Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οικονομικός ρατσισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οικονομικός ρατσισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 7 Μαΐου 2010

Οι αιτίες της κρίσης και οι επιπτώσεις στο Μακεδονικό



Το φάντασμα της χρεοκοπίας πλανιέται πλέον απειλητικό πάνω από τη χώρα. Ο υπερδανεισμός οδήγησε σε αδυναμία εξυπηρέτησης του εξωτερικού χρέους και έθεσε την χώρα υπό διεθνή οικονομική (και κατ΄επέκταση και πολιτική) κηδεμονία.

Η κρίση έχει πολλά κοινά χαρακτηριστικά με εκείνη της τελευταίας δεκαετίας του 19ου αιώνα, η οποία οδήγησε τον τότε πρωθυπουργό Χαρίλαο Τρικούπη να δηλώσει το γνωστό «δυστυχώς επτωχεύσαμεν» (1893) και την Ελλάδα υπό Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο (1898).
Εκείνος ο Δ.Ο.Ε. επέβαλε σκληρά μέτρα λιτότητας και υποθήκευσε μεγάλο μέρος της οικονομίας. Επέβαλε φόρους σε μια σειρά προϊόντων, τα οποία πήγαιναν κατ’ ευθείαν στους πιστωτές.
Εκχωρήθηκαν τα έσοδα από τα κρατικά μονοπώλια άλατος, πετρελαίου, φωτιστικού οινοπνεύματος, σπίρτων, παιγνιόχαρτων, τσιγαρόχαρτων, ο φόρος καπνού και τα τέλη χαρτοσήμου.

Όπως πρόσφατα ο Γιώργος Παπανδρέου, έτσι και ο Τρικούπης κάλεσε στα τέλη του 1892 την Επιτροπή Ελέγχου των Μεγάλων Δυνάμεων να κάνει έρευνα και να συντάξει σχετική έκθεση για την εθνική οικονομία, ώστε να μπορέσει να πάρει άλλο ένα δάνειο για την κάλυψη των άμεσων αναγκών της.
Ο πρόεδρος της Επιτροπής, Άγγλος διπλωμάτης και οικονομολόγος Έντουαρντ Λο, στην έκθεσή που υπέβαλε προς την Αγγλική κυβέρνηση τον Μάρτιο του 1893, λέει:

«Το ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί είναι αν η κρίση αυτή οφείλεται σε μόνιμες δυσμενείς οικονομικές συνθήκες ή σε αποτυχημένη οικονομική διαχείριση, γεννιέται ένα άλλο ζήτημα: είναι οι πόροι του τόπου αρκετοί ώστε με ένα λογικό νοικοκύρεμα να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες που υπάρχουν, ή η οικονομική κατάσταση είναι τόσο κρίσιμη ώστε να μην υπάρχει θεραπεία χωρίς να πειραχθεί η τιμή του ελληνικού έθνους και τα νόμιμα δικαιώματα των δανειστών τους».

Κατά τον Λο δηλαδή ο προβληματισμός είναι αν η κρίση οφείλεται σε δημοσιονομική κακοδιαχείριση ή σε αντικειμενική έλλειψη πόρων.
Ως βασική αιτία επισημαίνει τον «οικονομικό μεγαλοϊδεατισμό» που οδηγεί σε επενδύσεις πέρα από τα πραγματικά όρια των δυνατοτήτων της ελλαδικής οικονομίας. Επισημαίνει επίσης ότι «το εμπορικό ισοζύγιο, όπως το δείχνουν οι πίνακες των εισαγωγών και εξαγωγών, ήταν σταθερά παθητικό».

Η Ελλάδα από τη εποχή της επανάστασης του 1821 κατέφυγε στον διεθνή δανεισμό. Το ζήτημα είναι που διέθεσε εκείνα τα δάνεια.
Η Αγγλία παραχώρησε το πρώτο δάνειο 800.000 στερλινών το 1824, οπότε ήταν σε εξέλιξη ο ελληνικός εμφύλιος. Το παραχώρησε στη πλευρά της συμμαχίας των εφοπλιστών της Ύδρας και των Φαναριωτών (κυβέρνηση Κουντουριώτη).
Αυτό την ενίσχυσε και την βοήθησε να επικρατήσει επί των Φιλικών και Καπεταναίων.
Το 1825 χορήγησε άλλο ένα δάνειο 2.000.000 στερλινών στην ίδια παράταξη, από τα οποία ως γνωστό μόνο 521.624 στερλίνες έφτασαν στην Ελλάδα και διατέθηκαν για το στρατό και τη διοίκηση, ενώ τα υπόλοιπα τα καταβρόχθισαν οι μεσίτες και οι παράγοντες της αγγλόφιλης παράταξης. Αποτέλεσμα εκείνων των δανείων ήταν η δημιουργία μισθοφορικού στρατού με την εξαγορά βουλευτών, καπεταναίων και στρατιωτών, και η πλήρης επικράτηση της παράταξης των Φαναριωτών, των Εφοπλιστών και των Κοτζαμπάσηδων σε βάρος των Φιλικών και των καπεταναίων.

