίων, Γάτσου και άλλων 1500-2000 πολεμιστών σε διάφορα μέτωπα στη Νότιο Ελλάδα. Η όλη ιστορία μας αναφέρεται σε μισή σελίδα βιβλίων του Γυμνασίου σε σχέση με την ιστορία της παλιάς Ελλάδας.


7. Η ελληνική ηγεσία και ο πρόεδρος της Δημοκρατίας ελάχιστα έρχονται να τιμήσουν το ολοκαύτωμα.

Σε αυτό φταίει η πλειονότητα των Ναουσαίων που ανέχτηκαν μέχρι σήμερα να γιορτάζεται το ολοκαύτωμα κουτσουρεμένο.

8. Αγνοήθηκε και παραπετάχτηκε η ταφόπλακα του Τσάμη Καρατάσου από το Κιόσκι στην Αγία Τριάδα, όπου βρίσκεται μέχρι σήμερα μουτζουρωμένη με σπρέϊ. Την πλάκα αυτή με τα οστά του ήρωα μας, έφερε από το Βελιγράδι το 1927 ο Τζων Περδικάρης, τότε δήμαρχος με μεγάλες τιμές. Την πέταξε η Χούντα γιατί το επίγραμμα ήταν στα σέρβικα και θεωρήθηκε κουμουνιστικό. Τα οστά του Καρατάσου ακούστηκε ότι πετάχτηκαν στο κοιμητήρι του Αγίου Αθανασίου.


9. Δημαρχούντος του Μάμαντη στα 1822-1826 όπως φαίνεται και από δήμαρχο σε δήμαρχο επικράτησαν οι οπαδοί του εφόσον η μερίδα του Ζαφειράκη διαλύθηκε και δεν υπήρχε. Διοικούσαν αυτοί που είχαν συμφέροντα, οι φιλότουρκοι. Και καπλάτισαν (πήραν χωρίς εμπόδιο), όσα ήθελαν, ή αγόρασαν με μικροτίμημα χαριστικά, οικόπεδα, κτήματα, δασικές εκτάσεις κ.λ.π. Γι’ αυτό από τότε συνεχίζουν να χαντακώνονται τα οφέλη του ολοκαυτώματος και η σημασία του, έτσι τους συνέφερε.

10. Παραγράφονται, ξεχνιούνται και περιφρονούνται τόσοι θρήνοι, κλάματα, απερίγραπτες τρομάρες, αμέτρητοι φόβοι, παιδιών, κοριτσιών, μανάδων, γυναικών και ανδρών, βιασμοί, ξεκοιλιάσματα γκαστρωμένων. Θριαμβεύει η ασυδοσία της προδοσίας εφ’ όσον ο πρωταίτιος γίνεται και ψυχρός θεατής όλων αυτών, του σκλαβοπάζαρου και της σφαγής. Οι παθόντες τον καταράστηκαν για εφτά ζωνάργια.

11. Αγνοείται και η μεγάλη προσφορά των 10.000 θυμάτων της καταστροφής της Νάουσας του 1822, στην εδραίωση της επανάστασης ιδιαίτερα στην Πελοπόννησο όπου δημιουργήθηκε και η πρώτη Ελληνική κυβέρνηση.

12. Καμιά φωτογραφία ήρωά μας δεν υπάρχει πουθενά.
Σε κανένα σχολείο της Ελλάδος, κι ας ήταν οι ήρωές μας Καρατασαίοι, Ζαφειράκης Γάτσος και άλλοι, ισάξιοι του Κολοκοτρώνη, Καραϊσκάκη, Μιαούλη, Διάκου κ.ά. των οποίων οι φωτογραφίες υπάρχουν σε όλα τα σχολεία όπως και στης Νάουσας.

13. Ούτε ένα τρισάγιο δεν γίνεται στο Κιόσκι τόσα χρόνια ακόμα και από το 1822, για τις ψυχές των 1241 σφαγμένων εκεί.

14. Ούτε καν ονομάστηκε το Κιόσκι πλατεία ΕΘΝΟΜΑΡΤΥΡΩΝ ή ΠΑΡΚΟ ΕΘΝΟΜΑΡΤΥΡΩΝ για να τιμηθούν αυτοί οι άνθρωποι, όπως συνιστά ο ιστορικός μας Ε. Στουγιαννάκης. Θα μπορούσε κάλλιστα να λεχθεί αν η Αλαμάνα είχε έναν Αθανάσιο Διάκο η Νάουσα είχε 1241.

15. Οι πόντιοι μας πέρασαν και μπράβο τους, για το μνημείο που έστησαν στο Κιόσκι. Δεν έπρεπε να γίνει εκεί και ένα περήφανο κενοτάφιο ή οστεοφυλάκιο που να τιμήσει αυτούς τους 1241 που έδωσαν τη ζωή τους για μας;

16. Δεν έπρεπε να γίνει ένα παρεκκλήσι εκεί ώστε ν' ανάβεται και ένα κεράκι για τις ψυχές τους;

17. Πρέπει να υφανθεί μεταξωτή μεγάλη σημαία με ερυθρόλευκο σταυρό σαν αυτήν που ύψωσε ο πρωτοσύγγελος Ζαχαρίας στον Άγιο Δημήτριο την Κυριακή της Ορθοδοξίας στα 1822.

18. Δεν στάλθηκε μέχρι τώρα καμιά περίληψη σε όλα τα Υπουργεία, Πρόεδρο Δημοκρατίας, Πρωθυπουργό κ.λ.π. για τη σημασία του ολοκαυτώματος της Νάουσας και τη συμμετοχή των δικών μας 1500-2000 πολεμιστών σε πολλά μέρη και μάχες στην κάτω Ελλάδα.

