Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οχρίδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οχρίδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 16 Μαΐου 2009

Η Φιλολογική Σχολή Οχρίδας και οι Βούλγαροι



Η Οχρίδα (Охрид) είναι πόλη χτισμένη στα παράλια της ομώνυμης λίμνης, που αποτελεί το νοτιοδυτικό όριο της Δημ. Μακεδονίας με την Αλβανία.
Η λίμνη κατά την αρχαιότητα ονομάζονταν Λύχνιδα. Ακόμα και σύμφωνα με την κρατούσα άποψη στην Ελλάδα, βάσει της οποίας, Μακεδονία πρέπει να ονομάζεται η περιοχή που καταλάμβανε το μακεδονικό κράτος την εποχή του Φιλίππου Β’, η Οχρίδα βρισκόταν στα όρια εκείνου του κράτους.

Εκεί βάζει τα δυτικά όρια της αρχαίας Μακεδονίας και ο Ρωμαίος γεωγράφος Στράβωνας (63 π.Χ.-23 μ.Χ). Η οροσειρά που αρχίζει από τη δυτική όχθη της λίμνης και απλώνεται κατά μήκος των μακεδονοαλβανικών και μακεδονοκοσοβαρικών συνόρων είναι τα όρη Σκάρδος (Σαρ – Шар), που σύμφωνα με τον Στράβωνα αποτελούσαν τα βορειοδυτικά όρια της Μακεδονίας. Ο δρυμός που απλώνεται προς βορά της Οχρίδας και σήμερα ονομάζεται Μέλας Δρυμός (Τς΄ρνι Ντριμ – Црни Дрим).

Η πόλη ανακαινίστηκε από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό (527-565) και αναφέρεται και ως Ιουστινιανή Πρώτη (Justiniana Prima).
Η Unesko έχει ανακηρύξει την Οχρίδα ως μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς και την έχει υπό την προστασία της.

Την Οχρίδα επέλεξαν οι συνεργάτες των Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου για να συνεχίσουν το έργο που άρχισαν στη Μοραβία (σημερινή Τσεχία).
Ο ηγεμόνας της Μοραβίας Ρόστισλαβ ανατράπηκε και η Μοραβία περιήλθε υπό την επιρροή της γερμανο-λατινικής «Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας».
Ο Μεθόδιος περιορίστηκε σε ένα μοναστήρι, όπου και πέθανε το 885. Οι περισσότεροι συνεργάτες του αναγκάστηκαν να επιστρέψουν στη Μακεδονία, όπου συνέχισαν το έργο τους.

Είναι σημαντικό να θυμίσουμε, ότι ο Μεθόδιος προσκλήθηκε από τον αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης, Βασίλειο Α’, τον οποίο και επισκέφτηκε το 880-881. Ο Βασίλειος, βλέποντας τη στροφή των βαλκανικών πληθυσμών προς τον πάπα της Ρώμης, θορυβήθηκε και αναγκάστηκε να παραχωρήσει σε αυτούς το δικαίωμα μόρφωσης στη γλώσσα τους.

Οι σημαντικότεροι συνεργάτες των Κυρίλλου και Μεθοδίου ήταν οι Κλήμεντας (Κλήμης – Клименд) και Ναούμ (Наум), οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στην Οχρίδα. Αυτοί θεωρούνται και οι ιδρυτές της Φιλολογικής Σχολής Οχρίδας, αλλά και προστάτες της πόλης.

Στη Σχολή διδάσκονταν κυρίως λογοτεχνία, θεολογία και φιλοσοφία. Η πόλη έγινε το σημαντικότερο πνευματικό κέντρο της ευρύτερης περιοχής.
Ακόμα και οι ελληνικές εγκυκλοπαίδειες αναφέρουν ότι φοίτησαν στις σχολές της Οχρίδας περίπου 3.500 ιερείς και διδάσκαλοι, αριθμός πάρα πολύ μεγάλος για την εποχή εκείνη. Εκείνοι με τη σειρά τους διέδωσαν την κυριλλική κουλτούρα στην ευρύτερη περιοχή. Αρκετοί από εκείνους μετέβησαν και σε άλλες σλαβόφωνες χώρες, όπου διέδωσαν την κυριλλική γραμματεία.

Αργότερα η κυριλλική γραφή και γλώσσα θα καλλιεργηθούν και σε πολλά μοναστήρια του Αγίου Όρους.
Άγιο Όρος ονομάστηκε το όρος Άθω και η ομώνυμη χερσόνησος της Χαλκιδικής, επειδή είναι αφιερωμένη στη λατρεία του Πατέρα Θεού.

Τάτο στα σύγχρονα μακεδονικά είναι ο πατέρας (τάτκο=πατερούλης), ενώ σε αρχαιότερες διαλέκτους αναφέρεται και ως άτο. Το όρος, δηλαδή, είναι αφιερωμένο στον Άτο, δηλαδή τον Πατέρα.
Είναι γνωστό ότι στα αρχαία ελληνικά υπήρχε και πτώση (δοτική) ονομάτων σύμφωνα με την οποία το «εις τον Άτο» προφέρονταν «τω Άτω» ή σκέτο Άτω, με υπογεγραμμένη στο –ω-, την οποία δεν βρίσκω στο πληκτρολόγιό μου.
Το όρος πράγματι ήταν αφιερωμένο στον Πατέρα Θεό και πριν την επικράτηση του χριστιανισμού. Ο Όμηρος αναφέρει ότι στην κορυφή υπήρχαν βωμοί παλιάς θρησκείας. Οι χριστιανοί δεν το επέλεξαν τυχαία για να το αφιερώσουν στον Άτο (Πατέρα). Η λέξη είναι πιθανότατα Πελασγική.

Από την ίδια ρίζα προέρχεται και το όνομα της θεάς Αθηνάς, το οποίο δεν είναι ελληνικό, αλλά προελληνικό. Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία ήταν κόρη του Δία, αλλά δεν γεννήθηκε από τη σύζυγό του Ήρα, όπως οι άλλοι θεοί, αλλά βγήκε απευθείας από το κεφάλι του Πατέρα, δηλαδή του Άτο, και γι΄αυτό ονομάστηκε Άτηνα.

