Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βυζάντιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βυζάντιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τρίτη 18 Ιανουαρίου 2011
Άννα Κομνηνή: Οι Διωγμοί των Βογομίλων της Κωνσταντινούπολης
Μια από τις βασικότερες πηγές πληροφόρησης για τους Μπογκομίλους είναι το βιβλίο Αλεξιάς που συνέγραψε η Άννα Κομνηνή (1083-1142).
Η Άννα ήταν το πρώτο παιδί του αυτοκράτορα Αλεξίου Α΄ (1081-1118) και από μικρή ηλικία βρισκόταν σε καθημερινή επαφή με τις ηγετικές μορφές της αυτοκρατορίας. Αυτό της έδωσε τη δυνατότητα να έχει άμεση σχέση με τα διαδραματιζόμενα στην Κωνσταντινούπολη, αλλά και να είναι δέκτης πληροφοριών, έστω και φιλτραρισμένων, σχετικών με τα τεκταινόμενα στην αυτοκρατορία.
Σε παιδική ηλικία την αρραβώνιασαν με τον Κωνσταντίνο Δούκα, νόμιμο διάδοχο του θρόνου, και πικράθηκε πολύ όταν διαλύθηκε ο αρραβώνας κι έγινε διάδοχος ο αδελφός της Ιωάννης. Όταν, το 1118, πέθανε ο Αλέξιος Α΄, η Άννα και η μητέρα της έκαμαν το παν για να εμποδίσουν τον Ιωάννη να τον διαδεχθεί και λίγο αργότερα, φαίνεται πως η Άννα ενεπλάκη σε μια απόπειρα δολοφονίας του αδελφού της. Το αποτέλεσμα ήταν να της επιβληθεί περιορισμός σε μοναστήρι. Εκεί μπόρεσε να ασχοληθεί με τη συγγραφή της ιστορίας της διακυβέρνησης του πατέρα της, χάριν του οποίου το βιβλίο πήρε το όνομα Αλεξιάς.
Στο βιβλίο περιγράφονται η άνοδος των Κομνηνών στην εξουσία του Βυζαντινού κράτους, οι μακροχρόνιοι πόλεμοι του Αλεξίου με τους αντιπάλους από τη Δύση και την Ανατολή, οι κατά καιρούς συνωμοσίες και δολοπλοκίες εναντίον του αυτοκράτορα, η διπλωματία του και η ικανότητά του να προσεταιρίζεται εχθρούς και να διαιρεί τους συμμάχους, η αυστηρή αντιμετώπιση των "αιρέσεων", ιδιαίτερα των Μπογκομίλων, οι σχέσεις και οι διαξιφισμοί του με την Εκκλησία και ο αγώνας της διαδοχής.
Στο 15ο κεφάλαιο η Άννα αναφέρεται στους διωγμούς κατά των Μπογκομίλων.
Αποφεύγει βέβαια να αναφερθεί στις απόψεις τους, για το λόγο ότι με τη διακίνηση του βιβλίου της θα διακινούνταν και οι απόψεις των Μπογκομίλων, που, όπως λέει και η ίδια, είχαν μεγάλη απήχηση ακόμα και στον λαό της ίδιας της πρωτεύουσας.
Αποφεύγει επίσης να αναφέρει ότι ο Μπογκομιλισμός είχε και κοινωνικοπολιτικό χαρακτήρα, τα οποία κυρίως ενοχλούσαν την Βυζαντινή ολιγαρχία και ότι οι Μπογκόμιλοι πρωτοστάτησαν επανειλημμένα σε λαϊκές εξεγέρσεις κατά του αυτοκράτορα πατέρα της και μάλιστα το 1090 σε συνεργασία με τους Πετσενέγους απείλησαν την ίδια την Κωνσταντινούπολη.
Το γεγονός ότι αχολήθηκε ο ίδιος ο αυτοκράτορας με τον Μπογκομιλισμό, δείχνει και το μέγεθος της εξάπλωσής του, αλλά και το λόγο που αυτός ήταν ανοχλητικός για την αυταρχική εξουσία του και το Ορθόδοξο ιερατείο.
Η ίδια η περιγραφή της Άννας δείχνει και το πραγματικό χαρακτήρα της Βυζαντινής εξουσίας, αλλά και την ωμή και βίαιη επιβολή του Ρωμαιορθόδοξου δόγματος στους υπηκόους της αυτοκρατορίας.
Τους διωγμούς που εξαπέλυσαν οι Ρωμαίοι κατά των πρώτων χριστιανών, εξαπολύει τώρα το Βυζάντιο κατά των Μπογκομίλων.
Το κορυφαίο στέλεχος των Μπογκομίλων, ο Βασίλειος, εκβιάζεται να απαρνηθεί τα πιστεύω του, φυλακίζεται, βασανίζεται και τελικά ρίχνεται ζωντανός στην πυρά. Οι μαθητές του, όχι μόνο δεν μπορούν να συνεχίσουν τη διδασκαλία του Μπογκομισμού, όπως οι μαθητές του Ιησού, αλλά και περνάνε το υπόλοιπο της ζωής τους στη φυλακή.
Οι Μπογκόμιλοι υπερασπίζονταν τον πραγματικό χριστιανισμό και κατηγορούσαν το ιερατείο ότι είχε ξεφύγει τελείως από τις αρχές του. Αυτός ήταν και ο πραγματικός λόγος των διωγμών που εξαπολύθηκαν εναντίον τους.
Τα κατάλοιπα εκείνου του διεφθαρμένου Βυζαντινού καθεστώτος, μέρος του οποίου ήταν και το ιερατείο, μετακόμισε και έγινε καθεστώς στην σύγχρονη Ελλάδα και με την μαύρη προπαγάνδα δημιούργησε την ψευδή εικόνα που έχουν οι Νεοέλληνες για την «Ορθοδοξία» τους και τον Μπογκομιλισμό.
Η Άννα Κομνηνή γράφει για τους Μπογκόμιλους
και τη Βυζαντινή Ιερά Εξέταση:
15.8.1. Μετά απ' αυτά, κατά το έτος [...] της βασιλείας του, σηκώνεται μέγα νέφος αιρετικών. Το είδος της αιρέσεως ήταν νέο, ολωσδιόλου άγνωστο ως τότε στην Εκκλησία. Δύο δόγματα κάκιστα και φαυλότατα, γνωστά στην Εκκλησία από παλιά, είχαν αναμειχθεί μεταξύ τους: η ασέβεια, θα 'λεγε κανείς, των Μανιχαίων, την οποία έχουμε ονομάσει και αίρεση των Παυλικιανών, και η αχρειότητα των Μασσαλιανών. Αυτό είναι το δόγμα των Βογομίλων: ένα σύμφυρμα των Μασσαλιανών και των Μανιχαίων. Καθώς φαίνεται, υπήρχε και πριν από τα χρόνια του πατέρα μου, αλλά παρέμεινε κρυμμένο, γιατί είναι άφθαρτο το γένος των Βογομίλων στο να υποκρίνεται την αρετή. Ούτε ίχνος κοσμικού δεν θα συναντήσεις μεταξύ τους, το κακό είναι κρυμμένο κάτω από το ράσο και το καλλυμαύχι. Ο Βογόμιλος είναι πάντα σκυθρωπός και κουκουλωμένος ως τ' αυτιά, βαδίζει σκυφτός και μουρμουρίζει μες στό στόμα του, μέσα του είναι αιμοβόρος σάν λύκος.
2. Αυτό ακριβώς το φρικαλέο γένος, που ήταν φωλιασμένο σαν φίδι στην τρύπα του, με κάποιο μυστηριώδες σφύριγμα το μάγεψε ο πατέρας μου και το έβγαλε στο φως. Γιατί τώρα που είχε κάπως απαλλαγεί από τις φροντίδες των πολέμων σ' Ανατολή και Δύση, επιδόθηκε περισσότερο στά πνευματικά ζητήματα. Η αλήθεια είναι ότι ξεχώριζε απ' όλους σε όλα: στους διδακτικούς λόγους ξεπερνούσε τους ειδικευμένους στην τέχνη του λόγου, στις μάχες και στη στρατηγική ικανότητα υπερείχε απ' τους πιο θαυμαζόμενους πολεμιστές.
3. Ήδη η φήμη των Βογομίλων είχε εξαπλωθεί παντού: ένας κάποιος μοναχός Βασίλειος, ικανότατος στο να εκμεταλλεύεται την ασέβεια των Βογομίλων, μαζί με δώδεκα μαθητές του, τους οποίους και ονόμαζε αποστόλους, και κάποια γύναια κακοήθη και παμπόνηρα που είχε προσηλυτίσει, διέδιδε παντού το μίασμα τής κακίας, τό κακό, σαν φωτιά που απλώνεται, είχε διαφθείρει πλήθος ψυχές. Κάτι τέτοιο δεν μπορούσε να το ανεχθεί η ψυχή του βασιλιά που προστάζει να ερευνηθούν τα σχετικά με την αίρεση. Μερικοί Βογόμιλοι οδηγήθηκαν στά ανάκτορα κι όλοι κατήγγελλαν κάποιον Βασίλειο ως κορυφαίο και πρωτοστάτη της βογομιλικής αίρεσης. Μεταξύ αυτών που είχαν συλληφθεί ήταν και κάποιος Διβλάτιος που αρνιόταν ν' απαντήσει στις ερωτήσεις. Τον υπέβαλαν λοιπόν σε βασανιστήρια κι αμέσως κατονόμασε τον εν λόγω Βασίλειο και όσους εκείνος είχε προχειρίσει αποστόλους. Ο αυτοκράτορας τότε έστειλε πολλούς ανθρώπους να ψάξουν να τον βρουν. Και να που βγαίνει στο φως ο αρχισατράπης του Σαταναήλ Βασίλειος με ένδυμα μοναχού, κάτισχνο πρόσωπο, αραιό γένι, ανάστημα ψηλό.