19. Αυτοί που αρνούνται την προδοσία πιστεύοντας ότι είναι μύθος, μέχρι σήμερα, χαρακτηρίζονται λίαν επιεικώς ανιστόρητοι, εφόσον αγνοούν την ιστορία Στουγιαννάκη. Είτε είναι μόνο από μητέρα ή μόνο από πατέρα Ναουσαίοι, θα πρέπει να συμφωνήσουν αν αγαπούν τη Νάουσα και το καλό της.»

Σ΄αυτές τις παρατηρήσεις, προσθέτουμε


Κατ’ αρχήν η Ελλάδα δεν ανταπέδωσε ποτέ στους Μακεδόνες την υποχρέωση που είχε απέναντί τους. Όχι μόνο δεν τους βοήθησε στον απελευθερωτικό τους αγώνα, αλλά και τον υπονόμευσε.
Ο γιός του Τάσου Καρατάσου, Δημήτριος, ήταν ανάμεσα σε αυτούς που φυλακίστηκαν μαζί με τον Κολοκοτρώνη και τον Πλαπούτα. Αποφυλακίστηκαν μόνο χάρη στην λαϊκή πίεση.
Μετά τη δημιουργία ελεύθερου ελληνικού κράτους, προσπάθησε να ευαισθητοποιήσει τους παράγοντες των Αθηνών ώστε να βοηθήσουν στην απελευθέρωση της Μακεδονίας, αλλά δεν βρήκε καμία ανταπόκριση.
Το 1854 δημιούργησε δικό του σώμα και αποβιβάστηκε στη Χαλκιδική, όπου προσπάθησε να ξεσηκώσει σε επανάσταση τους Μακεδόνες.
Δεν τον βοήθησαν, όμως, ούτε η κυβέρνηση των Αθηνών, ούτε οι μοναχοί του Αγίου Όρους και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει εκείνη την προσπάθεια.

Απογοητευμένος κατέφυγε στη Δύση, όπου προσπάθησε να εξασφαλίσει υποστήριξη.
Για τον ίδιο λόγο πήγε στη Σερβία, στην επανάσταση της οποίας είχε συμμετάσχει με μακεδονικό σώμα ο πατέρας του, όπου προσπάθησε να εξασφαλίσει την υποστήριξη των Σέρβων. Εκεί αρρώστησε και πέθανε πικραμένος από τη συμπεριφορά του ελληνικού κράτους.
Όπως σωστά γράφει ο προαναφερόμενος Ναουσαίος, η ταφόπαλακά του αντί να αποτελέσει ιερό κειμήλιο, παραπετάχθηκε επειδή ήταν γραμμένη στα κυριλικά και στη μητρική γλώσσα του Μακεδόνα εθνικού αγωνιστή.


Λίγα χρόνια αργότερα οι Μακεδόνες έκαναν άλλη μια επανάσταση. Είναι η γνωστή ως Επανάσταση του Ηλιντεν, το καλοκαίρι του 1903.
Η σύνθεση των επαναστατικών σωμάτων είναι ακριβώς η ίδια με εκείνην της εξέγερσης του Βερμίου. Λίγο μεγαλύτερη φαίνεται να είναι η συμμετοχή των Βλάχων. Βλάχος ήταν ο οπλαρχηγός των Κορεστίων Καστοριάς, Μήτρος Βλάχος (Μήτρε Βλάβοτ), ο αρχιστράτηγος των επαναστατών του Κρουσόβου, Πήτου Γκούλη, ο Γκιόργκι Μουτσιτάνο, το σώμα του οποίου σε συνεργασία με το σώμα του Ζλατάν από την Γκολέσανη (Λευκάδια) Νάουσας, αιχμαλώτισαν, δίκασαν, καταδίκασαν και κρέμασαν τον Αγρα.
Μαζί, όμως, με τους Μακεδόνες, των οποίων η γλώσσα είναι συγγενής με τη βουλγαρική, χαρακτηρίστηκαν Βούλγαροι και οι Βλάχοι, καθώς η επανάστασή τους χαρακτηρίστηκε βουλγαρική, γιατί έτσι εξυπηρετείται η προπαγάνδα των παραχαρακτών της ιστορίας.

Κατά την επανάσταση του Ίλιντεν υπήρχε επίσης ένας οπλαρχηγός (βοεβόδας) με το όνομα Καρατάσος, που κατάγονταν από το Όστροβο (Άρνισσα), ο οποίος ήταν αρχηγός των Κομιτών της περιοχής και δολοφονήθηκε από τον λοχία Κώστα Γαρέφη.

Είναι γνωστό, επίσης, ότι οι παράγοντες του Πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης, αντί να βοηθήσουν τους υπόδουλους «αδελφούς χριστιανούς» Μακεδόνες, υπονόμευσαν τον αγώνα τους.

Η Ελλάδα, αντί να ξεπληρώσει το χρέος της απέναντι στους Μακεδόνες του Καρατάσου και του Γάτσου και να βοηθήσει με τη σειρά της τον απελευθερωτικό αγώνα τους, τον υπονόμευσε με κάθε μέσον.
Στέλνει (1904-1908) παραστρατιωτικές ομάδες μισθοφόρων καθοδηγούμενες από αξιωματικούς του τακτικού της στρατού, οι οποίες τρομοκρατούν, εκβιάζουν, καταστρέφουν, δολοφονούν τους απογόνους εκείνων που έκαναν την επανάσταση του Βερμίου.
Στην περιοχή Ημαθίας, Πέλλας, όπου ήταν το επίκεντρο της επανάστασης του Βερμίου, ο Αντιμακεδονικός Αγώνας καθοδηγείται από τον υπολοχαγό Μαζαράκη και τον ανθυπολοχαγό Άγαπηνό (Άγρα).

Κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους έκανε, ό,τι έκανε το Οθωμανικό καθεστώς στη Νάουσα. Κατάστρεψε ακριβώς εκείνες τις πόλεις (π.χ. Ολοκαύτωμα του Κιλκίς, Ιούνιος 1913) και τα χωριά που είχαν επιδείξει επαναστατική δραστηριότητα. Εξόντωσε και εξόρισε τους αντιστασιακούς Μακεδόνες.
Στη συνέχεια εφάρμοσε την ίδια πολιτική με τους Οθωμανούς στην περίπτωση της Νάουσας και εγκατέστησε στις μακεδονικές περιοχές, μεταξύ των οποίων και στη Νάουσα, δικούς της εποίκους.
Δεν επέτρεψε τον επαναπατρισμό ή την απλή επίσκεψη ακόμα και αυτών, που μετά την καταστολή της επανάστασης του Ήλιντεν αναγκάστηκαν να γίνουν οικονομικοί μετανάστες σε Αμερική, Καναδά, Αυστραλία κλπ.
Απεναντίας, οι Οθωμανοί, παρόλο που είχαν χάσει από εκείνους εκατοντάδες στρατιώτες, τους είχαν παραχωρήσει αμνηστία.
Η «μεγαλόψυχη» Ελλάδα αμνηστία δεν δίνει.


Οι απόγονοι του Καρατάσου και του Γάτσου που έμειναν τελικά στην επικράτειά της Ελλάδας, τράβηξαν όσα δεν τράβηξαν στα 500 χρόνια οθωμανικής κατοχής.
Η Ελλάδα σε κάθε ευκαιρία ξερίζωνε Μακεδόνες από τις εστίες τους και εγκαθιστούσε νέους εποίκους στις περιοχές τους.
Αφαίρεσε περιουσίες και ξεπερνώντας ακόμα και τους «βάρβαρους» Οθωμανούς κατακτητές, τους απαγόρευσε ακόμα και τη μητρική τους γλώσσα, άλλαξε τα ονόματά τους, όπως και τα ονόματα των χωριών τους.


Σήμερα οι Μακεδόνες (οι Ντόπιοι όπως μας αποκαλούν) ζουν σε καθεστώς πολιτικής τρομοκρατίας.
Όποιος Μακεδόνας τολμήσει να μιλήσει και να ζητήσει αποκατάσταση της αξιοπρέπειας, των αδικιών και των δικαιωμάτων τους, γίνεται στόχος συκοφαντίας και λασπολογίας.
Ευτυχώς οι διεθνείς οργανισμοί στους οποίους συμμετέχει η Ελλάδα και οι Συνθήκες τις οποίες έχει υπογράψει, δεν της επιτρέπουν να συνεχίσει τις διώξεις του παρελθόντος. Δεν επιτρέπει, όμως, την επιστροφή ή ακόμα και την απλή επίσκεψη στην πατρίδα τους σε πολλούς Μακεδόνες, ανάμεσα στους οποίους είναι και πολλοί απόγονοι των επαναστατών του Βερμίου.


Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο η Ελλάδα τίμησε στην πραγματικότητα τους επαναστάτες του Βερμίου και τα θύματα του ολοκαυτώματος της Νάουσας και των γύρω χωριών.
Οι τελετές που κάνει, δήθεν προς τιμήν τους, αποτελούν το άκρον άοτον της υποκρισίας.

Ας σταματήσουν, λοιπόν, να λιβανίζουν στα μέρη μας τον «ελληνισμό» τους και την «ορθοδοξία» τους, γιατί αυτά πέρασαν από ‘δώ ως αχαριστία, ασέβεια, ρατσισμός, βαρβαρότητα, …
Με χειρότερο δηλαδή τρόπο από αυτόν που πέρασε ο οθωμανισμός και ο ισλαμισμός.


Την ιστορία μας και την ιστορία του τόπου μας την έγραψαν οι νικητές και την έγραψαν όπως ήθελαν. Αλλά η συγκυρία επιτρέπει και σε εμάς τους ηττημένους Μακεδόνες να γράψουμε την πραγματική μας ιστορία.

Το ελάχιστο που έχουμε χρέος να κάνουμε, ως φόρο τιμής για όλους τους αγώνες και τις θυσίες των προγόνων μας, είναι να αποκαταστήσουμε την αλήθεια και την ποδοπατημένη αξιοπρέπειά μας. Παράλληλα, θα διεκδικήσουμε αποκατάσταση των αδικιών και των καταπατημένων δικαιωμάτων μας.
Η πραγματικότητα μπορεί να είναι πολύ πικρή για εμάς, αλλά η αλήθεια είναι ακόμα πιο πικρή για τους διώκτες μας.

Όσοι θέλουν να αυτοαποκαλούνται δημοκράτες, οφείλουν να συμπαρασταθούν στον αγώνα μας και το ελάχιστο που οφείλουν να κάνουν, είναι να μας αποκαλούν, όπως αποκαλούν του προγόνους μας μαχητές των σωμάτων του Καρατάσου και του Γάτσου: σκέτα Μακεδόνες.
Η χρήση κάθε άλλης ονομασίας είναι καταπάτηση της αρχής του δικαιώματος του αυτοπροσδιορισμού και κατά συνέπεια καταπάτηση της δημοκρατίας.