Είναι γνωστό ότι το γράμμα θ, που είχε η ελληνική γλώσσα, όπως και άλλες ανατολικές γλώσσες, δεν το είχαν άλλοι λαοί στην Ευρώπη. Στα λατινικά γράφεται ως th, ενώ στα κυριλλικά ως Τ. Σήμερα πολλοί λαοί των Βαλκανίων, μεταξύ των οποίων και οι Μακεδόνες, λένε την Αθήνα, Άτηνα.
Το ότι η θεά Αθηνά γεννήθηκε από το κεφάλι του πατέρα (Άτο) Δία και όχι από μητέρα, και ότι το Άγιο Όρος είναι αφιερωμένο «τω Άτ(θ)ω», δεν μπορεί να είναι τυχαία, ούτε δική μου επινόηση.

Η λέξη άτο ή τατο είναι μία από εκείνες, οι οποίες έκαναν το γυμνασιάρχη του ελληνικού γυμνασίου Μπίτολας Κων. Τσιούλκα, να γράψει το 1903, στο βιβλίο του που εκδόθηκε στην Αθήνα το 1907, «ΣΥΜΒΟΛΑΙ ΕΙΣ ΤΗΝ ΔΙΓΛΩΣΣΙΑΝ ΤΩΝ ΜΑΚΕΔΟΝΩΝ, ΕΚ ΣΥΓΚΡΙΣΕΩΣ ΤΗΣ ΣΛΑΒΟΦΑΝΟΥΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗΝ», ότι «στη μακεδονική γλώσσα υπάρχουν 1260 λέξεις ομηρικής προέλευσης, ενώ στην κοινή ελληνική γλώσσα έχουν διασωθεί μόνον 650».

Η Θεσσαλονίκη, η Οχρίδα και δευτερευόντως το Άγιο Όρος, ήταν τα κέντρα όπου δημιουργήθηκε, καλλιεργήθηκε και διαδόθηκε η κυριλλική γραφή και η λογοτεχνική γλώσσα, πρόδρομος της σύγχρονης μακεδονικής γλώσσας.

Οι Βούλγαροι και η μακεδονική γλώσσα

Κάτι στο οποίο συμφωνούν όλοι οι ιστορικοί, είναι η καταγωγή των Βουλγάρων. Στην εγκυκλοπαίδεια «Νέα Δομή» διαβάζουμε, κάτι που γράφουν και άλλες εγκυκλοπαίδειες.
«Η Βουλγαρία οφείλει το όνομά της στο μογγολικό λαό των Βουλγάρων, που κατά τον 7ο αι. εισέβαλε στη χώρα (τη Μοισία των Ρωμαίων και των Βυζαντινών) και επιβλήθηκε στις σλαβικές φυλές από τις οποίες πήρε τη γλώσσα, τους εθνικούς χαρακτήρες και το γεωργικό και ποιμενικό τρόπο ζωής.»

Συνήθως αγνοείται το γεγονός, ότι στις περιοχές της Βαλκανικής όπου είχαν εγκατασταθεί Σλάβοι, υπήρχαν και άλλοι λαοί, όπως Θράκες, Ιλλυριοί, Σκύθες, Δάκες, λατινόφωνοι – ελληνόφωνοι Ρωμιοί κλπ. Εκείνοι οι λαοί ασφαλώς δεν εξαφανίστηκαν, αλλά ανακατεύτηκαν με τους Σλάβους και είτε εκσλαβίστηκαν, όπως αργότερα οι Βούλγαροι, είτε η γλώσσα τους ήταν συγγενική με αυτήν των νέων πληθυσμών, οπότε αλληλοεπηρεάστηκαν και δημιουργήθηκαν νέες γλώσσες, οι οποίες χαρακτηρίζονται σλαβικές.

Οι Βούλγαροι επομένως «εκσλαβίστηκαν» επειδή ήταν μειοψηφία.
Στα κράτη επομένως που δημιούργησαν κατά διαστήματα, πλειοψηφούσαν άλλοεθνείς πληθυσμοί και όχι βουλγαρικοί. Τους υπηκόους, όμως, εκείνων των κρατών, οι Βυζαντινοί και οι Νεοέλληνες, τους αποκαλούν γενικώς Βούλγαρους.

Η γραφή και η γλώσσα που χρησιμοποιούσε η άρχουσα τάξη του κράτους των Βουλγάρων μέχρι τα τέλη του 9ου αιώνα, ήταν η ελληνική. Μετά τη δημιουργία της κυριλλικής γραφής και την καλλιέργεια της λογοτεχνικής γλώσσας της νοτιοδυτικής Μακεδονίας με επίκεντρο την Οχρίδα, υιοθέτησαν εκείνη τη γραφή και γλώσσα. Φυσικά, καθώς δεν υπήρχε εκπαιδευτικό σύστημα και μέσα ενημέρωσης, ο λαός της Βουλγαρίας, κράτησε τη διάλεκτό του, η οποία επηρεάστηκε πολύ λιγότερο από τη μακεδονική λογοτεχνική γλώσσα της εποχής.
Οι Βούλγαροι επομένως, ούτε δημιούργησαν, ούτε έδωσαν γλώσσα σε άλλους. Απεναντίας, εγκατέλειψαν τη γλώσσα τους και υιοθέτησαν την κυριλλική γραφή που δημιουργήθηκε στη Μακεδονία και πήραν στοιχεία της μακεδονικής γλώσσας.

Αυτή είναι η πραγματικότητα, την οποία σε γενικές γραμμές δεν αμφισβητεί κανένας. Από τις αρχές, όμως, της δεκαετίας του ΄90, οπότε αναζωπυρώθηκε το Μακεδονικό, Βούλγαροι και Νεοέλληνες βάλθηκαν να μας πείσουν, ότι η μακεδονική γλώσσα είναι διάλεκτος της Βουλγαρικής.
Η πραγματικότητα, όμως, είναι ακριβώς αντίθετη.

Αντιστρέφοντας την ιστορική πραγματικότητα, για προφανείς πολιτικούς λόγους, είναι σαν να υποστηρίζουν ότι οι κάτοικοι της νοτιοδυτικής Μακεδονίας, μεταξύ των οποίων και οι Άγιοι Κύριλλος, Μεθόδιος, Κλήμεντας και Ναούμ, είναι Βούλγαροι ή ότι εκείνοι πήραν τη γλώσσα από τους Βουλγάρους ή ότι η Μακεδονία –και μάλιστα η νοτιοδυτική- είναι τμήμα της Βουλγαρίας.

Κυριακή 10 Μαΐου 2009

Ο Κύριλλος και ο Μεθόδιος τιμώνται, η κυριλλική γραφή και γλώσσα καταδιώκονται

Στις 11 Μαϊου εορτάζεται η μνήμη των Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου από την εκκλησία της Ελλάδας. Η εορτή καθιερώθηκε μόλις τη δεκαετία του ’60.