4. Αμέσως ο αυτοκράτορας στέλνει να τον φωνάξουν με κάποιο ευσεβές πρόσχημα. Κάνει τα πάντα για να τον παρασύρει με πειθαναγκασμό να αποκαλύψει τις μυστικές του σκέψεις: σηκώνεται απ' τη θέση του να τον υποδεχθεί, του προσφέρει κάθισμα, τον καλεί ακόμα και να καθίσει στο τραπέζι, αμολάει όλη την πετονιά για να τον ψαρέψει, σκεπάζει καλά το αγκίστρι του με κάθε λογής δολώματα και τα δίνει στο παμφάγο εκείνο κήτος να τα χάψει, μεταχειρίζεται παντοίους τρόπους για να καταφέρει τον μοναχό εκείνον (πλην πολλαχό στην κακία) να καταπιεί το χάπι υποκρινόμενος πως θέλει να γίνει μαθητής του κι όχι μόνο αυτός, αλλά κι ο αδελφός του, ο σεβαστοκράτωρ Ισαάκιος, κάνει πως δέχεται τα λόγια του σαν μαντείου χρησμούς και υπόσχεται να τον υπακούει σε όλα φτάνει να μεσολαβούσε (ο κάκιστος εκείνος Βασίλειος!) για τη σωτηρία της ψυχής του. «Εγώ, σεβασμιότατε πάτερ», του έλεγε ο βασιλιάς ζαχαρώνοντας το χάπι για να ξεράσει ο δαιμονισμένος την παραφροσύνη του, «θαυμάζω την αρετή σου• έχω όμως την αξίωση να αντιληφθώ πλήρως τα δόγματα της σεβασμιότητάς σου μια και τα δικά μας είναι φαύλα και καθόλου δεν οδηγούν στην αρετή». Στην αρχή ο Βασίλειος έκανε τον ανήξερο και καλυπτόταν από παντού με τη λεοντή —εκείνος που δεν ήταν παρά ενας γάιδαρος— και πηδούσε στο πλάι για να μην πέσει στην παγίδα των λόγων, αλλά σιγά σιγά αποχαυνωνόταν με τους επαίνους, γιατί ακόμα καί ομοτράπεζο τον έκαμε ο βασιλιάς έχοντας μάλιστα κοντά του τον αδελφό του και σεβαστοκράτορα που έπαιζε κι εκείνος το ρόλο του στο έργο.
5. Τέλος ο Βασίλειος ξέρασε τα δόγματα της αιρέσεως. Με ποιό τρόπο; Ένα παραπέτασμα χώριζε τον γυναικωνίτη από το δωμάτιο όπου βρίσκονταν οι βασιλείς με τον βδελυρό εκείνον που ξερνούσε τα πάντα λέγοντας αναφανδόν όσα είχε στην ψυχή του, πίσω από το παραπέτασμα βρισκόταν ο γραμματέας που κατέγραψε τα λεγόμενα. Κι ενώ ο ανόητος εκείνος ήταν φαινομενικά ο δάσκαλος κι ο βασιλιάς έπαιζε τον μαθητή, ο υπογραμματέας κατέγραφε τη διδασκαλία. Όλα, και τα ρητά και τα άρρητα, τα αράδιασε ο θεοκατάρατος εκείνος άνθρωπος, κανένα θεομίσητο δόγμα δεν παρέλειψε, αλλά και τη θεολογία μας παρέβλεψε κι όλη τη διοίκηση της Εκκλησίας συκοφάντησε και τους ναούς, αλίμονο, τους ιερούς ναούς μας, ονόμασε ενδιαιτήματα δαιμόνων και για το άγιο μυστήριο που τελούμε, για το σώμα και το αίμα Εκείνου που είναι ο πρώτος Αρχιερέας και το πρώτο θύμα, μίλησε με περιφρόνηση χαρακτηρίζοντάς το ως ανοησία.
6. Τι έγινε ύστερα; Απορρίπτει τη μάσκα ο βασιλιάς κι ανοίγει το παραπέτασμα, και συγκεντρώνονται όλοι οι συγκλητικοί κι όλοι οι ανώτεροι στρατιωτικοί και η σύνοδος της Εκκλησίας. Στον πατριαρχικό θρόνο της βασιλεύουσας ήταν τότε προκαθήμενος ο εν πατριάρχαις μακαριότατος Νικόλαος ο Γραμματικός. Αναγνώστηκαν τα θεοστυγή δόγματα και αποδείχτηκε αδιαμφισβήτητα η ενοχή του Βασιλείου. Κι ο ίδιος όμως όχι μόνο δεν αρνήθηκε την κατηγορία, αλλά και προχώρησε παρευθύς σε απροκάλυπτες αντιλογίες διαβεβαιώνοντας πως ήταν έτοιμος ν' αντιπαραταχθεί και στην πυρά και στη μαστίγωση και σε μύριους θανάτους. Κάτι τέτοιο πιστεύουν οι παραπλανημένοι αυτοί Βογόμιλοι: πως μπορούν να υποστούν χωρίς πόνο κάθε τιμωρία γιατί τάχα οι άγγελοι θα τους αρπάξουν ακόμα κι από την πυρά. Όσο κι αν τον ονείδιζαν όλοι για την ασέβειά του, ακόμα κι εκείνοι που είχαν ακολουθήσει μαζί του την οδό της απωλείας, ο Βασίλειος παρέμενε ο ίδιος, αμετανόητος, Βογόμιλος γνησιότατος. Ας τον απειλούσε η πυρά, ας τον απειλούσαν κι άλλα μαρτύρια, αυτός παρέμενε προσκολλημένος στον δαίμονα, σε σφιχτό εναγκαλισμό με τον Σαταναήλ του. Τον έκλεισαν στη φυλακή και πολλές φορές τον οδήγησαν μπροστά στον βασιλιά και πολλές φορές εκείνος τον παρακάλεσε ν' απαρνηθεί την ασεβή του πίστη, μα άδικα: τηρούσε πάντα την ίδια στάση απέναντι στις παρακλήσεις του βασιλιά.
7. Αλλ' ας μην αντιπαρέλθουμε κάτι τερατώδες που του συνέβη προτού ο βασιλιάς αρχίσει να τον μεταχειρίζεται με αυστηρότητα. Μετά την ομολογία της ασεβείας του είχε εγκατασταθεί προσωρινά σ' ένα σπιτάκι κοντά στο παλάτι που το είχαν πρόσφατα ετοιμάσει για κείνον. Ήταν το βράδυ μετά τη σύγκληση της συνόδου. Τ' αστέρια έλαμπαν σ' έναν ασυννέφιαστο ουρανό κι η βραδιά ήταν φεγγαρόλουστη. Κατά τα μεσάνυχτα, καθώς ο μοναχός έμπαινε στο κελί του, άρχισαν αυτομάτως να πέφτουν πέτρες σαν χαλάζι πάνω στο κελί. Κανένα χέρι δεν τις έριχνε ούτε κανένας άνθρωπος λιθοβολούσε τον δαιμονισμένο εκείνον αβά• ήταν, καθώς φαίνεται, η εκδίκηση των οργισμένων δαιμόνων του Σαταναήλ που είχαν αγανακτήσει εναντίον του επειδή είχε προδώσει στον βασιλιά τα μυστήριά τους, πράγμα που θα προκαλούσε φοβερό διωγμό εναντίον της πλάνης. Κάποιος άνθρωπος ονόματι Παρασκευιώτης, που είχε αναλάβει να φρουρεί τον δαιμονισμένο εκείνον γέροντα για να τον εμποδίζει να επικοινωνεί με άλλους ανθρώπους και να τους μεταδίδει το μίασμα, ορκιζόταν με τους πιο φρικτούς όρκους ότι είχε ακούσει τους κρότους από τις πέτρες που έπεφταν και καταγής και στα κεραμίδια, είχε δει τις πέτρες να πέφτουν βροχή για ώρα πολλή, αλλά δεν είχε δει πουθενά κανέναν να τις ρίχνει. Στον αυτόματο εκείνον λιθοβολισμό προστέθηκε κι ένας ξαφνικός σεισμός: έτρεμε η γη κι έτριζε η οροφή. Ο εν λόγω Παρασκευιώτης, προτού υποψιαστεί ότι συνέβαινε κάτι δαιμονικό, διατηρούσε, καθώς έλεγε ο ίδιος, την ψυχραιμία του, βλέποντας όμως πως έβρεχε πέτρες, που λέει ο λόγος, από ψηλά κι ότι εκείνο το γερόντιο είχε χωθεί μέσα κι έμενε εκεί αποκλεισμένο, απέδωσε το φαινόμενο σε κάποιους δαίμονες και τότε πια τα 'χασε ολωσδιόλου.
15.9.1 Αυτά λοιπόν για το τερατούργημα εκείνο• θα ήθελα βέβαια να εκθέσω τα πάντα για την αίρεση των Βογομίλων, αλλά «με κωλύει και αιδώς», όπως λέει κάπου η ωραία Σαπφώ, γιατί δεν είμαι μόνο συγγραφέας, αλλά και γυναίκα και πορφυρογέννητη, το πιο τιμημένο και το πρώτο από τα βλαστάρια του Αλεξίου• ορισμένα πράγματα που φτάνουν στ' αυτιά πολλών ανθρώπων καλύτερα να τα παρασιωπώ. Όσα κι αν επιθυμώ να γράψω για να εξηγήσω καταλεπτώς την αίρεση των Βογομίλων, τα αντιπαρέρχομαι για να μη μολύνω τη γλώσσα μου.
Όσους θέλουν να μελετήσουν την όλη αίρεση τούς παραπέμπω στο βιβλίο με τον τίτλο «Δογματική πανοπλία» που έχει συντεθεί κατ' επιταγήν του πατέρα μου. Ο αυτοκράτορας είχε τότε καλέσει έναν μοναχό oνόματι Ζυγαβηνό, γνωστό στη δέσποινα και προς μητρός μάμμη μου και σ' όλους τους ανώτερους κληρικούς, που είχε φτάσει στις κορυφές της φιλολογίας χωρίς να παραμελήσει και τη ρητορική κι επίσης κατείχε όσο κανείς άλλος τα δογματικά ζητήματα, και τον πρόσταξε να εκθέσει όλες τις αιρέσεις, καθεμιά χωριστά, παραθέτοντας σε καθεμιά τις ανασκευές των άγιων πατέρων και βέβαια να εκθέσει και των Βογομίλων την αίρεση, όπως την εισηγήθηκε ο ασεβής εκείνος Βασίλειος. Το έργο αυτό ο αυτοκράτορας το ονόμασε «Δογματική πανοπλία» κι έτσι τιτλοφορείται ως τώρα το βιβλίο.
2. Αλλ' ας επιστρέψουμε στα συμβάντα που οδήγησαν στη θανάτωση του Βασιλείου. Ο αυτοκράτορας κάλεσε τους απανταχού γης οπαδούς και προσήλυτους του Βασιλείου και κυρίως τους δώδεκα λεγόμενους μαθητές και δοκίμασε και αυτών τις γνώμες• και αποδείχτηκαν πραγματικοί μαθητές του Βασιλείου. Πράγματι, το κακό είχε εισχωρήσει και στα πιο μεγάλα σπίτια και μεγάλο πλήθος είχε προσβάλει το μίασμα. Γι' αυτό λοιπόν καταδίκασε στην πυρά τους αλλόθρησκους — τόσο τον κορυφαίο όσο και τον χορό. Όταν όμως συγκεντρώθηκαν όλοι οι κατηγορούμενοι ως Βογόμιλοι, άλλοι απ' αυτούς υποστήριζαν την αίρεσή τους κι άλλοι την αποκήρυσσαν εντελώς διαμαρτυρόμενοι σθεναρά εναντίον των κατηγόρων τους και καταδικάζοντάς την με αποτροπιασμό. Ο αυτοκράτορας δεν ήταν βέβαια διατεθειμένος να τους πιστέψει, αλλά και δεν ήθελε να καταδικαστεί κατά λάθος κανένας Χριστιανός ως Βογόμιλος κι ούτε να ξεφύγει κάποιος Βογόμιλος ως δήθεν Χριστιανός, γι' αυτό και επινόησε έναν πρωτότυπο τρόπο, με τον οποίο θα αναγνωρίζονταν σαφώς οι όντως Χριστιανοί.