Υ.Γ. 1. Σήμερα 21-4-2010 είναι επέτειος της επιβολής της Χούντας του 1967, η οποία κατάργησε τη δημοκρατία στην Ελλάδα για επτά χρόνια.
Η Χούντα που επιβλήθηκε σ΄εμάς τους Μακεδόνες πριν 98 χρόνια δεν λέει να πέσει ακόμα, γιατί την στηρίζει η πλειοψηφία των πολιτών και των πολιτικών δυνάμεων, που παρ΄ όλα αυτά καταχρηστικά αυτοαποκαλούνται δημοκρατικές.


Τρίτη 21 Απριλίου 2009

Με Υποκρισία τιμούν την Επανάσταση της Νάουσας


Την Κυριακή 26 Απριλίου 2009 τιμάται επισήμως η επανάσταση των Μακεδόνων κατά των Οθωμανών κατακτητών, που έγινε το 1822, με επίκεντρο το Βέρμιο.

Έμεινε γνωστή ως Επανάσταση της Νάουσας, καθώς επίκεντρο αυτής ήταν η Νάουσα, η οποία και τελικά καταστράφηκε από τους κατακτητές στα μέσα Απριλίου.

Σύμφωνα με ανακοίνωση του Δήμου Νάουσας,

«Με ιδιαίτερη επισημότητα θα εορταστεί η 187η Επέτειος του Ολοκαυτώματος της Νάουσας με την παρουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας κ. Κάρολου Παπούλια και του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας κ. Δημήτρη Χριστόφια.» Την κυβέρνηση θα εκπροσωπήσει ο Υπουργός Μακεδονίας-Θράκης κ. Σταύρος Καλαφάτης.


Ποιους θα τιμήσουν σ’ αυτές τις εκδηλώσεις;


Η επανάσταση είναι πολύ γνωστή και προβεβλημένη. Ελάχιστα γνωστή παραμένει όμως η σύνθεση των επαναστατικών δυνάμεων και η ταυτότητα των χωριών που καταστράφηκαν μαζί με τη Νάουσα. Παρόλο που έχουμε αναφερθεί σ’ αυτούς, θα το ξανακάνουμε τιμής ένεκεν με αφορμή τον εορτασμό της επετείου.


Τα γύρω από τη Νάουσα χωριά, που επίσης καταστράφηκαν, αλλά δυστυχώς ελάχιστα μνημονεύονται, είναι τα: Γκόρνο Γκραμαντίκοβο (Άνω Γραμματικό), Ντόλνο Γκραμαντίκοβο (Κάτω Γραμματικό), Όσλιανι (Αγία Φωτεινή), που ανήκουν στο Ν. Πέλλας, Κουτσούφλιανι (Άγιος Παύλος), Ντραζίλοβο (Μεταμόρφωση), Φέτιτσα (Πολλά Νερά), Ράμνιτσα (δεν ξανακατοικήθηκε), Γκόρνο Σέλο (Άνω Βέρμιο), Ντόλνο Σέλο (Κάτω Βέρμιο – το Σέλο έγινε Σέλι και με αυτό το όνομα είναι γνωστό το χιονοδρομικό κέντρο της Βέροιας), Χοροπάν (Στενήμαχος), Μαρούσα – Ντόλιανι (Κουμαριά), Ιαβόρνιτσα (Τρίλοφον-Νέα Κούκλενα), Σούβα Λιβάντα (Ξιρολίβαδον), Τσόρνοβο (Φυτία), Ντόμπρα (Καλή Παναγιά), Κούμανιτς (Κομνήνιο), Ντόλνα Λούζιτσα (Τριπόταμος), Γκόρνα Λούζιτσα (Άνω Τριπόταμος), Τόπλιανι (Γεωργιανοί), Τσαρκόβιανη (Άγιος Ιωάννης-Μικρή Σάντα), Καρατάσι (Μαυροδένδρι). Δηλαδή σχεδόν όλα τα χωριά μεταξύ Βέροιας και Έδεσσας.


Τα ονόματα σε παρένθεση είναι αυτά που επέβαλε το κράτος των Αθηνών το 1926. Η ίδια η πόλη λεγόταν Νιάουστα ή Νέγκουστα ή Νέγκους, ενώ και τα τοπωνύμια μέσα και γύρω από την πόλη δεν ήταν ελληνικά, όπως Αράπιτσα, Μπάταν, Στουπάνοι κλπ. Η περιοχή όπου είναι ο αρχαιολογικός χώρος της Σχολής του Αριστοτέλη, ακόμα και σήμερα ονομάζεται Ισβόρια (ίσβορ στα μακεδονικά είναι η πηγή). Οι κάτοικοι είχαν ως μητρική γλώσσα τη μακεδονική και τη βλάχικη και αρκετοί από αυτούς γνώριζαν και την ελληνική.


Αλλά και τα χωριά του κάμπου της Νάουσας, για τα οποία δεν υπάρχουν πληροφορίες που να λένε ότι καταστράφηκαν, δεν είχαν ελληνικά ονόματα, ούτε ήταν ελληνόφωνα. Τσαρμαρίνοβο (Μαρίνα), Γιανάκοβο (Γιαννακοχώρι), Γκολίσανι (Λευκάδια), Κοπάνοβο (Κοπανός), Ντόλνο Κοπάνοβο (Χαρίεσα), Μινόστιτσα (Μονόσπιτα), Γιάντσιστα (Άγιος Γεώργιος), Βέστιτσα (Αγγελοχώρι) κλπ. Οι κάτοικοι και αυτών των χωριών μέχρι το 1912 μιλούσαν αποκλειστικά τη μακεδονική.