Το Μάϊο του 1993, όταν ο εθνικιστικός πυρετός για το Μακεδονικό ήταν στο απόγειό του, το Υπουργείο Παιδείας με εγκύκλιό του έδωσε εντολή να τιμηθεί η γιορτή «με εκκλησιασμό όλων των μαθητών» και «ομιλία για τη ζωή και το έργο των Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου».

Οι ακτιβιστές της ΜΑ.ΚΙ.Β.Ε. επαίνεσαν αμέσως, μέσω της εφημερίδας «Ζόρα», εκείνη την ενέργεια της κυβέρνησης, γιατί τιμούσε επιτέλους δυο μεγάλες προσωπικότητες της Μακεδονίας, διεθνούς μάλιστα εμβέλειας.
Προχώρησαν, όμως, και σε μία παραίνεση που προκάλεσε αμηχανία:
«Καιρός είναι να τιμηθεί και το έργο τους, που είναι η κυριλλική γραφή και η διαμόρφωση της γλώσσας στην οποία μετέφρασαν τα εκκλησιαστικά συγγράμματα».

Μόνο χάρη στην αναζωπύρωση του Μακεδονικού στις αρχές της δεκαετίας του ’90 θυμήθηκαν τους δυο Μακεδόνες αγίους. Αυτούς τους Θεσσαλονικείς τιμούσαν μέχρι τότε σε πάρα πολλές χώρες, κυρίως της ανατολικής Ευρώπης, ενώ στον τόπο καταγωγής τους καθόλου.
Το 1980 ο πάπας Ιωάννης Παύλος ο Β’ τους ανακήρυξε σε συμπροστάτες της Ευρώπης μαζί με τον Άγιο Βενέδικτο.
Επί πλέον όλοι τους ήξεραν ως σλαβόφωνους Μακεδόνες, κάτι που, λόγω Μακεδονικού έπρεπε να αλλάξει.

Στη Θεσσαλονίκη ολοκλήρωσαν σε χρόνο ρεκόρ ιερό ναό προς τιμή τους.
Το 1992 δημιούργησαν χορωδία του Ι.Ν. Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου, η οποία βέβαια δεν ψέλνει στη γλώσσα τους, ούτε προωθεί την κυριλλική γραφή. Δημιουργήθηκε για πολιτικούς λόγους
Η χορωδία προωθήθηκε από την ελλαδική εκκλησία και κυρίως από τον αντιμακεδόνα μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Άνθιμο, και δεν περιορίζεται στην εξυπηρέτηση των αναγκών του ναού, αλλά κάνει δεκάδες περιοδείες στην Ελλάδα και το εξωτερικό (πάνω από 250!!!).

Υπόψη ότι ο Άνθιμος κατάγεται από τον Πύργο Ηλείας και το επώνυμό του είναι Ρούσας. Ρούσα στα μακεδονικά λέγεται η ξανθή. Προφανώς κατάγεται από τους εξελληνισμένους Σλάβους της Πελλοπονήσου.
Υποστηρίζει όμως, όπως και πολλοί άλλοι, ότι οι Κύριλλος και Μεθόδιος «δεν είναι Σλάβοι, αλλά Έλληνες ιεραπόστολοι».
Ότι λάμπει από το παρελθόν, δικό τους είναι.
Αγνοούν ότι την εποχή εκείνη, καθώς και τουλάχιστον άλλα χίλια χρόνια πριν, δεν υπήρχε λαός ή άτομα που να αποκαλούνται Έλληνες στην καταγωγή.

Η ζωή και η δράση Κυρίλλου και Μεθοδίου

Ήταν γιοί του Ρωμαίου (Βυζαντινού) αξιωματούχου Λέοντα και γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στη Θεσσαλονίκη. Υπάρχουν αναφορές που λένε ότι επισκέπτονταν συχνά τους συγγενείς τους στο Σοχό Θεσσαλονίκης, κάτι που σημαίνει ότι γενέτειρα των γονιών τους ή κάποιου από αυτούς ήταν ο Σοχός.

Ο μεγαλύτερος αδελφός, ο Μεθόδιος (820-885) είχε το κοσμικό όνομα Μιχαήλ και εκπαιδεύτηκε για να καταλάβει κρατικά αξιώματα.
Ο Κύριλλος (827-869) είχε το κοσμικό όνομα Κωνσταντίνος και σπούδασε φιλολογία, φιλοσοφία και θεολογία. Εκτός από τη μητρική του γλώσσα γνώριζε και ελληνικά, λατινικά, εβραϊκά, αραβικά κ.α.
Ήταν συνεργάτης του πατριάρχη Φώτιου, ο οποίος τον χρησιμοποίησε σε αποστολές όχι μόνο θρησκευτικού χαρακτήρα, αλλά και πολιτικού.
Το 860 τον έστειλε στην Κριμαία με σκοπό να διαδώσει εκεί το χριστιανισμό.

Το 862 ο ηγεμόνας της Μοραβίας (σημερινή Τσεχία) Ρόστισλαβ επεδίωξε συμμαχία με το Βυζάντιο, από το οποίο ζήτησε ιεροκήρυκες για να διδάξουν το χριστιανισμό στους λαούς της περιοχής. Ο λόγος ήταν καθαρά πολιτικός.

Ο Ροστισλαβ κατάφερε να αυτονομηθεί από την αυτοκρατορία των Φράγκων, οι οποίοι ως γνωστό αυτοαποκαλούνταν αυτοκράτορες της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και είχαν βλέψεις στα Βαλκάνια. Εκείνοι υπονόμευαν την αυτονομία του, χρησιμοποιώντας ως δούρειο ίππο τον χριστιανισμό του πάπα, ο οποίος είχε ως επίσημη γλώσσα τη λατινική.

Ο Ροστισλαβ αναγκάστηκε να στραφεί προς το Βυζάντιο και μιμούμενος το παράδειγμά του, που χρησιμοποιώντας ως ενοποιητικό στοιχείο τον ελληνόφωνο χριστιανισμό, είχε καταφέρει να επιβληθεί σε πολλούς λαούς, επιχείρησε να χρησιμοποιήσει τον χριστιανισμό ως στοιχείο ενίσχυσης της εξουσίας του.
Επειδή όμως οι λαοί της περιοχής, παρά τις λατινικές επιρροές, ομιλούσαν σλαβικές διαλέκτους, σκέφτηκε την ανάδειξη αυτών των διαλέκτων ως εκκλησιαστικής και κρατικής γλώσσας.

Ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Μιχαήλ Γ’ και ο πατριάρχης Φώτιος διείδαν τα εκκλησιαστικά και πολιτικά οφέλη και ως «συμμαχική βοήθεια» έστειλαν στον Ροστισλαβ του ιεραπόστολους Κύριλλο και Μεθόδιο.

Η επιλογή τους δεν μπορεί να ήταν τυχαία. Η δημιουργία αλφαβήτου και η μετάφραση των χριστιανικών βιβλίων σε μια άλλη γλώσσα, που μέχρι τότε δεν είχε δική της γραφή και δεν διδάσκονταν στις βυζαντινές σχολές, δεν είναι εύκολο να γίνει μέσα σε λίγους μήνες, από κάποιους που δε γνώριζαν καλά εκείνη τη γλώσσα και δεν είχαν ασχοληθεί σοβαρά με αυτό το ζήτημα.

Το 863 οι Κύριλλος και Μεθόδιος μαζί με μια ομάδα ιεραποστόλων εγκαταστάθηκαν στην πρωτεύουσα της Μοραβίας και δημιούργησαν σχολή, όπου δίδασκαν τη νέα γραφή που δημιούργησε ο Κύριλλος (κυριλλική) και τη γραμματική της γλώσσας. Παράλληλα άρχισαν να βαπτίζουν και τους πρώτους σλαβόφωνους χριστιανούς της περιοχής.

Όπως ήταν επόμενο ο γερμανο-λατινικός κλήρος δεν έβλεπε με καλό μάτι τη δράση των Θεσσαλονικέων ιεραποστόλων. Τους κατηγόρησε ότι παραβιάζουν το τριγλωσσικό δόγμα, βάσει του οποίου τα ιερά ευαγγέλια έπρεπε να διδάσκονται μόνο στα ελληνικά, λατινικά και εβραϊκά.

Ο Κύριλλος και ο Μεθόδιος οδηγήθηκαν στη Ρώμη για απολογία. Κατάφεραν όμως να πείσουν τον πάπα Ανδριανό Β΄, ότι δεν ήταν σωστό και δίκαιο, οι λαοί με σλαβικές γλώσσες να μη μπορούν να δοξολογούν το θεό στη γλώσσα τους.
Ο πάπας ενέκρινε το έργο τους και ευλόγησε τα βιβλία τους. Χειροτόνησε μάλιστα τον Μεθόδιο επίσκοπο Μοραβίας και Σλοβενίας.

Ο Κύριλλος παρέμεινε στη Ρώμη όπου λίγο αργότερα αρρώστησε και πέθανε (869). Η ταφή του έγινε με μεγάλες τιμές από τον πάπα.


Ο Μεθόδιος συνέχισε το έργο του, αλλά η εκθρόνιση του Ροστισλαβ από τους Φράγκους το 873 δημιούργησε πολλά προβλήματα στην ιεραποστολή. Το μεγαλύτερο μέρος της ιεραποστολής αναγκάστηκε να μετακινηθεί νοτιοανατολικά, όπου συνέχισε το έργο της.

Το Βυζάντιο προσπάθησε να προσεταιριστεί και πάλι τον Μεθόδιο, ο οποίος μετέβει στην Κωνσταντινούπολη και αποκατέστησε σε κάποιο βαθμό τις σχέσεις του με αυτό.
Μέχρι τότε οι λαοί του Βυζαντίου με διαφορετική μητρική γλώσσα από την επίσημη ελληνική, ήταν υποχρεωμένοι να μορφώνονται μόνο στα ελληνικά, κάτι που φυσικά προκαλούσε τη δυσαρέσκειά τους.
Η προσχώρηση των ιεραποστόλων της ομάδας του Κυρίλλου και Μεθοδίου στην παπική εκκλησία, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό σε αυτή τη δυσαρέσκεια.
Η αναγνώριση του πάπα στους σλαβόφωνους πληθυσμούς των Βαλκανίων να καλλιεργήσουν τη γλώσσα τους και να την χρησιμοποιούν ως εκκλησιαστική και λογοτεχνική γλώσσα, ήταν φυσικό να προκαλέσει την συμπάθειά τους και την στροφή τους προς αυτόν.

Ο φόβος ότι οι σλαβόφωνοι των Βαλκανίων θα στραφούν προς τον πάπα και τους Δυτικούς, είναι εκείνος που ανάγκασε το πολιτικοστρατιωτικό και εκκλησιαστικό κατεστημένο του Βυζαντίου να παραχωρήσει και να σεβαστεί αυτό το δικαίωμα στους σλαβόφωνους υπηκόους του.
Υπόψη ότι εκείνη η δυσαρέσκεια είχε οδηγήσει μεγάλο μέρος των σλαβόφωνων στη συστράτευση με τους Βούλγαρους, που το 852 αποσχίστηκαν από το Βυζάντιο και δημιούργησαν ανεξάρτητο κράτος. Από τότε οι Βυζαντινοί ταυτίζουν τους σλαβόφωνους με τους Βούλγαρους.

Το μεγαλύτερο μέρος της ιεραποστολής της Μοραβίας επέστρεψε στη Μακεδονία και δημιούργησε μορφωτικό και θεολογικό κίνημα με επίκεντρο την Οχρίδα.
Έτσι έγινε η αρχή της χειραφέτησης της μακεδονικής γλώσσας και λογοτεχνίας, η οποία βέβαια εντάσσεται στη σλαβική ομάδα γλωσσών, αλλά έχει και πολλά ελληνικά, λατινικά, αρχαιομακεδονικά, θρακο-ιλλυρικά και άλλα γλωσσικά στοιχεία.
Όλα αυτά τα στοιχεία, όσο και αν δεν αρέσει σε μερικούς, αποτελούν μέρος της μακεδονικής πολιτιστικής ταυτότητας.

Έναν αιώνα μετά θα δημιουργηθεί το κράτος του Σαμουήλ το οποίο θα ιδρύσει το πατριαρχείο Οχρίδας. Οι Βυζαντινοί, ακόμα και μετά την κατάλυση του κράτους του Σαμουήλ (1018), θα σεβαστούν το δικαίωμα των ντόπιων της Μακεδονίας να συνεχίσουν να καλλιεργούν την κουλτούρα τους, αλλά και δεν θα σταματήσουν να την υπονομεύουν όσο μπορούν, κάτι που συνεχίζουν μέχρι σήμερα.

Το Βυζάντιο αναγκάστηκε, πριν χίλια περίπου χρόνια, να επιτρέψει την καλλιέργεια της κυριλλικής γραφής και της μακεδονικής διαλέκτου της εποχής εκείνης, που εξελήχθηκε στη σύγχρονη μακεδονική γλώσσα.