Το 1833, μαζί με την τοποθέτηση του Όθωνα ως βασιλιά της Ελλάδας, παραχωρείται άλλο ένα δάνειο 60.000.000 γαλλικών φράγκων, από το οποίο μόνο το 1/3 δαπανήθηκε για τον σκοπό για τον οποίο έγινε, δηλαδή για το στρατό και την οικονομία, ενώ το υπόλοιπο κατασπαταλήθηκε για τις ανάγκες της διοίκησης του Όθωνα, της Βαυαρικής ακολουθίας του και την εξυπηρέτηση των προηγούμενων δανείων.
Από τότε το κράτος, αφ΄ενός μπήκε υπό την κηδεμονία των δανειστών του και αφ΄ετέρου μετατράπηκε σε φέουδο της εκάστοτε κυβερνώσας παράταξης.
Τα δάνεια δηλαδή χρησιμοποιήθηκαν για την επικράτηση και στερέωση του νέου φεουδαρχικού καθεστώτος. Η αποπληρωμή τους, όμως, έγινε από την φορολογία και εκμετάλλευση του λαού. Με λίγα λόγια, τα δάνεια διατέθηκαν για τη δημιουργία και την επικράτηση ολιγαρχικής άρχουσας τάξης και όχι για έργα υποδομής και ενίσχυση της οικονομίας. Η νέα άρχουσα τάξη σε τίποτα δεν διέφερε από την προηγούμενη οθωμανική και ο λαός σωστά μιλούσε πλέον για χριστιανούς μπέηδες και τσιφλικάδες.

Μέχρι τη δεκαετία του 1870 το ύψος των δανείων παραμένει σε χαμηλά επίπεδα. Από τη δεκαετία, όμως του 1880 ανεβαίνει κατακόρυφα. Από τα 60 εκατ. Χρυσά φράγκα του 1833, το 1898, οπότε η Ελλάδα μπαίνει υπό τον Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο, το ύψος των δανείων θα φτάσει τα 620 εκ. χρυσά φράγκα.
Ο Άγγλος πρόεδρος της Επιτροπής Ελέγχου, επισημαίνει κάτι σημαντικό:
«συχνά πιστεύω εκφράζεται η γνώμη ότι η διοίκηση στην Ελλάδα είναι σπάταλη, και ειδικότερα, ότι δυσαναλόγως μεγάλα ποσά ξοδεύονται για τον στρατό και το ναυτικό… Αν εξετάσουμε όμως τα ποσά των μισθών και συντάξεων, και τον αριθμό των δημοσίων υπαλλήλων, θα βρούμε ότι το ζήτημα αυτό δεν μπορεί σοβαρά να επηρεάσει το ισοζύγιο του προϋπολογισμού. Αν αφήσουμε κατά μέρος τον στρατό και το ναυτικό, η συνολική δαπάνη για μισθούς και συντάξεις είναι περίπου … 650.000 λίρες. Με την πιο καλή θέληση του κόσμου, δεν είναι δυνατό να γίνει καμιά αξιόλογη περικοπή στο σημείο αυτό».