Το ίδιο συνέβαινε και με τα ορεινά χωριά της Βέροιας, όπως και νότια αυτής. Η Βεργίνα λεγόταν Κούτλες, το Αιγίνιο νοτιότερα λεγόταν Λιμπάνοβο κλπ. Ελληνικά μιλούσαν τα χωριά νοτιοανατολικά της Βέροιας, γύρω από το Γιδά (Αλεξάνδρεια), και γι’ αυτό η περιοχή ονομαζόταν Ρουμλούκι.

Ακόμα και αυτοί, εκείνη την εποχή δεν είχαν ελληνική συνείδηση αλλά ρωμαίικη (Ρουμ-μιλιέτ – Ρωμιοί). Το γιατί δεν συμμετείχαν στην επανάσταση οφείλεται κυρίως στον ρόλο που έπαιζαν τα όργανα του Πατριαρχείου, τα οποία συνιστούσαν «δουλικήν υπακοήν εις τους κρατούντας».


Μετά την καταστροφή της Νάουσας, την εξόντωση πολλών επαναστατών, τον εξανδραποδισμό οικογενειών, την ηρωϊκή πτώση στους καταρράκτες της Αράπιτσας, οι Οθωμανοί έκαναν κάτι που συνήθιζαν σε τέτοιες περιπτώσεις, προκειμένου να διασπάσουν την ενότητα των επαναστατημένων περιοχών. Εγκατέστησαν στην πόλη, εκτός από μερικές τουρκικές οικογένειες, και αρκετές οικογένειες ελληνόφωνων και μακεδονόφωνων, πιστών στο Πατριαρχείο και τον Σουλτάνο. Σ’ αυτές παραχώρησαν ως τσιφλίκια τα αγροκτήματα, τους μύλους, τα νεροπρίονα και τα μπατάνια που αφαίρεσαν από τους ντόπιους, τα οποία αργότερα εξελήχθηκαν σε ηλεκτρογεννήτριες και βιομηχανίες. Είναι εκείνη η κατηγορία των Ρωμιών τους οποίους ο Αδαμάντιος Κοραής ονόμαζε Τουρκοπρίγκιπες. Επιπλέον υποχρέωσαν τους περισσότερους κατοίκους των γύρω επαναστατημένων και καταστραμμένων χωριών να εγκατασταθούν στην πόλη και να μεταβληθούν σε κολίγους.

Οι Μακεδόνες εκείνοι κολίγοι δημιούργησαν το έθιμο «Γενίτσαροι και Μπούλες». Με σατιρικό τρόπο έκαναν κριτική στους γενίτσαρους Ρωμιούς που εγκατέστησαν στον τόπο τους οι Οθωμανοί. Υπ’ όψη ότι το έθιμο ήταν υπό διωγμό από τους δεσποτάδες.

Εκείνοι οι γενίτσαροι, την εποχή του Ίλιντεν, θα αποτελέσουν τους συνεργάτες των κατακτητών και στη συνέχεια τους Γκρεκομάνους συνεργάτες των λεγόμενων μακεδονομάχων.

Έναν από εκείνους, τον Ντόνε Μίγγα (έτσι τον αναφέρει η έκθεση του ελληνικού προξενείου Θες/νίκης και το όνομά του σαφώς δεν είναι ελληνικό), τον κρέμασαν οι Μακεδόνες επαναστάτες μαζί με τον Άγρα.


Ηγέτες της επανάστασης ήταν ο Τάσος Καρατάσος και ο Αγγελής Γάτσος, ενώ επιτελικό ρόλο έπαιξε ο προύχοντας Ζαφειράκης.

Ο αρχιστράτηγος Καρατάσος κατάγεται από τη Ντόμπρα, που στα μακεδονικά σημαίνει καλή και το 1926 μετονομάστηκε σε Καλή Παναγιά. Πήρε το όνομά της από το μοναστήρι της Ντόμπρα Μπογκρόντιτσα, που βρίσκεται περί τα πέντε χιλιόμετρα βόρεια της Βέροιας. Το Μπογκρόντιτσα (Θεοτόκος) καταργήθηκε, ενώ το Ντόμπρα πήρε την ελληνοποιημένη παραφθορά Δοβρά. Έτσι προέκυψε η Μονή Δοβρά και ο Δήμος Δοβρά στον κάμπο της Νάουσας με έδρα τη Γιάντσιστα (Άγιος Γεώργιος).

Ο υπαρχηγός, Αγγελής Γάτσος, κατάγεται από το Σαρακίνοβο (Σαρακινοί Αλμωπίας – Ν.Πέλλας). Το όνομά του ήταν Άγγελ ή Γκέλε Γκάτσοβ και στο χωριό του, όπως και σε όλα τα χωριά του Ν. Πέλλας από όπου είχε δημιουργήσει το σώμα του, κανένα δεν είχε ως μητρική του γλώσσα τα ελληνικά πριν το 1912.

Την επανάσταση του Βερμίου την ονόμασαν ελληνική πολύ αργότερα οι παραχαράκτες της ιστορίας.


Μετά την καταστολή της εξέγερσης οι Καρατάσος και Γάτσος συγκρότησαν σώμα τριακοσίων περίπου μαχητών και πήγαν στη Ρούμελη και το Μoριά, όπου αγωνίστηκαν μέχρι το τέλος της επανάστασης.