3. Την επομένη λοιπόν κάθισε στον βασιλικό θρόνο. Παρευρίσκονταν πολλοί τόσο από τη σύγκλητο όσο κι από την ιερά σύνοδο κι επίσης επιφανείς Ναζιραίοι [ενν. μοναχοί] που διακρίνονταν για τη σοφία τους. Όλοι οι κατηγορούμενοι για βογομιλική αίρεση οδηγήθηκαν στη μέση κι ο αυτοκράτορας πρόσταξε να ερωτηθούν ένας ένας ακόμα μια φορά. Αλλά και πάλι ορισμένοι ομολογούσαν πως είναι Βογόμιλοι και υπεράσπιζαν με φανατισμό την αίρεσή τους, ενώ άλλοι την αρνούνταν ολωσδιόλου ονομάζοντας τους εαυτούς τους Χριστιανούς και επιμένοντας σ' αυτό παρά τις αποδείξεις που προσήγαν οι άλλοι. Τότε ο βασιλιάς, ζαρώνοντας τα φρύδια, «Σήμερα», είπε, «πρέπει ν' ανάψουν δύο καμίνια: στο δάπεδο του ενός θα καρφωθεί ένας σταυρός κι ύστερα θα δοθεί δικαίωμα εκλογής σε όλους: όποιοι θέλουν να πεθάνουν σήμερα ως Χριστιανοί θα χωριστούν από τους άλλους και θα προσέλθουν στο καμίνι με το σταυρό• όσοι παραμένουν σταθεροί στη βογομιλική αίρεση θα ριχτούν στο άλλο. Είναι καλύτερο να πεθάνει κανείς ως Χριστιανός παρά να ζει καταδιωκόμενος ως Βογόμιλος προσβάλλοντας τις συνειδήσεις του κόσμου. Πηγαίνετε λοιπόν κι ας κατευθυνθεί ο καθένας σας όπου θέλει».
4. Αυτά αποφάνθηκε ο βασιλιάς και φαινομενικά έκλεισε την υπόθεση. Άρπαξαν αμέσως τους κατηγορούμενους και τους απομάκρυναν μπροστά στα μάτια του πλήθους που συνέρρεε από παντού. Άναψαν ύστερα «καμίνους επταπλασίως», για να μιλήσω όπως ο μελωδός στο αποκαλούμενο Τζυκανιστήριον. Η φωτιά ανέβαινε ως τον ουρανό• στο ένα καμίνι στεκόταν ο σταυρός• οι ένοχοι μπορούσαν να διαλέξουν σε ποιο απ' τα δύο θα πήγαιναν με την ιδέα ότι όλοι θα καίγονταν. Βλέποντας πως ο θάνατος ήταν αναπόφευκτος, όσοι απ' αυτούς ήταν ορθόδοξοι κατευθύνθηκαν προς το καμίνι του σταυρού βέβαιοι πως τους περίμενε το μαρτύριο• οι δε αθεότατοι, παραμένοντας προσκολλημένοι στη μυσαρή αίρεση, στράφηκαν προς το άλλο.
5. Τη στιγμή που όλοι ανεξαιρέτως επρόκειτο να ριχτούν στην πυρά, όλοι οι παρευρισκόμενοι θλίβονταν για τους Χριστιανούς με την ιδέα πως τώρα πια θα τους έκαιγαν και καταφέρονταν έντονα εναντίον του βασιλιά επειδή δεν ήξεραν τι είχε κανονίσει. Μα να που μια βασιλική προσταγή προλαβαίνει τους δημίους και τους αποτρέπει από το εγχείρημα. Ο αυτοκράτορας, βεβαιωμένος τώρα εντελώς για την αθωότητά τους, άφησε ελεύθερους τους συκοφαντημένους εκείνους Χριστιανούς αφού προηγουμένως τους έδωσε πολλές συμβουλές• τους Βογομίλους τους έριξε και πάλι στη φυλακή, αφού ξεχώρισε από τους άλλους τους αποστόλους του ασεβούς Βασιλείου. Από τότε δεν παρέλειπε να τους καλεί καθημερινά για να τους διδάξει αυτοπροσώπως, συνιστώντας τους συνεχώς ν' απαρνηθούν τη μυσαρή θρησκεία τους. Επιπλέον έδωσε εντολή και σε μερικούς άλλους διακεκριμένους κληρικούς να τους επισκέπτονται καθημερινά και να τους διδάσκουν την ορθόδοξη πίστη παρακινώντας τους ν' αποκηρύξουν τη βογομιλική αίρεση. Μερικοί απ' αυτούς άλλαξαν στο καλύτερο κι απολύθηκαν από τη φυλακή κι άλλοι παρέμειναν φυλακισμένοι και πέθαναν μέσα στην κακοδοξία τους, χωρίς όμως να τους λείψει καθόλου ούτε η τροφή ούτε η ενδυμασία.
"Ούτε γαρ το πυρ κατεμάλαξε την σιδηράν αυτού ψυχήν..."
15.10.1 Τον Βασίλειο όμως, που ήταν όντως ο αρχηγός της αιρέσεως και ολωσδιόλου αμετανόητος, όλα τα διακεκριμένα μέλη της ιεράς συνόδου και οι επιφανείς μοναχοί κι ο ίδιος ο τότε πατριάρχης Νικόλαος τον έκριναν άξιο της πυράς. Μ' αυτούς συμφώνησε κι ο αυτοκράτορας γιατί πολλές φορές είχε συζητήσει μαζί του κι είχε διαγνώσει πόσο επικίνδυνος άνθρωπος ήταν και πόσο ήταν προσηλωμένος στην αίρεση. Πρόσταξε λοιπόν ν' ανάψουν στον Ιππόδρομο μια τεράστια φωτιά. Πρώτα έσκαψαν έναν πολύ βαθύ λάκκο κι ύστερα έφεραν πλήθος ξύλα, όλα δέντρα ψηλόκορμα, που, βαλμένα το ένα πάνω στ άλλο, σχημάτισαν ολόκληρο βουνό. Άναψαν τη φωτιά κι άρχισε λίγο λίγο να μαζεύεται κόσμος στο επίπεδο μέρος του Ιπποδρόμου και στα σκαλιά. Όλοι περίμεναν να δουν τι θα γινόταν. Απέναντι απ' τη φωτιά είχε στηθεί ένας σταυρός κι είχε δοθεί στον ασεβή το δικαίωμα επιλογής: αν τυχόν φοβόταν κι άλλαζε γνώμη θα μπορούσε να κατευθυνθεί προς τον σταυρό και τότε θ' αφηνόταν ελεύθερος.
2. Είχαν επίσης οδηγηθεί εκεί κι οι αιρετικοί όλοι για να δουν τον Βασίλειο, τον κορυφαίο τους. Όσο για κείνον, έδειχνε να καταφρονεί κάθε τιμωρία και κάθε απειλή• όσο στεκόταν μακριά από τη φωτιά, σάρκαζε και τερατολογούσε λέγοντας πως κάποιοι άγγελοι θα τον ανήρπαζαν μέσα από τις φλόγες κι έψαλλε χαμηλόφωνα το γνωστό Δαυιτικόν «Προς σεδε ουκ εγγιει• πλην τοις οφθαλμοις σου κατανοήσεις». Όταν όμως του άνοιξε χώρο ο κόσμος και μπόρεσε να δει ελεύθερα το φρικώδες εκείνο θέαμα της φωτιάς (από μακριά αισθανόταν την πύρα κι έβλεπε τις φλόγες ν' ανεβαίνουν και σαν να βροντάνε και τις σπίθες να πετάγονται ψηλά ως την κορυφή της λίθινης πυραμίδας που υψώνεται στο μέσο του Ιπποδρόμου), τότε ο θρασύς εκείνος άνθρωπος φάνηκε να δειλιάζει και να ταράζεται μπροστά στην πυρά. Σαν να τα είχε τελείως χαμένα, έστρεφε τo βλέμμα του πότε εδώ πότε εκεί, χτυπούσε τα χέρια, χτυπούσε τον μηρό του.
3. Αλλά και σ' αυτή την κατάσταση, μόνο να τον έβλεπες, έμοιαζε σκληρός σαν διαμάντι. Ούτε η πυρά κατάφερε να μαλάξει τη σιδερένια ψυχή του ούτε τα μηνύματα που του έστελνε ο αυτοκράτορας μπόρεσαν να τον δελεάσουν. Ίσως είχε ολωσδιόλου παραφρονήσει την ώρα εκείνη της μεγάλης ανάγκης και της συμφοράς και δεν ήταν σε θέση ν' αποφασίσει, μη μπορώντας καθόλου να ξεχωρίσει ποιο ήταν το συμφέρον του• μάλλον όμως ο διάβολος, που είχε κυριεύσει την ψυχή του, είχε σκορπίσει σ' αυτήν βαθύτατο σκότος. Σε κανένα φόβο, σε καμιά απειλή δεν αντιδρούσε ο κατάπτυστος εκείνος Βασίλειος, μόνο στεκόταν εκεί κοιτάζοντας σαν χαμένος μια την πυρά και μια τον κόσμο. Ήταν φανερό σε όλους πως είχε τρελαθεί: ούτε στη φωτιά ορμούσε ούτε πισωπατούσε καθόλου, μα έμενε παγωμένος και ακίνητος στην ίδια θέση όπου είχε σταθεί αρχικά. Ο κόσμος τώρα είχε αρχίσει να λέει διάφορα, οι μαγικές προφητείες του κυκλοφορούσαν πια από στόμα σε στόμα. Φοβήθηκαν τότε οι δήμιοι μην τυχόν ο Θεός επιτρέψει στους δαίμονες που προστάτευαν τον Βασίλειο να τελέσουν κάποια άνομη πράξη μαγείας• ίσως άρπαζαν τον άθλιο μεσ' απ' τις τόσες φλόγες για να τον μεταφέρουν σ' ένα πολυσύχναστο μέρος, όπου θα τον έβλεπε ο κόσμος σώο και αβλαβή, οπότε και θα γινόταν η έσχατη πλάνη χείρων της πρώτης. Αποφάσισαν λοιπόν να κάμουν ένα πείραμα.