Η Ελλάδα αναγκάστηκε για πολιτικούς λόγους να τιμήσει τους Θεσσαλονικείς θεμελιωτές της σύγχρονης μακεδονικής γλώσσας, Κύριλλο και Μεθόδιο, κάτι που δεν έκαμνε μέχρι το 1993.
Είναι μια καλή αρχή.

Οι Μακεδόνες ανέκαθεν τιμούσαν και θα συνεχίσουν να τιμούν τους Θεσσαλονικείς Αγίους Κύριλλο και Μεθόδιο.

Τετάρτη 15 Απριλίου 2009

Ο Ιουστινιανός ήταν Σκοπιανός και όχι Σλάβος

Η 7η παρατήρησή στην ανάρτηση «Ιστορία της αρχιεπισκοπής Οχρίδας», προκάλεσε άμεση αντίδραση στο αντίπαλο μπλογκ. «H απάτη για τη Σλαβική καταγωγή του Ιουστινιανού».

Ο «Ιστορικός του Ελληνικού Έθνους», λοιπόν, ένας από τους κυριότερους δημιουργούς του ελληνικού μύθου, Κ. Παπαρρηγόπουλος, δημιούργησε αυτή την απάτη και παρουσίασε τον Ιουστινιανό ως Ουπράβδα, (δηλαδή Σλάβο), εμφανίζεται ως ανακριβής.

Τα έγγραφα της Μονής του Αγίου Όρους στα οποία στηρίχθηκε η άποψη αυτή, πιθανόν να είναι ανακριβή. Πιθανόν να ονόμαζαν το Ιουστινιανό, Ουπράβδα (Δίκαιο) οι Σλάβοι που εγκαταστάθηκαν στην περιοχή, κάτι που μπέρδεψε τους συγγραφείς των εγγράφων και παραπλάνησε τον Παπαρρηγόπουλο.
Πιθανόν, όμως, και να είχε σλαβική καταγωγή. Σλάβοι εγκαταστάθηκαν στα Βαλκάνια μαζικά από τις αρχές του 6ου αιώνα, αλλά μικρή παρουσία τους αναφέρεται πολύ νωρίτερα.
Ο αυτοκράτορας Τραϊανός (98-117 μ.Χ.) αναφέρει ότι όταν κυρίευσε τη Δακία (σημερινή Ρουμανία), μεταξύ των κατοίκων της υπήρχαν και Σλάβοι. Εκείνοι οι Σλάβοι έγιναν πλέον Ρωμαίοι.

Ο χρονικογράφος Ιωάννης από την Έφεσο, Σύρος στην καταγωγή και φίλος του Ιουστινιανού, λέει ότι εκατό χιλιάδες Σλάβοι εγκαταστάθηκαν στην Πελοπόννησο. Το ίδιο αναφέρει και ο Ευάγριος ο Σχολαστικός, επίσης Σύρος στην καταγωγή.
Και οι δύο έχουν ελληνικά ονόματα και έγραφαν στα ελληνικά. Το ίδιο έκαναν και όλοι οι μορφωμένοι αλλοεθνείς του Βυζαντίου, που τελικά έγιναν Ρωμιοί και είναι οι πρόγονοι των Νεοελλήνων. Αναφορές για τέτοια μαζική εγκατάσταση Σλάβων στη Μακεδονία δεν υπάρχουν.

Εδώ και χρόνια έχει καταργηθεί ως αναξιόπιστος ιστορικός ο Γιάννης Κορδάτος και το έργο του δεν κυκλοφορεί πλέον. Παραθέτω ένα κομμάτι από το βιβλίο του ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΑΔΑΣ (τόμος Γ΄, σελ.16), για να γίνει κατανοητός ο λόγος της κατάργησης αυτής, όπου γράφει:

«Έτσι κατά τον 5ο αιώνα [π.Χ.], από το ανακάτεμα αυτό [Ιλλυριούς, Φρύγες, Παίονες, Μολοσσούς κλπ] σχηματίστηκε η μακεδονική φυλή που είχε δική της γλώσσα (3) και ξεχώριζε από τους άλλους λαούς της Βαλκανικής….
Οι Έλληνες όμως αν και οι Μακεδόνες βασιλιάδες καθώς και οι αυλικοί και οι ευγενείς μιλούσαν την ελληνική γλώσσα και ισχυρίζονταν πως κατάγονταν από τους Ηρακλείδες, τους χαρακτήριζαν β α ρ β α ρ ο υ ς και α λ λ ό φ υ λ ο υ ς.
Στο χαρακτηρισμό αυτόν είναι ομόφωνη η αρχαία ελληνική παράδοση. Όχι μόνο ο Δημοσθένης αλλά και ο Θουκυδίδης και όλοι σχεδόν οι Έλληνες συγγραφείς αποκαλούν τους Μακεδόνες Βαρβάρους.
(3) Η αρχαία μακεδονική γλώσσα ήταν φυσικό να πλουτιστεί με λέξεις φρυγικές, ιλλυρικές, παιονικές, θεσσαλικές και αργότερα με ελληνικές.»

Στον τόμο Β΄σελ. 172 γράφει: «Οι αρχαίοι ιστορικοί δε θεωρούσαν την Ήπειρο (4) ελληνική περιοχή, γι’ αυτό τα βόρεια σύνορα της Ελλάδας από Ανατολικά έφταναν ίσαμε τον Όλυμπο και στα Δυτικά στον Αμβρακικό κόλπο.» …
«(4) Το τοπωνύμιο Ήπειρος δεν είναι ελληνικό, αλλά προελληνικό».

Ο Γιάννης Κορδάτος δεν απορρίφθηκε μόνο από τους αστούς ως κομμουνιστής, αλλά και από το ίδιο το ΚΚΕ. Ο Παπαρρηγόπουλος είχε απορριφθεί από τους κομμουνιστές και τώρα απορρίπτεται εν μέρει και από τους αστούς.

Ο Ιουστινιανός γεννήθηκε σε χωριό των Σκοπίων. Στην καταγωγή αναφέρεται ως Ιλλυριός. Μπορεί να ήταν όντως ιλλυρικής καταγωγής, αλλά το πιθανότερο είναι να χαρακτηρίστηκε Ιλλυριός, λόγω του γεγονότος ότι εκείνη την εποχή η Μακεδονία και γενικά τα Δυτικά Βαλκάνια ανήκαν στο Ιλλυρικό Θέμα.