Ο Λο μας πληροφορεί ότι τα έξοδα για μισθούς και συντάξεις δεν ήταν εκείνα που ανέβαζαν το έλλειμμα, αλλά και ότι «δυσανάλογα» μεγάλα ποσά ξοδεύονται για το στρατό και το ναυτικό.
Γιατί όμως η Ελλάδα διέθετε τόσο μεγάλα ποσά για το στρατό και το ναυτικό;

Η χώρα είχε απελευθερωθεί χάρη στην επέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων (ναυμαχία Ναυαρίνου – επέμβαση γαλλικού στρατού).
Η δημιουργία ισχυρού στρατού και ναυτικού με σκοπό την απελευθέρωση υπόδουλων αδελφών, επίσης δεν δικαιολογούνταν, γιατί παραχωρήθηκαν (ελευθερώθηκαν) στην Ελλάδα η Θεσσαλία και η Άρτα χωρίς να χρειαστεί να ρίξει μια τουφεκιά.
Άλλοι ήταν επομένως οι λόγοι δημιουργίας ισχυρού στρατού. Ο ένας φυσικά είναι η στήριξη του καθεστώτος. Τα μοναρχικά καθεστώτα πάντα στηρίζονταν σε ισχυρό στρατό, τον οποίο συντηρούν από τη βαριά φορολογία του λαού. Η μεγάλη στρατιωτική ενίσχυση, όμως, από τη δεκαετία του 1870 και μετά οφείλεται σε ειδικούς λόγους.

Ήταν ολοφάνερο πλέον ότι η οθωμανική αυτοκρατορία δεν μπορούσε πια να κρατήσει τα Βαλκάνια. Το 1870 αναγκάζεται να παραχωρήσει χαλαρή (πολιτική και θρησκευτική) αυτονομία στη Βουλγαρία.
Το 1878 η Ρωσία έφτασε μέχρι τα πρόθυρα της Κωνσταντινούπολης και στην συνοικία του Αγίου Στεφάνου υπογράφηκε η ομώνυμη Συνθήκη, που δημιουργούσε τη Μεγάλη Βουλγαρία. Μόνο χάρη στην πίεση των Δυτικών αποσπάστηκε η Μακεδονία από τη Βουλγαρική ηγεμονία και δόθηκε αυτονομία στην Ανατολική Ρωμυλία.
Το 1881 παραχωρήθηκε η Θεσσαλία και η Άρτα στην Ελλάδα, ενώ το 1885 η Βουλγαρία προσάρτησε την Ανατολική Ρωμυλία χωρίς καμία αντίσταση.
Όλα έδειχναν πως η αυτονόμηση της Μακεδονίας και της Αλβανίας είναι θέμα χρόνου.

Την ίδια περίοδο στην Ελλάδα η άρχουσα τάξη διογκώθηκε με την έλευση και άλλων «ομογενών» από τις τότε και πρώην οθωμανικές επαρχίες, καθώς η κατάσταση εκεί δεν τους επέτρεπε να ζουν παρασιτικά και να πλουτίζουν. Τέτοιες συνθήκες πλέον γι΄αυτούς υπήρχαν μόνο στην Ελλάδα.
Η προσάρτηση της Θεσσαλίας τους έδωσε την ευκαιρία να εξαγοράσουν πάμφθηνα τα τούρκικα τσιφλίκια και να γίνουν οι ίδιοι τσιφλικάδες. Για τον απλό λαό δεν άλλαξε τίποτα. Δεν είναι καθόλου τυχαίο που η σημαντικότερη εξέγερση των Θεσσαλών (εξέγερση του Κιλελέρ) δεν έγινε κατά των Τούρκων, αλλά κατά των Ελλήνων τσιφλικάδων και του ελληνικού καθεστώτος.
Η επέκταση της διοίκησης στη Θεσσαλία επέβαλε την περαιτέρω διόγκωση του κρατικού μηχανισμού. Έτσι, διογκωμένος κρατικός μηχανισμός και άπληστη άρχουσα τάξη έγιναν δυσανάλογα μεγάλοι για να τροφοδοτούνται από τους υπάρχοντες πόρους και πληθσμούς. Αυτό αναγκαστικά οδήγησε σε υπερδανεισμό.

Ο καθηγητής Ιστορίας του Νέου Ελληνισμού στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου Απόστολος Διαμαντής έγραψε σε σχετικό άρθρο του στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία (2 Μαΐου 2010):
«Το βασικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας δεν ήταν πρόβλημα διαχείρισης αλλά πρόβλημα πόρων και μιας άνευ όρων ανάπτυξης μέσω χρηματοπιστωτικών κινήσεων. … Μια χώρα χωρίς έδαφος, χωρίς πληθυσμό, χωρίς πόρους ζήτησε να φτιάξει υποδομές, στηριζόμενη στο δανεισμένο χρήμα. Λάθος, όπως και να το δει κανείς. Διότι ποιο είναι το πρόβλημα; Η έλλειψη πόρων, η έλλειψη πληθυσμού. … είναι προφανές ότι το ζήτημα της επέκτασης των συνόρων του μικρού ελληνικού βασιλείου θα ήταν η μόνη λύση».