4. Μια και εκείνος προφήτευε σημεία και τέρατα και καυχιόταν πως θα τον έβλεπαν να βγαίνει μέσ' απ' τις φλόγες σώο και αβλαβή, πήραν το μανδύα του κι είπαν: «Ας δούμε αν θα πάρουν φωτιά τα ρούχα σου», κι εύθύς έριξαν το μανδύα καταμεσής στο καμίνι». Τόση εμπιστοσύνη είχε ο Βασίλειος στον δαίμονα που τον παραπλανούσε, ώστε είπε: «Βλέπετε; Ο μανδύας σηκώθηκε και πετάει στον αέρα!» Τότε εκείνοι, που ήδη είχαν καταλάβει εξ όνυχος τον λέοντα, τον σήκωσαν και τον πέταξαν με τα ρούχα και τα παπούτσια καταμεσής στο καμίνι. Κι η φλόγα, σαν να ήταν οργισμένη εναντίον του, τόσο γρήγορα προχώρησε τρώγοντας τις σάρκες του ασεβούς, ώστε ούτε κνίσσα βγήκε καθόλου ούτε άλλαξε μορφή ο καπνός και μόνο μια λεπτή γραμμή καπνού φάνηκε ανάμεσα στις φλόγες. Γιατί και τα στοιχεία εξεγείρονται κατά των ασεβών• φείδονται όμως, για να πούμε την αλήθεια, των θεοφίλων, όπως κάποτε υποχωρούσαν και παραμέριζαν μπροστά στους θεοφιλείς εκείνους παίδας στη Βαβυλώνα και τους στεφάνωνε γύρω γύρω η φωτιά σαν χρυσαφένιος θάλαμος. Αλλά τον απαίσιο εκείνον Βασίλειο δεν είχαν καλά καλά προλάβει να τον πιάσουν αυτοί που τον είχαν σηκώσει κι η φλόγα φαινόταν να ορμάει μπροστά για ν' αρπάξει τον ασεβή. Όσο για τους άλλους που είχαν ακολουθήσει τον Βασίλειο στην οδό της απωλείας, το συγκεντρωμένο πλήθος, σφαδάζοντας από αγανάκτηση, απαιτούσαν να ριχτούν κι εκείνοι στην πυρά, αλλά ο βασιλιάς δεν το επέτρεψε και πρόσταξε να τους κλείσουν στις στοές και στους διαδρόμους των μεγίστων ανακτόρων. Μετά από αυτό τελείωσε η παράσταση, οι άθεοι μεταφέρθηκαν ύστερα σε άλλη ασφαλέστερη φυλακή κι αφού έζησαν κλεισμένοι εκεί αρκετό διάστημα, πέθαναν μέσα στην ασέβειά τους.
5. Γι' αυτό λοιπόν ήταν το ύστατο έργο και κατόρθωμα του αυτοκράτορα, αποκορύφωμα των μακροχρόνιων μόχθων και κατορθωμάτων του και συνάμα καινοτομία και τόλμη απίστευτη.
* Μετάφραση Αλόη Σιδέρη, Αλεξιάς, εκδ. Άγρα, 2005.
Τρίτη 4 Ιανουαρίου 2011
Οι Φωτιές των Χριστουγέννων και οι Βογόμιλοι
Το έθιμο της Φωτιάς την προπαραμονή των Χριστουγέννων και την παραμονή της Πρωτοχρονιάς ασφαλώς είναι το πιο χαρακτηριστικό έθιμο της μακεδονικής λαϊκής παράδοσης. Το πανάρχαιο αυτό έθιμο τηρείται σε όλα σχεδόν τα μακεδονόφωνα και βλαχόφωνα χωριά και δήμους της Μακεδονίας, αλλά και σε πολλά ντόπια ελληνόφωνα της Κοζάνης, του Ρουμλουκιού, των Σερρών, της Χαλκιδικής κ.α., καθώς και σε μερικά θρακιώτικα.
Η κρατούσα εκκλησία της Ελλάδας διαδίδει ότι το έθιμο της φωτιάς συμβολίζει «τη φωτιά που άναψαν οι βοσκοί στη Βηθλεέμ για να ζεστάνουν το μικρό Χριστό».
Αυτό βέβαια δεν ευσταθεί, γιατί απλούστατα, αν ήταν έτσι, το ίδιο έθιμο θα το είχαν όλοι οι χριστιανοί, κάτι που δεν συμβαίνει.
Το έθιμο της Φωτιάς την προπαραμονή των Χριστουγέννων έχει σχέση με τις λαϊκές (παγανιστικές) εορταστικές εκδηλώσεις του χειμερινού ηλιοστασίου (21 Δεκεμβρίου).
Οι άνθρωποι όταν διαπίστωσαν την περίοδο που (περίπου) η μέρα έπαυε να λιγοστεύει και άρχιζε να αυξάνει και ο ήλιος άρχιζε να ανεβαίνει, το θεώρησαν θεϊκό γεγονός. Τότε άναβαν μεγάλες φωτιές και πανηγύριζαν τη «νίκη» του Θεού Ήλιου κατά των δυνάμεων του σκότους. Στις 25 Δεκεμβρίου τοποθετούνταν και η γέννηση του θεού Μίθρα που ήταν ταυτισμένος με τον Ήλιο. Υπόψη ότι η λατρεία του Μίθρα ήταν ευρύτατα διαδεδομένη στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία μέχρι τον 5ο αιώνα μ.Χ. Υποχώρησε μετά την ανακήρυξη του Χριστιανισμού ως επίσημης θρησκείας και την απαγόρευση του Μιθραϊσμού. Ανάγλυφο του Μίθρα, του 3ου μ.χ. αιώνα, βρέθηκε κοντά στις Θέρμες Ξάνθης. Παρόλα αυτά οι λαϊκές παραδόσεις δεν ήταν εύκολο να ξεριζωθούν, κάτι που ανάγκασε τον αυτοκράτορα και τους δεσποτάδες να υιοθετήσουν πολλές από αυτές. Έτσι μόλις κατά τον 4ο αιώνα όρισαν ως ημερομηνία εορτασμού της γέννησης του Ιησού την 25η Δεκεμβρίου για να αντικαταστήσουν τις σχετικές με το χειμερινό ηλιοστάσιο και τη γέννηση του Μίθρα λαϊκές παραδόσεις και δοξασίες με τη γέννηση του Ιησού. Εξάλλου ο Χριστιανισμός είχε πολλά κοινά στοιχεία με τον Μιθραϊσμό, όπως τα ιδανικά της ταπεινότητας και της αδελφοσύνης, το βάπτισμα, τη χρήση αγιασμένου νερού, το τελετουργικό της κοινωνίας, την υιοθέτηση της 25ης Δεκεμβρίου ως άγιας ημέρας (ημέρας γενεθλίων του Μίθρα, στη γέννηση του οποίου επίσης παραβρέθηκαν βοσκοί), και στα δόγματα της αθανασίας της ψυχής, της τελικής κρίσης και της ανάστασης.
Στη Μακεδονία και τη Θράκη, όμως, υπάρχουν και άλλα λαϊκά έθιμα που δεν υπάρχουν σε άλλες περιοχές. Είναι το έθιμο του Κορμπανιού, τα Τζαμαλάρια (καρναβάλια), η Πυροβασία κλπ..
Κορμπάνι είναι το έθιμο της σφαγής κάποιου ζώου -συνήθως μοσχαριού- και της διανομής του, ωμού ή μαγειρεμένου, σε όλους τους κατοίκους. Πραγματοποιείται κυρίως κατά την εορτή του Αγίου Αθανασίου (18 Ιανουαρίου). Για την αγορά του, συνεισέφεραν χρήματα ή προϊόντα όλοι οι κάτοικοι του χωριού.
Η λέξη κορμπάν έχει αραμαϊκή προέλευση και σημαίνει κοινό ταμείο. Στα νεοελληνικά προφέρεται ως κορβανάς και σημαίνει επίσης κοινό ταμείο, αλλά κυρίως το δημόσιο ταμείο (κρατικός κορβανάς).
Το έθιμο πράγματι είναι κατάλοιπο του κοινοβιακού τρόπου ζωής που χαρακτήριζε το κοινωνικοθρησκευτικό κίνημα των Μπογκομίλων (στα ελληνικά αναφέρονται ως Βογόμιλοι). Κατάλοιπα των κοινοβιακών εκδηλώσεων των Μογκομίλων είναι και τα Τζαμαλάρια (καρναβάλια) που επίσης είναι χαρακτηριστικό έθιμο της Μακεδονίας. Πιο γνωστά είναι τα Τζαμαλάρια της Καστοριάς (Ραγκουτσάρια) και της Νάουσας (Γενίτσαροι και Μπούλες), οι Μπαμπούγεροι. Η λέξη Ραγκουτσάρια είναι παραφθορά της λέξης Ντραγκουτσάροι. (ντραγκ στα μακεδονικά σημαίνει αγαπητός, καλός). Μία από τις ονομασίες με τις οποίες είναι γνωστοί οι Μπογκόμιλοι είναι Ντραγκουβίτες που στα μακεδονικά προφερόταν Ντραγκουτσάροι. Μπούλα στα μακεδονικά της Νάουσας-Έδεσσας είναι η πολύ ωραία νύφη.
Οι Mπογκόμιλοι
Μπόγκα στα μακεδονικά σημαίνει θεός και μίλοι σημαίνει αγαπητοί. Στα ελληνικά δηλαδή θα λέγαμε τους Μογκόμιλους, Θεαγάπητους ή Θεόφιλους.
Η προπαγάνδα της κρατικοδίαιτης εκκλησίας έχει δημιουργήσει την εντύπωση ότι ο Μπογκομιλισμός ήταν μια από τις «αιρέσεις» του χριστιανισμού η οποία αφορίστηκε από την «Ορθόδοξη» εκκλησία και έσβησε. Στην πραγματικότητα, όμως, ήταν ένα πολιτικοθρησκευτικό κίνημα που έπαιξε σοβαρότατο ιστορικό ρόλο στα Βαλκάνια από τον 9ο έως τον 15ο αιώνα.
Η κρατούσα στη Βυζαντινή αυτοκρατορία εκκλησία είχε ταυτιστεί με το φεουδαρχικό καθεστώς και απολάμβανε τα υλικά αγαθά που αυτό της προσέφερε. Από την πλευρά της η αυτοκρατορική εξουσία απαγόρευε και καταδίωκε όλα τα άλλα θρησκευτικά δόγματα και επέβαλε δια της βίας το εξαρτημένο από αυτήν δόγμα του ορθόδοξου ιερατείου. Το ιερατείο ανταπέδιδε στην πολιτική εξουσία αυτές τις παροχές, υποστηρίζοντας το δόγμα της εκ θεού εκπορευόμενης εξουσίας των αυτοκρατόρων πάνω στη γη και τους ανθρώπους και μέσω της θεοφοβίας καλλιεργούσε την υποτακτικότητα των υπηκόων. Χαρακτηριστική είναι η συχνή επανάληψη του ψαλμού «Σώσον κύριε τον λαόν σου και ευλόγησον την κληρονομίαν σου, νίκας τοις βασιλεύσι κατά βαρβάρων δωρούμενος και το σόν φυλάττον δια του σταυρού σου πολίτευμα». Το πολίτευμα βέβαια που εξυμνούσαν ήταν μοναρχικό, φεουδαρχικό και δουλοκτητικό. Εξ άλλου μεγάλο μέρος των δυσβάστακτων φόρων πήγαινε στην εκκλησία. Έτσι η δυσαρέσκεια των λαών κατά της πολιτικής εξουσίας στρεφόταν και κατά της ταυτισμένης με αυτήν εκκλησιαστικής εξουσίας.