Ελληνόφωνος οπλαρχηγός, όπως και σώμα ελληνοφώνων από τη Μακεδονία, που να πήγε να βοηθήσει τους επαναστατημένους Γραικούς, δεν αναφέρεται απολύτως πουθενά.


Σε όλη την νεοελληνική βιβλιογραφία, τις εγκυκλοπαίδειες, τα δημοσιεύματα, τις επετειακές εκδηλώσεις κλπ. οι Καρατάσος, Γάτσος και οι μαχητές των σωμάτων τους αποκαλούνται σκέτα Μακεδόνες, χωρίς απολύτως κανέναν άλλο προσδιορισμό. Πουθενά δεν τους λένε «Σλάβους», «Βούλγαρους», «Βουλγαρόφωνους», «Βουλγαρομακεδόνες», «Σλαβόφωνους», «Σκοπιανούς» ή οτιδήποτε άλλο. «Σλαβόφωνους» τους λένε οι σύγχρονοι θιασώτες του «ελληνισμού», όταν θέλουν να υποστηρίξουν ότι οι «σλαβόφωνοι» Μακεδόνες είχαν ελληνική συνείδηση. Για να γίνουν πειστικοί αναφέρουν ως παράδειγμα τους Καρατάσο και Γάτσο.


Ένα άλλο χοντρό ψέμα που λένε γι’ αυτούς, είναι ότι πολέμησαν για την Ελλάδα. Αποκρύπτουν συνειδητά, ότι εκείνη την εποχή κράτος Ελλάδα δεν υπήρχε, ότι ο αγώνας εκείνος ήταν πανβαλκανικός και όλοι οι βαλκάνιοι επαναστάτες αλληλοβοηθιούνταν. Κατά την επανάσταση του 1821 στην Ελλάδα συμμετείχαν και Βούλγαροι, Σέρβοι (με τον Χατζηχρήστο), Βλάχοι, Αλβανοί, Ρουμάνοι κ.α.

Ο Τ.Καρατάσος μαζί με τον Βλάχο Γιωργάκη Ολύμπιο λίγα χρόνια νωρίτερα είχαν συμμετάσχει με μακεδονικό σώμα στην εξέγερση της Σερβίας. Μακεδονικό σώμα με επικεφαλής το Γιωργάκη Ολύμπιο και το Μακεντόνσκι είχε συμμετάσχει στην εξέγερση στη Μολδοβλαχία. Εκεί σκοτώθηκε ο Ολύμπιος και οι Βλάχοι της περιοχής συμμετείχαν στην εξέγερση της Νάουσας υπό την ηγεσία του Καρατάσου.


Πως τίμησε η Ελλάδα τους Επαναστάτες της Νάουσας;


Κατ’ αρχήν δεν ανταπέδωσε ποτέ στους Μακεδόνες την υποχρέωση που είχε απέναντί τους.

Ο γιός του Τάσου Καρατάσου, Δημήτριος, ήταν ανάμεσα σε αυτούς που φυλακίστηκαν μαζί με τον Κολοκοτρώνη και τον Πλαπούτα. Αποφυλακίστηκαν μόνο χάρη στην λαϊκή πίεση.

Μετά τη δημιουργία ελεύθερου ελληνικού κράτους, προσπάθησε να ευαισθητοποιήσει τους παράγοντες των Αθηνών ώστε να βοηθήσουν στην απελευθέρωση της Μακεδονίας, αλλά δεν βρήκε καμία ανταπόκριση.

Το 1854 δημιούργησε δικό του σώμα και αποβιβάστηκε στη Χαλκιδική, όπου προσπάθησε να ξεσηκώσει σε επανάσταση τους Μακεδόνες. Δεν τον βοήθησαν, όμως, ούτε η κυβέρνηση των Αθηνών ούτε οι μοναχοί του Αγίου Όρους και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει εκείνη την προσπάθεια.

Απογοητευμένος καταφεύγει στη Δύση, όπου προσπαθεί να εξασφαλίσει υποστήριξη. Για τον ίδιο λόγο πηγαίνει στη Σερβία, στην επανάσταση της οποίας είχε συμμετάσχει με μακεδονικό σώμα ο πατέρας του, όπου προσπαθεί να εξασφαλίσει την υποστήριξη των Σέρβων. Εκεί αρρώστησε και πέθανε πικραμένος από τη συμπεριφορά του ελληνικού κράτους.


Λίγα χρόνια αργότερα οι Μακεδόνες έκαναν άλλη μια επανάσταση. Είναι η γνωστή ως Επανάσταση του Ηλιντεν, το καλοκαίρι του 1903. Η σύνθεση των επαναστατικών σωμάτων είναι ακριβώς η ίδια με εκείνην της εξέγερσης του Βερμίου. Λίγο μεγαλύτερη φαίνεται να είναι η συμμετοχή των Βλάχων. Βλάχος ήταν ο οπλαρχηγός των Κορεστίων Καστοριάς, Μήτρος Βλάχος (Μήτρε Βλάβοτ), ο αρχιστράτηγος των επαναστατών του Κρουσόβου, Πήτου Γκούλη, ο Γκιόργκι Μουτσιτάνο, το σώμα του οποίου σε συνεργασία με το σώμα του Ζλατάν από την Γκολέσανη (Λευκάδια) Νάουσας, αιχμαλώτισαν, δίκασαν, καταδίκασαν και κρέμασαν τον Αγρα. Μαζί, όμως, με τους Μακεδόνες, των οποίων η γλώσσα είναι συγγενής με τη βουλγαρική, χαρακτηρίστηκαν Βούλγαροι και οι Βλάχοι, καθώς η επανάστασή τους χαρακτηρίστηκε βουλγαρική, γιατί έτσι εξυπηρετείται η προπαγάνδα των παραχαρακτών της ιστορίας.