Η Οχρίδα αναφέρεται από τους Βυζαντινούς και ως Ιουστινιανή Πρώτη (Justiniana Prima). Αυτό δείχνει ότι ή την ίδρυσε ο Ιουστινιανός ή την ανακαίνισε. Στο αντίθετο άκρο της Μακεδονίας ίδρυσε άλλη μια πόλη, την Κιουστεντίλ, η οποία έμεινε γνωστή και με το όνομα Ιουστινιανή Δευτέρα. Σήμερα βρίσκεται στη βουλγαρική επικράτεια (Μακεδονία του Πιρίν), 22 χιλιόμετρα από τα ανατολικά σύνορα της Δημ. Μακεδονίας με τη Βουλγαρία.

Το όνομα της πόλης των Σκοπίων δεν είναι σλαβικό, καθώς έτσι ονομαζόταν και κατά την αρχαιότητα (Σκούπι). Έτσι, λοιπόν, Οχρίδα, Σκόπια και Κιουστεντίλ δεν είναι σλαβικές πόλεις και υπήρχαν κατά τον 6ο αιώνα, οπότε εμφανίζεται μαζική εγκατάσταση Σλάβων σε όλη τη Βαλκανική χερσόνησο.

Ο δρυμός που αρχίζει από τη λίμνη της Οχρίδας και εκτείνεται προς βορρά κατά μήκος των Αλβανικών συνόρων, ονομάζεται και σήμερα όπως κατά την αρχαιότητα Μέλας Δρυμός (Τσ΄ρνι Ντριμ – Црни Дрим).

Ο δρυμός, η λίμνη και το Εθνικό Πάρκο μεταξύ Ντέμπαρ και Γκόστιβαρ ονομάζεται Μαύροβο (Маврово - μαύρος=μέλας), και σίγουρα δεν είναι σλαβικό. Η οροσειρά που εκτείνεται κατά μήκος των συνόρων μεταξύ Δημ.Μακεδονίας και Αλβανίας (από το ύψος του Ντέμπαρ και άνω) και Κοσόβου, ονоμάζεται Σαρ (παχύ –σ- Шар планина). Αυτό είτε είναι παραφθορά του αρχαίου ονόματος Σκάρδος ή το Σκάρδος είναι ελληνοποιημένη προφορά του αρχαίου ονόματος.
Αυτό ήταν κάτι σύνηθες κατά την αρχαιότητα. Οι Έλληνες προσάρμοζαν στη γλώσσα τους ξένα ονόματα, με αποτέλεσμα Θρακικά, Ιλλυρικά, Περσικά κλπ. ονόματα να μας φαίνονται σήμερα ελληνικά. Ο Σκάρδος αναφέρεται από τους αρχαίους ως τо βόρειο σύνορо της Μακεδονίας.

Το όνομα της χώρας παρέμεινε Μακεδονία (Μακεντόνια). Αντιθέτως τα ονόματα άλλων χωρών όπου εγκαταστάθηκαν μαζικά άλλοι πληθυσμοί, πήραν το όνομα των νέων κατοίκων. Τα ονόματα Μοισία, Δακία, Ιλλυρία, Πελοπόννησος, Ελλάς κλπ. εγκαταλήφθηκαν και τη θέση τους πήραν τα Βουλγαρία, Ρουμανία, Σερβία, Αλβανία, Γρεκία, Μορέας, Ρούμελη κλπ.

Το γεγονός ότι στη Μακεδονία δεν επικράτησε άλλο όνομα, είναι μια ένδειξη ότι οι προ του 6ου αιώνα πληθυσμοί δεν εξαφανίστηκαν και δεν έγιναν μειοψηφία. Τα σλαβικά στοιχεία της μακεδονικής γλώσσας οφείλονται σε κοινονικοπολιτικούς παράγοντες, βασικότεροι από τους οποίους είναι η χρησιμοποίηση της κυριλλικής γραφής και γλώσσας από την Φιλοσοφική Σχολή Οχρίδας και στην συνέχεια από την αρχιεπισκοπή Οχρίδας στην επικράτεια των οποίων ανήκε η Μακεδονία για πολλούς αιώνες.

Οι απόγονοι, λοιπόν, του λαού από τον οποίο προέρχεται η δυναστεία των Ιουστινιανών, παρέμειναν στη Μακεδονία. Τα μέλη της οικογένειας του Ιουστινιανού, που κατάγονται από την περιοχή των Σκοπίων, είτε είναι σλαβικής είτε ιλλυρικής καταγωγής, με τους σημερινούς εν Ελλάδι όρους, πρέπει να αποκαλούνται Σκοπιανοί. Και μάλιστα όχι «σκοπιανοί» με την έννοια του πολίτη του κράτους της Δημ. Μακεδονίας, αλλά με την πραγματική έννοια της καταγωγής.

Άρα, όσοι λένε του «σκοπιανούς» Σλάβους, είναι σαν να υποστηρίζουν ότι ο Ιουστινιανός ήταν Σλάβος.
Όσοι λένε εμάς τους Μακεδόνες ακτιβιστές «Σκοπιανούς», παρόλο που είμαστε πολύ μακριά από την πόλη των Σκοπίων, είναι σαν να μας λένε απογόνους των Ιουστινιανών.
Διαλέγετε και παίρνετε.


Σάββατο 11 Απριλίου 2009

Ιστορία της Αρχιεπισκοπής Οχρίδας

Το πρώτο σκέλος της ανάρτησης είναι αναδημοσίευση από:
http://akritas-history-of-makedonia.blogspot.com/2009/04/1.html

Σάββατο, 11 Απρίλιος 2009
Ιστορία της Αρχιεπισκοπής Αχρίδας [1]

Στις 5 Απριλίου 972 ο Τζιμισκής κατέλαβε την Βουλγαρική πρωτεύουσα Πρεσλάβ και κατέργησε το βουλγαρικό Πατριαρχείο. Έτσι μετά από περίοδο 15 χρόνων και ανακατατάξεων φτάνουμε στην εποχή του Σαμουήλ όπου έγινε ο ιδρυτής ενός ισχυρού τσαρικού κράτους, με κέντρο αρχικά την Πρέσπα και αργότερα την Αχρίδα. Σιγά - σιγά συνένωσε υπό το σκήπτρο του όλες τις περιοχές της γεωγραφικής Μακεδονίας ως τη Θεσσαλονίκη, τα παλαιά εδάφη της Βουλγαρίας από το Δούναβη ως την οροσειρά των Βαλκανίων, καθώς επίσης τη Θεσσαλία, την Ήπειρο, τμήμα της Αλβανίας με το Δυρράχιο και τελικά τη Ρασκία και τη Διόκλεια. Το βουλγαρικό Πατριαρχείο, που είχε καταργήσει