Οι Μπογκόμιλοι υποστήριζαν ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι απέναντι στο Θεό και ότι από τον Θεό δεν πηγάζει καμία εξουσία ανθρώπων πάνω σε ανθρώπους. Η γη ανήκει σε όλους και όχι στους φεουδάρχες, τους ηγεμόνες και την εκκλησία.
Αμφισβητούσαν, δηλαδή, την εκ Θεού εξουσία των βασιλιάδων και των δεσποτάδων. Απέρριπταν την ιεραρχία της κρατούσας εκκλησίας, την απόδοση τιμής στις ιερές εικόνες, στο σταυρό και τα ιερά λείψανα —τα οποία θεωρούσαν ειδωλολατρία— και στους αγίους. Δεν αποδέχονταν τα εκκλησιαστικά μυστήρια, τον νηπιοβαπτισμό, την Θεία Ευχαριστία και τα δόγματα περί Αειπάρθενου και Θεοτόκου της μητέρας του Ιησού Χριστού. Απέρριπταν γενικά αυτά που θεωρούσαν ως κοσμική και εκκλησιαστική εξουσία καθώς πίστευαν ότι έχουν ανθρώπινη προέλευση. Θεωρούσαν τους ναούς της επίσημης Εκκλησίας ως κατοικίες δαιμόνων.
Κατηγορούσαν το «Ορθόδοξο» ιερατείο ότι έχει ξεφύγει τελείως από τις αρχές του πραγματικού χριστιανισμού και ότι τον χρησιμοποιούν για να ασκούν κοσμική εξουσία και να εκμεταλλεύονται τους ανθρώπους.
Οι ίδιοι άρχισαν να ζουν και να συμπεριφέρονται σαν τους χριστιανούς των πρωτοχριστιανικών χρόνων και να δημιουργούν παρόμοιους κοινοβιακούς θεσμούς. Σπίτια για τις οικογένειες έφτιαχναν από κοινού, όπως και μαντριά, αποθήκες, δρόμους, υδραγωγεία κλπ. Δημιουργούσαν δηλαδή μια κοινωνία αλληλεγγύης. Κατάλοιπο εκείνου του θεσμού ήταν η Ζάντρουγκα που υπήρχε ακόμα στη Μακεδονία μέχρι τα μέσα του περασμένου αιώνα. Ήταν η πλατιά οικογένεια των συγγενών της οποίας αρχηγός ήταν ο Ντέντος (παππούς). «Ζα» στα μακεδονικά σημαίνει «για» και «νρουγκ» σημαίνει τον «άλλον». Ζάντρουγκα, δηλαδή, σημαίνει «για τον άλλον». Με μια λέξη θα το λέγαμε αλληλεγγύη.
Αντίθετα από τις τελετουργίες του βυζαντινού ιερατείου, οι Μπογκόμιλοι έκαμναν συνάξεις τα βράδια, όπου συζητούσαν θεολογικά και φιλοσοφικά ζητήματα. Διοργάνωναν συχνά γιορτές με κοινά γεύματα για όλους, όπου τραγουδούσαν, χόρευαν γύρω από μεγάλες φωτιές, διοργάνωναν σατιρικές παραστάσεις ή μεταμφιέζονταν όλοι (Τζαμαλάρια ή Καρναβάλια), ασκούνταν στην πυροβασία και άλλες παραδοσιακές εκδηλώσεις διονυσιακού και βακχικού τύπου. Στις σατιρικές εκδηλώσεις περιγελούσαν τους πλούσιους και τους δεσποτάδες με τα ακριβά και φανταχτερά ρούχα και τις θεατρικές αμφιέσεις και τελετουργίες της εκκλησίας. Μέρος εκείνων των μεταμφιέσεων ήταν και η παταρίτσα με την οποία περιγελούσαν το καλογιαλισμένο κοντάρι που κρατούσαν οι βασιλιάδες και οι δεσποτάδες (ποιμαντική ράβδος) ως σύμβολο εξουσίας. «Πατ» στα μακεδονικά είναι ο δρόμος και παταρίτσα ήταν το μπαστούνι που υποβοηθούσε τους οδοιπόρους στην πεζοπορία τους. Οι δεσποτάδες το έκαναν πατερίτσα για να φαίνεται ότι έχει ρίζα το πάτερ. Η τρίτη μέρα των (Ντ)ραγκουτσαρίων της Καστοριάς είναι αφιερωμένη σε εκείνη την Παταρίτσα.
Κατάλοιπο του κοινοβιακού τρόπου κοινωνικής οργάνωσης των Μπογκομίλων, που στηρίζονταν στο κοινό ταμείο (Κορμπάν), είναι το έθιμο του Κορμπανιού και της συγκέντρωσης ξύλων για τις φωτιές και τροφίμων από όλα τα σπίτια, όπως και της διοργάνωσης σατιρικών και πυρολατρικών εκδηλώσεων στα μακεδονικά και θρακικά χωριά.
Το αυτοκρατορικό Πατριαρχείο απαγόρευε τέτοιες εκδηλώσεις και τις χαρακτήριζε ειδωλολατρικές, ελληνικές («ελληνικώ τω τρόπω») και σατανικές.
Το σημαντικότερο, όμως, από όλα ήταν το ότι οι Μπογκόμιλοι παρακινούσαν τον κόσμο να μη πληρώνει φόρους, γιατί οι βασιλιάδες, οι γαιοκτήμονες και η εκκλησία αυθαίρετα κρατούσαν τη γη, η οποία ανήκει σε όλους, να μην υπακούει στους άρχοντες και να μη τους ακολουθεί στους πολέμους.
Ο εκφυλισμός του χριστιανισμού
Από τη γέννησή του ο χριστιανισμός εκ των πραγμάτων θα αντιμετώπιζε το δίλλημα της επιλογής μεταξύ πνευματικότητας και εκκοσμίκευσης. Οι μεγάλες θρησκείες της εποχής είχαν γίνει μεγάλες επειδή τις είχε επιβάλει κάποια μεγάλη πολιτική δύναμη. Ο Ιουδαϊσμός, του οποίου παρακλάδι ήταν ο Χριστιανισμός, από τη φύση του είχε το χαρακτήρα της αντίστασης κατά του ρωμαϊκής κατοχής, καταπίεσης και εκμετάλλευσης. Αμφισβητούσε την ελέω θεού αυτοκρατορική εξουσία, η οποία στηριζόταν στο ελληρωμαϊκό πάνθεο. Ο νεοεμφανιζόμενος χριστιανισμός μιλούσε για κοινωνική αλληλεγγύη, για δικαιοσύνη, για ισότητα, για τα δικαιώματα των αδυνάτων. Εκείνον το χριστιανισμό καταδίωκε το ρωμαϊκό καθεστώς, γιατί υπονόμευε την υποτακτικότητα και ανοχή των υπηκόων του στην καταπίεση και την εκμετάλλευση.
Όταν άρχισε να δημιουργείται χριστιανικό ιερατείο άρχισε και ο εκφυλισμός του χριστιανισμού. Το ιερατείο αρχικά απέβαλε τα ενοχλητικά για την εξουσία χαρακτηριστικά του χριστιανισμού και άρχισε την συνεργασία μαζί του. Εκείνη η ανοχή εξασφάλισε την ανοχή του χριστιανισμού από τους Ρωμαίους και το σταμάτημα των διωγμών.
Από τις αρχές του 4ου μ.Χ. αιώνα το ιερατείο έκανε το επόμενο βήμα. Όχι μόνο σταμάτησε να αμφισβητεί τη ρωμαϊκή εξουσία, αλλά και της έδωσε την στήριξή του και ταυτίστηκε με αυτήν. Η αυτοκρατορική εξουσία ανταπέδωσε εκείνη τη στήριξη, επιβάλλοντας τον χριστιανισμό του ιερατείου ως επίσημης θρησκείας και απαγορεύοντας τις άλλες θρησκείες και κυρίως τα άλλα χριστιανικά ρεύματα. Η διαμόρφωση του χριστιανισμού πλέον γίνεται από τις Οικουμενικές Συνόδους, τις οποίες συγκαλούσε ο εκάστοτε αυτοκράτορας και των οποίων οι αποφάσεις αποτελούσαν μέρος του ρωμαϊκού δικαίου.
Κινήματα αντίστασης
Όπως ήταν αναμενόμενο, παράλληλα με την εκκοσμίκευση της εκκλησίας και την ταύτισή της με το φεουδαρχικό καθεστώς, άρχισε να αναπτύσσεται και η αντίδραση των πραγματικών χριστιανών. Αυτή η αντίδραση σε κάποιες περιπτώσεις συνδέονταν και με την αντίσταση των λαών κατά του φεουδαρχικού ρωμαϊκού καθεστώτος και την δημιουργία ισχυρότατων επαναστατικών κινημάτων. Τα σημαντικότερα από αυτά τα πολιτικοθρησκευτικά κινήματα ήταν εκείνο των Παυλικιανών στη Μ.Ασία και των Μπογκομίλων στα Βαλκάνια.
Όσα γνωρίζουμε γι’ αυτά προέρχονται κυρίως από τις συκοφαντικές επιθέσεις της κρατικής Ορθόδοξης εκκλησίας που τα χαρακτήρισε αιρέσεις, τα αφόρισε και τα καταδίωξε.
Αίρεση σημαίνει απόκλιση από ένα δόγμα ή ακόμα και κατάργηση. Ενώ η ρωμαϊκή (βυζαντινή) «Ορθόδοξη» εκκλησία είχε ξεφύγει τελείως από τον πραγματικό χριστιανισμό και είχε καταπιεί ολότελα το δόλωμα του διαβόλου, που είναι οι απολαβές της κοσμικής εξουσίας, κατηγορούσε για κάτι τέτοιο εκείνους που προσπαθούσαν να την επαναφέρουν στο σωστό δόγμα.