Παρά την σχετικά θετική έκθεση του Άγγλου διπλωμάτη τον Μάρτιο του 1893 το δάνειο δεν δόθηκε και η Ελλάδα λίγους μήνες αργότερα κήρυξε πτώχευση.
Η «επέκταση του ελληνικού βασιλείου» ήταν πλέον «η μόνη λύση», η οποία ευνοούνταν καθώς εξυπηρετούσε και τις προστάτηδες δυνάμεις. Έτσι, παρά τη χρεοκοπία και τα σκληρά μέτρα λιτότητας, συνέχισε τους εξοπλισμούς και τον Απρίλιο του 1897 εξαπέλυσε επίθεση κατά των οθωμανικών δυνάμεων στα θεσσαλομακεδονικά σύνορα. Δεν εκτίμησε όμως σωστά όλες τις διπλωματικές παραμέτρους με αποτέλεσμα να μην έχει καμία βοήθεια από τις προστάτηδες δυνάμεις. Έτσι επακολούθησε συντριπτική ήττα και άτακτη υποχώρηση προς τη Στερεά Ελλάδα.
Οι Μεγάλες Δυνάμεις θεώρησαν υπαίτια του πολέμου την Ελλάδα και την ανάγκασαν να πληρώσει ως πολεμική αποζημίωση 95 εκατ. χρυσές λίρες και να τεθεί υπό την κηδεμονία του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου. Παρ’ όλα αυτά της επέστρεψαν τη Θεσσαλία.
Μεταξύ των μέτρων λιτότητας που επεβλήθηκαν, ήταν και ο περιορισμός των στρατιωτικών δαπανών και η περικοπή των μισθών των στρατιωτικών.
Οι στρατιωτικές μονάδες υπολειτουργούσαν και πολλοί από αξιωματικοί και υπαξιωματικοί τέθηκαν σε αργία.

Ο ελληνικός μεγαλοϊδεατισμός, ως γνωστό, καλλιεργείται πάντα σε μεγαλύτερο βαθμό στον στρατό. Αυτό γίνεται για να μπορεί να χρησιμοποιηθεί για επεκτατικούς σκοπούς.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι μόνο ο μεγαλοϊδεατισμός των στρατιωτικών είχε πληγωθεί βάναυσα λόγω της ολέθριας ήττας που είχε προηγηθεί, αλλά είχε πληγεί βάναυσα και το γόητρό τους.

Με το ξέσπασμα της εθνικοαπελευθερωτικής επανάστασης του Ίλιντεν στη Μακεδονία το 1903 έγινε πλέον ορατή η πιθανότητα δημιουργίας ανεξάρτητου Μακεδονικού κράτους. Σε μια τέτοια περίπτωση το όνειρο της επέκτασης του ελληνικού βασιλείου προς βορά θα έσβηνε για πάντα.
Οι προξενικές αρχές της Ελλάδας σε συνεργασία με τους δεσποτάδες την υπονόμευσαν με κάθε τρόπο. Αυτό είναι καταγεγραμμένο στις εκθέσεις και τα απομνημονεύματα και δεν αμφισβητείται σοβαρά από κανέναν. Έτσι, μετά την καταστολή της επανάστασης από τις τουρκικές δυνάμεις, ο ελλαδικός μεγαλοϊδεατισμός βάζει σαν στόχο την διάβρωση, την διάσπαση και την υπονόμευση της μακεδονικής αντίστασης. Είναι ο γνωστός ως «Μακεδονικός αγώνας». Οι αργόσχολοι και με καταρρακωμένο γόητρο λόγω των μέτρων λιτότητας και της ήττας του 1897 αξιωματικοί και υπαξιωματικοί θα αποτελέσουν την κύρια δεξαμενή άντλησης «μακεδονομάχων», δηλαδή αυτών που μάχονταν κατά των Μακεδόνων.
Μάχονταν κατά ενός αποδεκατισμένου εθνικοαπελευθερωτκού κινήματος και ενός λαού καταστρεμένου από την θηριωδία του κατακτητή.