Κατά την επανάσταση του Ίλιντεν υπήρχε επίσης ένας οπλαρχηγός (βοεβόδας) με το όνομα Καρατάσος, που κατάγονταν από το Όστροβο (Άρνισσα), ο οποίος ήταν αρχηγός των Κομιτών της περιοχής και δολοφονήθηκε από τον λοχία Κ. Γαρέφη.


Είναι γνωστό ότι οι παράγοντες του Πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης, αντί να βοηθήσουν τους υπόδουλους «αδελφούς χριστιανούς», υπονόμευσαν τον αγώνα τους.


Η Ελλάδα, αντί να ξεπληρώσει το χρέος της απέναντι στους Μακεδόνες του Καρατάσου και του Γάτσου και να βοηθήσει με τη σειρά της τον απελευθερωτικό αγώνα τους, τον υπονόμευσε με κάθε μέσον.

Στέλνει (1904-1908) παραστρατιωτικές ομάδες μισθοφόρων καθοδηγούμενες από αξιωματικούς του τακτικού της στρατού, οι οποίες τρομοκρατούν, εκβιάζουν, δολοφονούν, καταστρέφουν τους απογόνους εκείνων που έκαναν την επανάσταση της Νάουσας.

Στην περιοχή Ημαθίας, Πέλλας, όπου ήταν το επίκεντρο της επανάστασης του Βερμίου, ο Αντιμακεδονικός Αγώνας καθοδηγείται από τον υπολοχαγό Μαζαράκη και τον ανθυπολοχαγό Άγαπηνό (Άγρα).


Κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους έκανε, ότι έκανε το Οθωμανικό καθεστώς στη Νάουσα. Κατάστρεψε ακριβώς εκείνες τις πόλεις (π.χ. Ολοκαύτωμα του Κιλκίς, 1913) και τα χωριά που είχαν επιδείξει επαναστατική δραστηριότητα. Εξόντωσε και εξόρισε τους αντιστασιακούς Μακεδόνες. Στη συνέχεια εφάρμοσε την ίδια πολιτική με τους Οθωμανούς στην περίπτωση της Νάουσας και εγκατέστησε στις μακεδονικές περιοχές, μεταξύ των οποίων και στη Νάουσα, δικούς της εποίκους. Δεν επέτρεψε τον επαναπατρισμό ή την απλή επίσκεψη ακόμα και αυτών, που μετά την επανάσταση του Ήλιντεν αναγκάστηκαν να γίνουν οικονομικοί μετανάστες σε Αμερική, Καναδά, Αυστραλία κλπ. Απενατίας οι Οθωμανοί, παρόλο που είχαν χάσει από εκείνους εκατοντάδες στρατιώτες, τους είχαν δώσει αμνηστία.


Οι Μακεδόνες που έμειναν τελικά στην επικράτειά της Ελλάδας, τράβηξαν όσα δεν τράβηξαν στα 500 χρόνια οθωμανικής κατοχής. Η Ελλάδα σε κάθε ευκαιρία ξερίζωνε Μακεδόνες από τις εστίες τους και εγκαθιστούσε νέους εποίκους στις περιοχές τους. Αφαίρεσε περιουσίες και ξεπερνώντας ακόμα και τους «βάρβαρους» Οθωμανούς κατακτητές, τους απαγόρευσε ακόμα και τη μητρική τους γλώσσα, άλλαξε τα ονόματά τους, όπως και τα ονόματα των χωριών τους.


Σήμερα οι Μακεδόνες (οι Ντόπιοι, όπως μας αποκαλούν) ζουν σε καθεστώς πολιτικής τρομοκρατίας. Όποιος Μακεδόνας τολμήσει να μιλήσει και να ζητήσει αποκατάσταση της αξιοπρέπειας και των δικαιωμάτων του, γίνεται στόχος συκοφαντίας και λασπολογίας. Ευτυχώς οι διεθνείς οργανισμοί στους οποίους συμμετέχει η Ελλάδα και οι Συνθήκες τις οποίες έχει υπογράψει, δεν της επιτρέπουν να συνεχίσει τις διώξεις του παρελθόντος. Δεν επιτρέπει, όμως, την επιστροφή ή ακόμα και την απλή επίσκεψη στην πατρίδα τους σε πολλούς Μακεδόνες, ανάμεσα στους οποίους είναι και πολλοί απόγονοι των επαναστατών του Βερμίου.


Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο η Ελλάδα τίμησε στην πραγματικότητα τους επαναστάτες του Βερμίου και τα θύματα του ολοκαυτώματος της Νάουσας και των γύρω χωριών.

Ας σταματήσουν, λοιπόν, να λιβανίζουν στα μέρη μας τον «ελληνισμό» τους και την «ορθοδοξία» τους, γιατί αυτά πέρασαν από ‘δώ ως αχαριστία, ασέβεια, ρατσισμός, βαρβαρότητα, … Με χειρότερο δηλαδή τρόπο απ΄ότι πέρασε ο οθωμανισμός και ο ισλαμισμός.

Οι εντυπωσιακές τελετές που ετοιμάζονται για να τιμηθεί η πραγματικά μεγάλη αυτή επέτειος, είναι η αποθέωση της υποκρισίας. Οι λόγοι που εκφωνούνται κάθε χρόνο, αντιπροσωπεύουν την πλέον ακραία μορφή παραχάραξης της ιστορίας. Η γιορτή είναι στημένη από τους απογόνους εκείνων που δεν είχαν καμία σχέση, ούτε με την επανάσταση, ούτε με το ολοκαύτωμα και πολλοί από αυτούς ούτε καν με τον τόπο.