Οι Παυλικιανοί είχαν πολλά κοινά στοιχεία με αυτά που προανέφερα για τους Μπογκομίλους, τους οποίους φαίνεται να επηρέασαν, αφού προηγήθηκαν χρονικά. Το κίνημα των Παυλικιανών εμφανίστηκε κυρίως στη Μ.Ασία κατά τον 7ο αιώνα. Το όνομά τους πιθανόν να οφείλεται σε κάποιον από τους ηγέτες του ονόματι Παύλο αλλά πιθανόν να οφείλεται και στη λατινική λέξη πούμπλικους (publikus}, που σημαίνει δημόσιος, κοινός. Υποστήριζαν πράγματι ότι όλα είναι δημόσια, δηλαδή ανήκουν σε όλους και όχι στον αυτοκράτορα, τους ηγεμόνες και την εκκλησία, όπως υποστήριζαν εκείνοι. Παρακινούσαν το λαό σε απείθεια και αντίσταση και γι’ αυτό έγιναν στόχος επιθέσεων από το βυζαντινό κράτος και την εκκλησία. Εκτός από τους αφορισμούς και το κάψιμο των συγγραμάτων τους υπέστησαν επιθέσεις από τον βυζαντινό στρατό, σφάχτηκαν και ρίχτηκαν στην πυρά κατά χιλιάδες. Απέκτησαν όμως μεγάλη επιρροή στη Μ.Ασία και κατάφεραν να γίνουν κύριοι μεγάλων τμημάτων της. Μετέτρεψαν «Ορθόδοξους» ναούς σε αποθήκες και σταύλους και διασκόρπισαν τις «ιερές» εικόνες, τα λείψανα και τα άλλα είδωλα. Απέκρουσαν τις επιθέσεις του αυτοκρατορικού στρατού με τη βοήθεια των Μωαμεθανών φίλων τους ηγεμόνων της Κομαγηνής και έκαναν δικό τους κράτος με έδρα την Τεφρίκη της ανατολικής Μ.Ασίας.
Σε μια από τις εξεγέρσεις του αγροτικού πληθυσμού κυρίως της Μ.Ασίας και της λαϊκής τάξης των πόλεων ηγήθηκε ο πρώην βυζαντινός στρατηγός Θωμάς ο Σλάβος (821 μ.Χ). Οι επαναστάτες κυριάρχησαν σε όλη τη Μ.Ασία και πολυόρκησαν την Κωνσταντινούπολη. Ο αυτοκράτορας Μιχαήλ κάλεσε σε βοήθεια τον ηγεμόνα των Βουλγάρων Ομουρτάγκ, ο οποίος το 823 εκστράτευσε κατά των επαναστατών και έσωσε το προπύργιο του φεουδαρχισμού και του σκοταδισμού από τους επαναστάτες. Μετά από αυτό οι αυτοκράτορες εξαπέλυσαν νέο κύμα διώξεων κατά των Παυλικιανών. Τους μεγαλύτερους διωγμούς εξαπέλυσε η αυτοκράτειρα Θεοδώρα, σύζυγος του Θεόφιλου (829-842) και μητέρα κηδεμόνας του Μιχαήλ Γ’ (842-867).
Η Θεοδώρα επέβαλε την ειδωλολατρεία με την επαναφορά της εικονολατρείας και αντικατέστησε τον Πατριάρχη με δικό της εικονόφιλο. Εικόνες και λείψανα «αγίων», άγια ξύλα, κομποσκοίνια κλπ. πήραν ξανά τη θέση τους στις εκκλησίες μετά από 120 χρόνια. Αυτή την επέτειο της επαναφοράς της ειδωλολατρείας την εορτάζουν ως μια από τις μεγαλύτερες εορτές ως «Κυριακή της Ορθοδοξίας». Εκτιμάται ότι σφάχτηκαν ή ρίχτηκαν ζωντανοί στην πυρά περί τις 100.000 Παυλικιανοί. Η βυζαντινή προπαγάνδα έθαψε με λάσπη τον ιδεολογικό και κοινωνικό χαρακτήρα αυτών των εξεγέρσεων και παρουσιάζει τους Παυλικιανούς ως αιρετικούς προδότες που συνεργάστηκαν με Άραβες ηγεμόνες κατά του Βυζαντίου. Αποσιωπούν το γεγονός ότι εκείνη την εποχή οι αυτοκράτορες του Βυζαντίου ήταν Αρμένιοι, Φρύγες και Σύριοι (Ίσαυροι) και ότι εκείνοι συνεργάστηκαν με τους Βούλγαρους, τους Χαζάρους κλπ. εναντίον τους.
Επαναστάσεις στα Βαλκάνια
Ένα ιστορικό γεγονός που καταγράφεται στις ελληνικές εγκυκλοπαίδειες, δείχνει ότι το επαναστατικό εκείνο κίνημα ξέσπασε και στα Βαλκάνια. Στο λήμμα Βρυέννιος Θεόκτιστος αναφέρεται μια εκστρατεία του εν λόγω στρατηγού του Μιχαήλ Γ’ το 849 στην Πελοπόννησο για την υποταγή των εκεί εξεγερμένων Σλάβων. Τους υπέταξε, λένε, και τους ανάγκασε να ξαναγίνουν φόρου υποτελείς.
Σε άλλα λήμματα σχετικά με το Βυζάντιο εκείνο το έτος (849) αναφέρεται και ως έτος εκχριστιανισμού των Σλάβων της Πελοποννήσου. Αυτό δείχνει ότι ο βυζαντινός στρατηγός υπέταξε τους επαναστατημένους πελοποννήσιους, αλλά και τους ανάγκασε να δεχθούν την αυτοκρατορική «ορθοδοξία». Αυτή η μέθοδος επιβολής του «ορθόδοξου» χριστιανικού δόγματος στους υπηκόους από τους στρατηγούς ήταν η πιο συνήθης και αποτελεσματική. Αυτό δείχνει ότι το αδελφό κίνημα των Παυλικιανών στα Βαλκάνια, το Μπογκομιλικό, υπήρχε και κατά τον 9ο αιώνα.
Τη δυσαρέσκεια των βαλκανικών λαών θα εκμεταλλευτούν και οι Βούλγαροι ηγεμόνες και θα δημιουργήσουν ανεξάρτητο βουλγαρικό κράτος το 852. Οι καταπιεσμένοι σλαβόφωνοι πληθυσμοί συντάχθηκαν με τους Βούλγαρους ηγεμόνες και αυτό έγινε αιτία να χαρακτηρίζουν οι Βυζαντινοί όλους τους σλαβόφωνους, μεταξύ των οποίων και τους Μακεδόνες, ως Βούλγαρους και τη γλώσσα τους ως Βουλγαρική.
Είναι φανερό ότι στην επαναστατικότητα εκείνη οφείλεται και η δημιουργία του Κυριλλικού αλφαβήτου και η μετάφραση των χριστιανικών βιβλίων στις σλαβικές γλώσσες εκείνης της εποχής.
Ένα από τα αιτήματα των Μπογκομίλων ήταν η μετάφραση των Ευαγγελίων και της Θ.Λειτουργίας στη γλώσσα κάθε λαού. Οι Βυζαντινοί, όμως, καθώς και οι Λατίνοι και οι Φράγκοι, δεν επέτρεπαν κάτι τέτοιο, γιατί υποστήριζαν ότι «ο Θεός εξέλεξε μόνο τρεις γλώσσες με τις οποίες μπορεί κανείς να τον τιμά, δηλ. την εβραϊκή, την ελληνική και τη λατινική» (τρίγλωσσο δόγμα). Ο πραγματικός λόγος βέβαια ήταν ότι αυτό εξυπηρετούσε τις δυο αυτοκρατορίες που χρησιμοποιούσαν την ελληνική και την λατινική στην επιδίωξή τους να κηδεμονεύουν όλους τους χριστιανικούς λαούς.
Όταν οι μη ελληνόφωνοι λαοί των Βαλκανίων άρχισαν να ριζοσπαστικοποιούνται και να εξεγείρονται, οι αυτοκράτορες κατάλαβαν ότι στερώντας τους το δικαίωμα να θρησκεύονται και να καλλιεργούν τη δική τους γλώσσα δεν ήταν πλέον δυνατόν να τους επιβάλουν το δικό τους χριστιανικό δόγμα και να τους κρατούν υποτελείς. Έπρεπε να κάνουν κάποιες παραχωρήσεις για να τους συγκρατήσουν. Έτσι ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Γ’ και ο Πατριάρχης Φώτιος ανέθεσαν στους Θεσσαλονικείς αξιωματούχους Κύριλλο και Μεθόδιο τη διαμόρφωση του Κυριλλικού αλφαβήτου και την μετάφραση των εκκλησιαστικών βιβλίων στη γλώσσα τους. Επέτρεψαν επίσης τη δημιουργία της Φιλολογικής Σχολής της Οχρίδας όπου η διδασκαλία γινόταν στην μακεδονική γλώσσα εκείνης της εποχής.
Οι διεκδικήσεις βέβαια των βαλκανικών λαών δεν εξαντλούνταν μόνο στο δικαίωμα της γλώσσας, αλλά και στο δικαίωμα κατοχής της γης, την άρνηση της βαριάς φορολογίας, της υποχρέωσης συμμετοχής στους αυτοκρατορικούς πολέμους κλπ. Έτσι μετά την κατάλυση του βουλγαρικού κράτους το 971 εξεγέρθηκαν και πάλι και δημιούργησαν δικό τους κράτος με ηγέτη τον πρώην βυζαντινό αξιωματούχο Σαμουήλ (976) με έδρα τις Πρέσπες και κατόπιν της Οχρίδας. Και αυτό το κράτος οι βυζαντινοί το αποκαλούν βουλγαρικό παρόλο που ο Σαμουήλ κατάγονταν από σλαβόφωνο Μακεδόνα πατέρα και αρμένισσα μητέρα. Υπαρχηγός του ήταν ο ηγέτης των Βλάχων των Σερβίων Κοζάνης Νικουλίτσα, ο οποίος μάλιστα μετά τον θάνατο του Σαμουήλ (1014) συνέχισε τον αγώνα μέχρι το 1018 οπότε και ηττήθηκε από τους Βυζαντινούς. Οι Βυζαντινοί αναγκάστηκαν να αναγνωρίσουν το Πατριαρχείο της Οχρίδας ως Αρχιεπισκοπή εξαρτημένη από το Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης και να σεβαστούν το δικαίωμα εκκλησιασμού και μόρφωσης στη μακεδονική γλώσσα.
Διωγμοί κατά των Μπογκομίλων
Η απείθεια και η αντίσταση του λαού κατά του θεοκρατικού βυζαντινού κατεστημένου φυσικά συνεχίστηκε με ιδεολογικούς καθοδηγητές και υποκινητές τους Μπογκομίλους, όπως και οι διωγμοί εναντίον τους.
Οι σκληρότεροι διωγμοί εξαπολύθηκαν επί Αλεξίου Α’ Κομνηνού (1081-1118) και επειδή καταγράφονται από την κόρη του Άννα Κομνηνή και τον προσωπικό του θεολόγο Ευθύμιο Ζιγαβινό δεν μπορούν να αμφισβητηθούν.