Λίγα χρόνια αργότερα (1912-1913) η Ελλάδα θα εκμεταλλευθεί την ευνοϊκή γι΄αυτήν συγκυρία και θα γίνει κάτοχος της μισής Μακεδονίας.
Τότε θα αποκαλυφθούν τα πραγματικά κίνητρα του αγώνα της για επέκταση. Θα την αντιμετωπίσει καθαρά σαν λάφυρο πολέμου. Η Μακεδονία θα αποτελέσει, «το έδαφος», «τους πόρους» και «τον πληθυσμό» από τον οποίο θα τραφεί το κρατικό τέρας που την οδήγησε στην πτώχευση του 1893 και τον Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο του 1898.

Ο πληθυσμός που είναι ο πραγματικός κληρονόμος του τόπου για να είναι εύκολο υποχείριο, έπρεπε να ξεριζωθεί και στη θέση του να εγκατασταθεί ημέτερος. Οι Μακεδόνες που δεν ξεριζώθηκαν, έπρεπε να δηλώσουν υποταγή. Έπρεπε να υποστούν και αυτοί τις συνέπειες της χρεοκοπίας και του υπερδανεισμού της Ελλάδας, παρ΄όλο που τότε δεν ήταν υπήκοοί της. Οι μεγαλύτερης ηλικίας Μακεδόνες θα θυμούνται ακόμα τον φόρο στο αλάτι, τα σπίρτα, το πετρέλαιο, τα τραπουλόχαρτα κλπ, ο οποίος εισπράττονταν μέχρι τα μέσα της δεκαετίας το ’60. Πολλοί θα θυμούνται ότι πλήρωναν στην Εθνική Τράπεζα για να δικαιωθούν τα κτήματα των παππούδων τους.

Σήμερα οι υπήκοοι της Ελλάδας ακόμα πληρώνουν τις συνέπειες εκείνης της κρίσης. Η Ελλάδα επεκτάθηκε προς βορά διαπράττοντας εγκλήματα κατά των γειτονικών της λαών. Έτσι οι γειτονικές της χώρες Αλβανία, Μακεδονία, Βουλγαρία, Τουρκία φιλοξενούν πληθυσμούς τους οποίους ξερίζωσε από τις εστίες τους, καταστρέφοντας τα χωριά τους, αρπάζοντας τις περιουσίες τους και δολοφονώντας συγγενείς τους. Η συγκυρία ίσως δεν τους επιτρέπει να διεκδικήσουν όσα δικαιούνται, αλλά η Ελλάδα φοβάται ότι αυτό πολύ πιθανόν να συμβεί στο μέλλον.
Όταν έκανε την επέκταση και την εθνοκάθαρση, οι Δυτικοί «σύμμαχοι» ήταν φιλικοί μόνο προς την Ελλάδα και εχθρικοί προς τους γειτονικούς της λαούς. Μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης οι Δυτικοί είναι το ίδιο φιλικοί με τους γειτονικούς λαούς που ανήκουν πλέον στο ίδιο με την Ελλάδα στρατόπεδο.
Έτσι εδώ και μια εικοσαετία λένε τα πράγματα με το όνομά τους (κυρίως στο Μακεδονικό), κάτι που κάνει το «χαϊδεμένο παιδί» να δυσανασχετεί με τους «άτιμους» τους «συμμάχους».

Όλη αυτή η κατάσταση αναγκάζει την Ελλάδα να σπαταλάει δυσανάλογα μεγάλα ποσά, σε σχέση με τους γείτονες και το μέγεθός της, για στρατιωτικούς εξοπλισμούς. Αυτό θα παραμένει μια μόνιμη οικονομική αιμοραγία που δεν θα της επιτρέψει εύκολα να μειώσει τα μεγάλα ελλείμματά της και να βγει από αυτήν την κρίση.
Υπάρχει τρόπος να απεμπλακεί, αλλά αυτό προϋποθέτει αποκατάσταση των δικαιωμάτων εκείνων που καταλήστευσε και καταπίεσε.
Ας ελπίσουμε ότι θα το καταλάβει πριν δημιουργηθούν άλλες επικίνδυνες και ανεξέλεγκτες καταστάσεις.

Ο μεγαλοϊδεατισμός και ο εθνορατσισμός είναι δομικά στοιχεία της Ελλάδας που κληρονόμησε από τον τρόπο κατασκευής της.

Η πάταξη τους και η αντικατάστασή τους με δημοκρατικά πολυπολιτισμικά δομικά υλικά είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την ειρηνική συνύπαρξη των λαών της περιοχής και κατά συνέπεια της οικονομικής ανάπτυξης.