Θα συμμετάσχουν βέβαια και πολλοί Μακεδόνες της περιοχής, οι οποίοι όμως δεν είναι ελεύθεροι να εκφραστούν και να μάθουν την πραγματική τους ιστορία.


Εμείς συμμετέχουμε, αλλά δεν επιβραβεύουμε τους υποκριτές και τους ασεβείς παραχαράκτες.

Χειροκροτούμε τους σατιρικούς γενίτσαρους του αυθεντικού και βαθύτατα πολιτικοποιημένου μακεδονικού παραδοσιακού εθίμου, αλλά όχι τους πραγματικούς γενίτσαρους που το καπηλεύονται.

Την ιστορία μας και την ιστορία του τόπου μας την έγραψαν οι νικητές και την έγραψαν όπως ήθελαν. Αλλά η συγκυρία επιτρέπει και σε εμάς τους ηττημένους Μακεδόνες να γράψουμε την πραγματική μας ιστορία.

Το ελάχιστο που έχουμε χρέος να κάνουμε, ως φόρο τιμής για όλους τους αγώνες και τις θυσίες των προγόνων μας, είναι να αποκαταστήσουμε την αλήθεια και την ποδοπατημένη αξιοπρέπειά μας. Παράλληλα, θα διεκδικήσουμε και τα καταπατημένα δικαιώματά μας.

Η πραγματικότητα μπορεί να είναι πολύ πικρή για εμάς, αλλά η αλήθεια είναι ακόμα πιο πικρή για τους διώκτες μας.


Πώς πρέπει να τιμηθεί η Επανάσταση και το Ολοκαύτωμα;


- Ο Πρόεδρος του κράτους των Αθηνών και οι άλλοι επίσημοι, αν θέλουν πραγματικά να τιμήσουν τους ήρωες της Επανάστασης του Βερμίου, καθώς και τα θύματα του Ολοκαυτώματος της Νάουσας και των γύρω χωριών, το πρώτο που οφείλουν να κάνουν, είναι να ζητήσουν συγγνώμη για τη συμπεριφορά τους προς τους απογόνους τους.


- Κατά τον επίσημο εορτασμό της επετείου να συμπεριλάβουν και παραδοσιακά τραγούδια των μαχητών που έκαναν την επανάσταση (μακεδονικά και βλάχικα) και να επαναφέρουν τα πραγματικά ονόματα των ηρωiκών χωριών που σήκωσαν το κύριο βάρος της επανάστασης και καταστράφηκαν από τους κατακτητές.


- Να σταματήσουν, επιτέλους, τον ανελέητο διωγμό που έχουν εξαπολύσει εναντίον μας και συνεχίζουν ασταμάτητα εδώ και εκατό και πλέον χρόνια.


- Να αρχίσουν αμέσως διάλογο με τους Μακεδόνες ακτιβιστές, ώστε να παρθούν μέτρα αποκατάστασης των συνεπειών της ρατσιστικής πολιτικής του ελλαδικού κράτους σε βάρος των ντόπιων της Μακεδονίας.


- Να σταματήσουν την εχθρική πολιτική εναντίον της Δημοκρατίας Μακεδονίας, η οποία εξ άλλου είναι ανόητη. Ακόμα και να δεχθεί αυτή, κάτω από την πίεση της Ελλάδας, κάποιο συμβιβασμό στο θέμα του εθνικού αυτοπροσδιορισμού, εμείς οι Μακεδόνες δεν πρόκειται να τον αποδεχθούμε ποτέ. Δεν πρόκειται να κάνουμε ποτέ, με κανέναν και κανενός είδους διάλογο για το όνομά μας.


- Εμείς δεν έχουμε πάρει απολύτως τίποτα από κανέναν και δεν χρωστάμε απολύτως τίποτα σε κανέναν. Απεναντίας, μας έχουν πάρει πάρα πολλά και μας χρωστάνε.


- Όσοι θέλουν να αυτοαποκαλούνται δημοκράτες, οφείλουν να συμπαρασταθούν στον αγώνα μας και το ελάχιστο που οφείλουν να κάνουν, είναι να μας αποκαλούν, όπως αποκαλούν του προγόνους μας μαχητές των σωμάτων του Καρατάσου και του Γάτσου: σκέτα Μακεδόνες.

Η χρήση κάθε άλλης ονομασίας είναι καταπάτηση της αρχής του δικαιώματος του αυτοπροσδιορισμού και κατά συνέπεια καταπάτηση της δημοκρατίας.


Υ.Γ. 1. Σήμερα 21-4-2009 είναι επέτειος της επιβολής της Χούντας του 1967, η οποία κατάργησε τη δημοκρατία στην Ελλάδα για επτά χρόνια. Η Χούντα που επιβλήθηκε σ΄εμάς τους Μακεδόνες πριν 97 χρόνια δεν λέει να πέσει ακόμα, γιατί την στηρίζει η πλειοψηφία των πολιτών και των πολιτικών δυνάμεων, που παρ΄ όλα αυτά καταχρηστικά αυτοαποκαλούνται δημοκρατικές.



Υ.Γ. 2. Μπορείτε να ΣΤΕΙΛΕΤΕ την παρούσα ανάρτηση όπου θέλετε, κάνοντας κλικ στο φακελάκι που βρίσκεται παρακάτω, δίπλα στη ένδειξη σχόλια.