Οι Μπογόμιλοι αρνήθηκαν να στηρίξουν τον Αλέξιο στην εκστρατεία του κατά των Νορμανδών στα δυτικά Βαλκάνια και «τρεις χιλιάδες περίπου απ' αυτούς, που είχαν πάρει μέρος στην εκστρατεία κατά των Νορμανδών, τον εγκατέλειψαν και γύρισαν στα χωριά τους». Στη συνέχεια εκμεταλλευόμενοι την εξέγερση των Πετσενέγων που είχαν εγκατασταθεί στην περιοχή της σημερινής Βουλγαρίας ως σύμμαχοι των Βυζαντινών κατά των Βουλγάρων, επαναστάτησαν κατά του Αλεξίου. Μπογκόμιλοι και Πετσενέγοι νίκησαν τα αυτοκρατορικά στρατεύματα και έφτασαν μπροστά από τα τείχη της πρωτεύουσας (1090). Ο Αλέξιος αναγκάστηκε να μεταφέρει όλες τις δυνάμεις του από τη Μ.Ασία για να καταστείλει την εξέγερση.
Ο Μπογκομιλισμός ως θρησκευτικό δόγμα αποτελούσε πολιτική απειλή για το αυτοκρατορικό καθεστώς, όπως ο χριστιανισμός των πρώτων αιώνων και γι’ αυτό άρχισαν οι διωγμοί εναντίον του.
Κοινότητες Μπογκομίλων καταστράφηκαν και συγγράμματα κάηκαν, ενώ οι επώνυμοι διδάσκαλοι του Μπογκομιλισμού συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στις φυλακές, σφάχτηκαν ή ρίχτηκαν στην πυρά.
Η ίδια η Άννα η Κομνηνή περιγράφει το ρίξιμο στην πυρά του ηγέτη των Μπογκομίλων, ιατρού Βασιλείου και των κορυφαίων οπαδών του (1118). Άναψαν δυο μεγάλες φωτιές στον γεμάτο κόσμο Ιππόδρομο και έδωσαν τη δυνατότητα στους κορυφαίους Μπογκομίλους να σωθούν κινούμενοι προς έναν μεγάλο σταυρό, που συμβόλιζε την πατριαρχική «ορθοδοξία» ή προς την πυρά. Αυτοί δεν απαρνήθηκαν την πίστη τους και ρίχτηκαν στην πυρά.
Αν αυτά δεν τα περιέγραφε η ίδια η κόρη του αυτοκράτορα (Αλεξιάδα, κεφ.15ο) θα μπορούσαν να αμφισβητηθούν ως συκοφαντία. Επειδή δεν μπορούν να αμφισβητηθούν, απλώς αποσιωπούνται.
Για μεν τα εγκλήματα της Καθολικής Εκκλησίας, που μέσα από την Ιερά Εξέταση έστειλε αμέτρητους αιρετικούς στην πυρά, άπειρες φορές έχουν γραφεί άρθρα και βιβλία. Στο Βυζάντιο δεν στήνονταν ούτε στοιχειώδης Ιερά Εξέταση. Οι Μπογκόμιλοι και οι Παυλικιανοί ρίχνονταν στην πυρά μετά από αφορισμό του πατριάρχη και εντολή του αυτοκράτορα.
Οι Μπογκόμιλοι υποβοήθησαν και στη δημιουργία του δεύτερου Βουλγαρικού κράτους (1185). Οι ηγεμόνες όμως της Βουλγαρίας μετά την σταθεροποίηση του καθεστώτος τους δημιούργησαν δικό τους Πατριαρχείο με έδρα το Τύρνοβο, το οποίο σε τίποτα δεν διέφερε από εκείνο του Βυζαντίου.
Το 1211 το Βουλγαρικό Πατριαρχείο χαρακτήρισε τον Μπογκομιλισμό αίρεση και άρχισαν σκληροί διωγμοί εναντίον του. Μερικοί από τους Μπογκομίλους κατέφυγαν στη Βοσνία και με τους εκεί ομοϊδεάτες τους δημιούργησαν ισχυρό αντιμοναρχικό και αντιϊερατικό κίνημα κατά του σέρβικου πατριαρχικού ηγεμονισμού. Αυτό προκάλεσε την σκληρή καταδίωξή τους από τους Σέρβους ηγεμόνες του οίκου Νεμάνια. Ο Στέφανος Νεμάνια εξαπέλυσε σκληρούς διωγμούς και έκανε μαζικές εκκαθαρίσεις των Μπογκόμιλων, ενώ υπήρξε μεγάλης κλίμακας καύση βιβλίων αδιακρίτως, σε τέτοιο βαθμό ώστε δεν σώζεται κανένα σερβικό χειρόγραφο εκείνης της περιόδου.
Αποτέλεσμα όλων εκείνων των διωγμών ήταν η συνεργασία των Παυλικιανών και Μπογκομίλων με του Μωαμεθανούς. Οι Μωαμεθανοί αφενός ήταν πιο ανεκτικοί και φιλικοί στα άλλα θρησκευτικά δόγματα, αφετέρου δε ο Μωαμεθανισμός ήταν πιο κοντά στις πεποιθήσεις τους. Απαγόρευε, για παράδειγμα, και αυτός την λατρεία των εικόνων (ακόμα και αυτήν του Μωάμεθ) και άλλων θρησκευτικών αντικειμένων. Οι Παυλικιανοί συνεργάστηκαν αρχικά με τους Άραβες Μωαμεθανούς ηγεμόνες και αργότερα με τους επίσης Μωαμεθανούς Οθωμανούς. Είναι γνωστό ότι κατά την άλωση της Κωνσταντινούπολης η πλειοψηφία του στρατού του Μωάμεθ του Πορθητή αποτελούνταν από πρώην βυζαντινούς υπηκόους.
Μεγάλο μέρος των Παυλικιανών και των Μπογκομίλων θεώρησε πλησιέστερο τον Μωαμεθανισμό από την βυζαντινή «Ορθοδοξία» και εξισλαμίστηκε. Εξάλλου οι Μωαμεθανοί σέβονταν τον Χριστό ως Προφήτη του Θεού. Απλώς θεωρούσαν τον Μωάμεθ ως τον τελευταίο Προφήτη.
Στα Βαλκάνια εξισλαμισμένοι Μπογκόμιλοι είναι οι σερβόφωνοι μουσουλμάνοι της Βοσνίας, οι περί τις 60.000 Μακεδόνες Μωαμεθανοί που εκδιώχθηκαν από τη Μακεδονία κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών του 1925 και οι Πομάκοι της Θράκης.
Μνημεία που θυμίζουν τους Μπογκομίλους είναι οι μπογκομιλικοί τάφοι με τις μεγάλες πέτρινες πλάκες που σώζονται ακόμα σε μερικά σημεία της Μακεδονίας, όπως στην Παλαιά Πέλλα, τη Χαλκηδόνα, τη Βεύη κ.α. Δυστυχώς αυτά τα μνημεία δεν έχουν την οφειλόμενη προστασία και την συντήρηση από το ελλαδικό κράτος.
Ο πολύς κόσμος αγνοεί ότι τα λαϊκά έθιμα που διατηρούνται σε Μακεδονία και Θράκη είναι κατάλοιπα μιας πολύ σπουδαίας θρησκευτικής, πολιτικής και κοινωνικής κουλτούρας. Είναι η ζώσα μαρτυρία της πολιτικής πάλης των βαλκανικών λαών κατά της φεουδαρχίας και του σκοταδισμού.
Η στρεβλή εικόνα για το Βυζάντιο και την Ορθοδοξία
Οι νεοέλληνες έχουν τελείως στρεβλή εικόνα για το Βυζάντιο. Μερικοί έχουν ακούσει ότι όταν το πολιόρκησαν και το κατέλυσαν οι Σταυροφόροι και αργότερα οι Οθωμανοί, κανένας από τους λαούς που το απάρτιζαν δεν το υπερασπίστηκε και ότι απεναντίας συντάχθηκαν με τους αντιπάλους του. Δεν μπορούν να φανταστούν ότι το Βυζάντιο ήταν ένα λαομίσητο αυταρχικό κράτος και ότι οι λαοί που ήταν υποτελείς του αγωνίζονταν να απαλλαγούν από την εξουσία του.
Τα μπογκομιλικά ήθη και έθιμα χαρακτηρίζονται παγανιστικά και ταυτίζονται με την ειδωλολατρεία.
Το πώς γίνεται οι αρχαίοι Έλληνες, Λατίνοι, Φοίνικες κλπ. που πίστευαν σε ψεύτικους θεούς (ειδωλολάτρες), να δημιούργησαν τόσο αξιόλογο πολιτισμό, ενώ οι «Ορθόδοξοι» που πιστεύουν στον αληθινό, ο οποίος εννοείται τους έχει φωτίσει, έμειναν πολιτιστικά ουραγοί, δεν προβληματίζει τον νεοέλληνα.
Οι βασικές αιτίες που εμπόδιζαν τον ανθρώπινο νου να ελευθερωθεί, να ερευνήσει και να δημιουργήσει ήταν ο δογματισμός, οι θρησκευτικές προλήψεις και οι δεισιδαιμονίες που επέβαλαν τα απολυταρχικά και θεοκρατικά καθεστώτα. Μόνο όταν αποδυναμώθηκε η επιρροή της Καθολικής εκκλησίας και οι μοναρχίες στη δυτική Ευρώπη (κυρίως Γαλλία, Αγγλία, Γερμανία) επικράτησε ο Διαφωτισμός. Στην καθ’ ημάς Ανατολή τη βυζαντινή θεοκρατική απόλυτη μοναρχία διαδέχθηκε η όμοιά της οθωμανική. Το χειρότερο, όμως, ήταν ότι εκείνη η αλλαγή δεν συνοδεύτηκε με αποδυνάμωση της «Ορθόδοξης» σκοταδιστικής ιεραρχίας. Απεναντίας αυτή συμμάχησε με τους Οθωμανούς και απέκτησε ακόμα περισσότερα προνόμια. Εκτός από πνευματική εξουσία επί των υπηκόων της, απέκτησε ακόμα μεγαλύτερη πολιτική, με κυριότερη εκείνη του ελέγχου της μόρφωσης του ποιμνίου της. Έτσι, ενώ στη δυτική Ευρώπη ο μεσαιωνικός σκοταδισμός τελείωσε τον 15ο αιώνα, στη ζώνη επιρροής της «Ορθοδοξίας» παρατάθηκε για άλλους πέντε αιώνες. Στην Ελλάδα οι λίγες αχτίδες διαφωτισμού έφτασαν μόνο χάρη στο γεγονός ότι αυτή έγινε προτεκτοράτο των Δυτικών.
Τα κατάλοιπα του βυζαντινού σκοταδιστικού κατεστημένου (ιερατείο, Φαναριώτες κλπ) μετακόμισαν στην Ελλάδα και έγιναν κράτος εν κράτει. Καθόρισαν την εθνική ιδεολογία, επέβαλαν τα εβραιοχριστιανικά ήθη-έθιμα της «ορθοδοξίας» τους, παρεμβαίνουν σε θέματα εκπαίδευσης. Έτσι κατάφεραν να δημιουργήσουν την στρεβλή εικόνα που έχει ο νεοέλληνας για το Βυζάντιο, την Ορθοδοξία και τα επαναστατικά κινήματα των Παυλικιανών και των Μπογκομίλων.