ο Τζιμισκής, γιόρτασε την επανίδρυσή του στο κράτος του Σαμουήλ. Μετά από πολλαπλές μετατοπίσεις τελικά εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αχρίδα, την πρωτεύουσα του Σαμουήλ, που έμελλε, ως εκκλησιαστικό κέντρο, να επιζήσει για πολλούς αιώνες μετά την πτώση του κράτους του Σαμουήλ. Το νέο κράτος, από πολιτική και εκκλησιαστική άποψη αποτελούσε συνέχεια του κράτους του Συμεών και του Πέτρου και θεωρήθηκε τόσο από το Σαμουήλ όσο και από τους Βυζαντινούς ως το βουλγαρικό κράτος γενικά. Την εποχή εκείνη εκτός από το Βυζάντιο μόνο η Βουλγαρία κατείχε τα παραδοσιακά δικαιώματα μιας βασιλικής (τσαρικής) ηγεμονίας με δικό της Πατριαρχείο. Ο Σαμουήλ ιδιοποιήθηκε τελείως τις δύο αυτές παραδόσεις. Στην πραγματικότητα όμως το κράτος του διέφερε ουσιαστικά από το παλαιό κράτος των Βουλγάρων. Κατά τη σύνθεση και το χαρακτήρα του ήταν ένα καινούργιο και ιδιόμορφο κατασκεύασμα. Το κέντρο βάρους είχε τώρα μετατεθεί τελείως στη δύση και στο νότο και η Μακεδονία, που άλλοτε ήταν στην περιφέρεια και μερικές φορές εκτός του παλαιού βουλγαρικού κράτους, αποτέλεσε τώρα τον πραγματικό πυρήνα του.

Τον Σαμουήλ ως είναι γνωστό τον νίκησε στο πεδίο της μάχης ο Βασίλειος Β’ ο Βουλγαροκτόνος της Μακεδονικής δυναστείας. Να σημειώσω ότι η Μακεδονική δυναστεία ονομάστηκε έτσι όχι γιατί έχει τις ρίζες της στην γεωγραφική ή ιστορική Μακεδονία αλλά επειδή κατάγεται από το Βυζαντινό Θέμα της Μακεδονίας όπου αυτό ήταν γεωγραφικά στην Θράκη.

Αν και η τακτική του Βασιλείου Βουλγαροκτόνου στο πεδίο της μάχης ήταν ωμή και αμείλικτη, η πολιτική του απέναντι στην υποταγμένη χώρα ήταν μετριοπαθής και συνετή. Αναγνωρίζοντας τις συνθήκες και τις συνήθειες της χώρας, επέτρεψε στους νέους υπηκόους του, σε αντίθεση με τον πληθυσμό των οικονομικά αναπτυγμένων επαρχιών της αυτοκρατορίας, να καταβάλλουν φόρους όχι σε νόμισμα, αλλά σε είδος. Το Πατριαρχείο της Αχρίδας υποβιβάσθηκε σε αρχιεπισκοπή, αναγνωρίσθηκε όμως ως αυτοκέφαλη Εκκλησία, έλαβε εξαιρετικά προνόμια και ανέκτησε τη δικαιοδοσία σε όλες τις επισκοπές που ανήκαν άλλοτε στο κράτος του Σαμουήλ και του Πέτρου.

Στην πραγματικότητα το καθεστώς της αυτοκέφαλης αρχιεπισκοπής της Αχρίδας είχε την έννοια ότι δεν υπαγόταν στο Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως, εξαρτιόταν όμως από τον αυτοκράτορα, γιατί ο τελευταίος διατηρούσε το δικαίωμα να διορίζει τον αρχιεπίσκοπο Αχρίδας. Ο διακανονισμός αυτός, ένα αληθινό αριστούργημα της αυτοκρατορικής πολιτικής, εξασφάλισε στο Βυζάντιο τον έλεγχο πάνω στις εκκλησίες των νοτιοσλαβικών λαών αλλά και απέφυγε όμως να επεκτείνει περισσότερο την τεράστια δικαιοδοσία του Πατριαρχείου της Κωνσταντινουπόλεως. Παράλληλα διασφάλισε με τον πρέποντα τρόπο τα εξαιρετικά προνόμια του εκκλησιαστικού κέντρου της Αχρίδας, του οποίου οι αυτοκέφαλοι αρχιεπίσκοποι διατήρησαν πολύ ψηλή θέση μέσα στην ελληνική εκκλησιαστική ιεραρχία σε σύγκριση με τους άλλους εκκλησιαστικούς ηγέτες, που βρίσκονταν υπό τη δικαιοδοσία του Πατριαρχείου της Κωνσταντινουπόλεως.

Τα σπουδαία έγγραφα του Βασιλείου Β' του έτους 1020, τα οποία ρυθμίζουν την κατάσταση της αρχιεπισκοπής Αχρίδας, μετά την υποταγή του κράτους του Σαμουήλ, διασώθηκαν σε ένα χρυσόβουλλο του Μιχαήλ Η' του έτους 1272 όπως επισημαίνει ο Ostrogorsky.

Η Αρχιεπισκοπή Αχρίδας σταμάτησε να υπάρχει το 1767 ενώ ο προκαθήμενος έφερε τον τίτλο «Αρχιεπίσκοπος Αχρίδας και πάσης της Βουλγαρίας» αλλά και «Αρχιεπίσκοπος Justiniana Prima και πάσης της Βουλγαρίας»[2]

Σημειώσεις
[1]-Κύρια πηγή μου είναι το έργο του George Ostrogorski, «Η ιστορία τους Βυζαντινού Κράτους» εκδόσεων Βασιλόπουλος.
[2]- The Synodicon of Tsar Boril states that the Archbishops of Ohrid are subordinated to the Turnovo Patriarchate. 14th c. (М. G. Popruzhenko, Synodicon of Tsar Boril, Bulgarian Antiquity), vol. VIII, Sofia, p. 93;
Αναρτήθηκε από akritas στις 12:12 πμ 0 σχόλια
Ετικέτες Αχρίδα

Παρατηρήσεις Karatasho

1. Αν κάποια από τα ιστορικά στοιχεία του άρθρου τα παραθέταμε εμείς, θα αμφισβητούνταν από τους αντιπάλους μας ως υποκειμενικά. Γι΄αυτό κάνουμε την αναδημοσίευση.

2. Το κράτος του Σαμουήλ ήταν πολυεθνικό και όχι Βουλγαρικό. Ο ίδιος του αυτοπροσδιορίζονταν ως τσάρος των Ρωμαίων και των Βουλγάρων, οι οποίες ήταν έννοιες πολυεθνικές. Οι Ρωμαίοι, βέβαια, της Κωνσταντινούπολης παραλείπουν για ευνόητους λόγους τον τίτλο του Ρωμαίου τσάρου.

3. Ο πατέρας του Σαμουήλ είχε τον τίτλο του Ρωμαίου Κόμη και ήταν διοικητής της κομητείας Κεντροδυτικής Μακεδονίας. Τα παιδιά του αναφέρονται και ως Κομητόπουλοι. Με τους σημερινούς όρους το επώνυμο του Σαμουήλ θα ήταν Κομητόπουλος. Πριν αποσχιστούν ήταν Ρωμαίοι, δηλαδή με τους σημερινούς όρους ήταν Έλληνες. Μόλις αποσχίστηκαν, ονομάστηκαν από τους Ρωμιούς Βούλγαροι.

Έγινε κάτι ανάλογο με αυτό που έγινε με τους Μακεδόνες της εποχής του Ίλιντεν. Πριν αποσχιστούν ήταν «εκσλαβισμένοι» Μακεδόνες με καταγωγή απευθείας από τους αρχαίους Μακεδόνες. Όταν αποσχίστηκαν έγιναν Βούλγαροι.

4. Όσοι χαρακτηρίζουν το κράτος του Σαμουήλ βουλγαρικό και την αρχιεπισκοπή «-πάσης Βουλγαρίας», είναι σαν να λένε ότι η Μακεδονία, η Θεσσαλία, η Ήπειρος κλπ. ήταν «Βουλγαρία» και οι υπήκοοί του «Βούλγαροι». Αυτούς πολέμησε ο Βασίλειος και χαρακτηρίστηκε «βουλγαροκτόνους» από τους ρωμαιόπληκτους, χαρακτηρισμό που ο ίδιος ουδέποτε χρησιμοποίησε.

4. «Να σημειώσω ότι η Μακεδονική δυναστεία ονομάστηκε έτσι όχι γιατί έχει τις ρίζες της στην γεωγραφική ή ιστορική Μακεδονία αλλά επειδή κατάγεται από το Βυζαντινό Θέμα της Μακεδονίας όπου αυτό ήταν γεωγραφικά στην Θράκη.», γράφει ο Ακρίτας.
Εγώ προσθέτω. Πώς αυτή η δυναστεία ονομάστηκε Μακεδονική, αν και δεν είχε καταγωγή από την ιστορική και γεωγραφική Μακεδονία? Ακρίτα, δεν καταλαβαίνεις ότι δημιουργείς προηγούμενο και δίνεις ντοκουμέντα στους «σκοπιανούς», που όπως λές ένα τμήμα του κράτους τους δεν ανήκει στην ιστορική Μακεδονία?

5. Η αρχιεπισκοπή Οχρίδας δεν είχε καμία εξάρτηση από το Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης και ο Αρχιεπίσκοπος διορίζονταν από τον αυτοκράτορα. Άρα , αφού ήταν αυτοκέφαλη και δεν αποσχίστηκε από το Πατριαρχείο, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί σχισματική και δεν έχει καμία ανάγκη αναγνώρισης από αυτό.

6. Η μακραίωνη δραστηριότητα της αρχιεπισκοπής Οχρίδας είναι η βασική αιτία επικράτησης της κυριλλικής γραφής στη Μακεδονία και της διαμόρφωσης της σημερινής Μακεδονικής γλώσσας. Εκείνη την εποχή η διδασκαλία της γλώσσας γινόταν κυρίως από τους κληρικούς με την χρήση των θρησκευτικών συγγραμμάτων. Οι Κύριλλος και Μεθόδιος μετέφρασαν τα θρησκευτικά βιβλία στη μακεδονική διάλεκτο της πατρίδας τους της Θεσσαλονίκης.
Εκεί οφείλεται το γεγονός ότι στη Μακεδονική γλώσσα υπάρχουν πολλά σλαβικά στοιχεία, ενώ σε άλλες περιοχές, όπου επίσης εγκαταστάθηκαν σλαβόφωνοι (Πελοπόννησο, Στερεά Ελλάδα κλ.) δεν διατηρήθηκαν γιατί το ιερετείο εκεί χρησιμοποιούσε την Ελληνική γλώσσα. Όσοι μιλάνε για εκσλαβισμό της Μακεδονίας έχουν κάποιο δίκιο, αλλά το χρησιμοποιούν καταχρηστικά.

7. Η Αρχιεπισκοπή Οχρίδας σωστά αναφέρεται και ως «Justiniana Prima» (Πρώτη Ιουστινιανή). Κάποιοι υποστηρίζουν ότι ήταν η γενέτειρα του Ιουστινιανού, ο οποίος γι΄αυτό το λόγο της παραχώρησε προνόμια και την εξωράϊσε.

Η Αικατερίνη Χριστοφιλοπούλου (Βυζαντινή Ιστορία, Α΄:324-610, [Αθήνα,1975], σελ.248) γράφει ότι «Ο Ιουστίνος Α΄(518-527) τέλος, θείος και ιδρυτής της δυναστείας του Ιουστινιανού, καταγόταν από χωριό κοντά στα Σκόπια».

Ο Κ.Παπαρηγόπουλος (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους.., βιβλίο ένατο, Μεσαιωνικός Ελληνισμός, [Αθήνα: Γαλαξίας, 1969], σελ.94) γράφει: «Ο Ιουστινιανός εγεννήθη… εν Δαρδανία` και ο μεν πατήρ αυτού ωνομάζετο Ίστοκ … αυτός ούτος δε Ουπράβδα, είχον δηλαδή … ονόματα καθ΄όλας τας πιθανότητας σλαυικά, τα οποία … επί το λατινικώτερον διεμορφώθησαν, το μεν Ίστοκ εις Σαββάτιον … το δε Ουπράβδα εις Ιουστινιανόν.»

«Ουπράβδα» στα μακεδονικά και «Ιουστινιανος» στα λατινικά σημαίνει δίκαιος.
Για να φτάσουν αυτοί στο σημείο να γίνουν αυτοκράτορες από το 518 μ.Χ., σημαίνει ότι ζούσαν εκεί πολύ πριν το την αρχή του 6ου αιώνα. Άρα αυτά περί Σλάβων που ήρθαν από τον 6ο αιώνα και μετά δεν ευσταθούν.