Τα προνόμια που έχουν οι κληρικοί στην Ελλάδα, δεν τα έχουν πουθενά αλλού. Η αναλογία κληρικών, μοναστηριών, ναών και ναϊσκων ανά κάτοικο είναι η μεγαλύτερη στην Ευρώπη. Οι απολαβές τους το ίδιο.
Μόλις διατυπώθηκε η απειλή να φορολογηθεί η εκκλησιαστική περιουσία και τα ιδρύματα, να μειωθούν οι δεσποτάδες και οι κληρικοί, όπως συμβαίνει με όλους τους άλλους οργανισμούς και πολίτες, αντέδρασαν αμέσως. Με εγκύκλιο που μοίρασαν την προτελευταία εβδομάδα του περασμένου χρόνου στο ποίμνιό τους, καταλογίζουν στους πολιτικούς την ευθύνη για την παρούσα κρίση και τους κάνουν σκληρή κριτική. Τους έστειλαν έτσι το μήνυμα-προειδοποίηση να μη συμπεριλάβουν στα μέτρα εξυγίανσης της οικονομίας και την εκκλησία, γιατί θα χρησιμοποιήσουν τη δυνατότητά τους να επηρεάζουν το ποίμνιο και να παρεμβαίνουν στην πολιτική.
Κι όμως κανένα από τα κόμματα δεν τόλμησε να καταδικάσει εκείνη την απαράδεκτη για κληρικούς πολιτική πράξη.
Αν δεν απαλλαγεί ο τόπος από τους φορείς του βυζαντινού σκοταδισμού δεν πρόκειται να επικρατήσει ούτε αυτόν τον αιώνα ο Διαφωτισμός στον τόπο μας και ο Ελληνισμός θα παραμένει μεσαιωνικό κατάλοιπο στη σύγχρονη Ευρώπη.
Οι θέσεις και οι αγώνες των Μπογκομίλων παραμένουν πάντα επίκαιρες, ακριβώς γιατί στον τόπο μας επιβιώνει ακόμη ο βυζαντινός σκοταδισμός.
Εξάλλου οι ομοϊδεάτες των Μπογκομίλων στη δυτική Ευρώπη, οι Καθαροί, χαρακτηρίζονται από τους ιστορικούς μελετητές ως οι πρόδρομοι του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού.
Παρασκευή 28 Μαΐου 2010
Κροκοδείλια δάκρυα για την Άλωση της Κωνσταντινούπολης
Στις 29 Μαΐου 2010 συμπληρώνονται 557 χρόνια από την άλωση της Πόλης από τους Οθωμανούς το 1453. Είναι ημέρα «μνήμης και πένθους» (αποφράς ημέρα) κυρίως για την εκκλησία και τα προσφυγικά σωματεία.
Η κιτρινόμαυρη σημαία με τον δικέφαλο αετό έχει αναγορευτεί σε δεύτερη εθνική σημαία μετά την επίσημη γαλανόλευκη. Οι εφημερίδες και οι τηλεοπτικοί σταθμοί ήδη προανήγγειλαν σχετικά αφιερώματα.
Ο τελευταίος αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Παλαιολόγος θεωρείται ως μία από τις μεγαλύτερες μορφές του «γένους», και αν δεν είχε κάνει το λάθος να ταχθεί υπέρ της ένωσης των εκκλησιών και να αναγνωρίσει τα πρωτεία του πάπα της Ρώμης (Ουνίτης - Ενωτικός), σίγουρα θα είχε ανακηρυχθεί και άγιος.
Οι θρύλοι για τον «μαρμαρωμένο βασιλιά, που θα αναστηθεί και θα ξαναπάρει την Πόλη», είναι ακόμα ζωντανοί.
Γιατί, όμως, η εκκλησία και τα προσφυγικά σωματεία θεωρούν το «Βυζάντιο» ως κάτι δικό τους;
Το Βυζάντιο, που τότε αποκαλούνταν Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, πολλές δεκαετίες πριν το 1453 είχε περιοριστεί ουσιαστικά στα τείχη της Κωνσταντινούπολης.
Η οικονομία του στηρίζονταν κυρίως στην στρατηγική θέση της Πόλης. Ήταν εμπορικό και διαμετακομιστικό κέντρο, κάτι που απέφερε σημαντικά κέρδη και φόρους. Επιπλέον έσοδα είχε από τα διόδια που επέβαλαν στα διερχόμενα από τον Βόσπορο πλοία, τις λιμενικές διευκολύνσεις κλπ.
Ακριβώς επειδή είχε αυτόν τον χαρακτήρα, οι βασικότερες παροικίες ήταν εκείνες των τότε ναυτηλιακών και εμπορικών δυνάμεων της δυτικής Μεσογείου: Γενοβέζων, Βενετών, Καταλανών, Ισπανών, Φράγκων κλπ.
Η ναυτική υπεροπλία εκείνων των δυνάμεων, μαζί με τα ισχυρά (απόρθητα) τείχη, ήταν το βασικό αμυντικό στήριγμα της Πόλης απέναντι στην Οθωμανική αυτοκρατορία, που εκείνη την εποχή είχε μεταφέρει την πρωτεύουσά της στην Αδριανούπολη.
Ο τυπικά «Αυτοκράτορας των Ρωμαίων» ήταν φόρου υποτελής στον Σουλτάνο και ουσιαστικά αιχμάλωτός του , αφού εκείνος έλεγχε και τις δύο πλευρές της Προποντίδας. Επιπλέον ο Σουλτάνος έκτισε στα βόρεια της πόλης, στις ευρωπαϊκές ακτές του Βοσπόρου, στο πιο στενό σημείο του, ένα ισχυρό φρούριο (Ρούμελι Χισάρ). Τα κανόνια που τοποθετήθηκαν εκεί ήταν ό,τι πιο προηγμένο είχε να επιδείξει η πολεμική τεχνολογία της εποχής. Έτσι ανάγκαζε τα διερχόμενα πλοία να πληρώνουν φόρο διέλευσης, κάτι που μείωσε τα έσοδα της Πόλης, αλλά έθιξε και τα συμφέροντα των δυτικών ναυτηλιακών συμμάχων της. Έγινε φανερό πλέον, ότι ο Σουλτάνος δεν θα ανεχόταν στο μέσον της αυτοκρατορίας του έναν άλλο ηγεμόνα.
Στην ίδια την Πόλη βασίλευε η παρακμή, η διαφθορά, η πολιτική αποσύνθεση και οι θρησκευτικές έριδες. Μεγάλο μέρος του πληθυσμού είχε προσχωρήσει στον μοναχισμό, με αποτέλεσμα το κράτος να στερηθεί εργατικά χέρια και στρατεύσιμους για την υπεράσπισή του. Μόνο μέσα στην πόλη υπήρχαν, όπως λέγεται, περί τα 300 μοναστήρια με 10.000 καλόγερους, ενώ διάφορες αναφορές και εκτιμήσεις ανεβάζουν τον συνολικό αριθμό ακόμα ψηλότερα, την ίδια στιγμή που οι υπερασπιστές της ήταν λιγότεροι από 10.000. Και δεν έφτανε μόνο αυτό, αλλά στη συντριπτική τους πλειοψηφία αντιστρατεύονταν την ένωση με την Καθολική εκκλησία, κάτι που θα εξασφάλιζε την βοήθεια των Δυτικών.
Ο αυτοκράτορας υποστήριζε τις αποφάσεις της Συνόδου της Φερράρας-Φλωρεντίας (1439), βάσει των οποίων είχε συμφωνηθεί η ένωση των δύο εκκλησιών. Οι εκπρόσωποι του πάπα μαζί με την ενωτική μερίδα και με την παρουσία του βασιλιά και του πατριάρχη Γρηγορίου, συλλειτούργησαν από κοινού στην Αγία Σοφία, στις 12 Δεκεμβρίου 1452, και διακήρυξαν πανηγυρικά την ένωση των εκκλησιών.
Αυτό όμως αρνήθηκαν να το δεχτούν οι ανθενωτικοί και άρχισαν να προπαγανδίζουν και να ξεσηκώνουν τον κόσμο εναντίον της. Ο δε Γεώργιος Σχολάριος, ο μετέπειτα πρώτος πατριάρχης της άλωσης (ως Γεννάδιος), επικεφαλής των ανθενωτικών, από το κελί του στην μονή του Παντοκράτορος εκτόξευε απειλές και κατάρες για την προδοσία της πίστεως και έκαιγε βιβλία εθνικών φιλοσόφων όπως του ελληνιστή Πλήθωνα. Ανθενωτικός ήταν και ο πρωθυπουργός Μέγας Δούκας Λουκάς Νοταράς ο οποίος είπε το περίφημο εκείνο: «Κρειττότερόν εστιν ειδέναι εν μέση τη πόλει φακιόλιον βασιλεύον Τούρκων ή καλύπτραν λατινικήν.» (Είναι προτιμότερο να δούμε να κυριαρχεί στην μέση της Πόλης το φακιόλι των Τούρκων παρά την καλύπτρα των Λατίνων.)
Καλλιεργούσαν την ηττοπάθεια και διέδιδαν ότι «είναι θέλημα Θεού η Πόλη να τουρκέψη». Ως τέτοιο «θείο» σημάδι μάλιστα, ερμήνευσαν μια έκλειψη σελήνης που συνέβη την 23η Μαΐου 1453, σπέρνοντας τον πανικό και ενισχύοντας τις υπονομευτικές ενέργειες. Μετά την πτώση της Πόλης ο Γεννάδιος διακήρυττε δημοσίως: «Δεν βλέπετε ότι η Ορθοδοξία εθριάμβευσεν; Από του νυν, ουδέν πλέον φοβείται».
Ο Σουλτάνος αντάμοιψε πλουσιοπάροχα αυτές τις υπηρεσίες των ανθενωτικών. Ανακήρυξε τον Γεννάδιο Πατριάρχη Κωνσταντινούπολης και, εκτός από πνευματικό, τον αναγνώρισε και ως εθνικό ηγέτη όλων των χριστιανών της επικράτειάς του. Ο πατριάρχης δηλαδή αντικατέστησε τον αυτοκράτορα, αλλά ως υποτελής του Σουλτάνου στην πράξη έγινε Υποσουλτάνος με αυξημένες διοικητικές και πολιτικές αρμοδιότητες. Έτσι, από αυτήν την «απιστία» των ανθενωτικών προς τον Ρωμαίο αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης, δημιουργήθηκε το «Ρωμαϊκό Γένος» (Ρουμ μιλέτ – Ρωμιοσύνη).
Παραποιώντας την αλήθεια και μετατρέποντας τον εκκλησιαστικό μηχανισμό σε σχολείο πλύσης εγκεφάλων, έκαναν μερικούς από τους Ρωμιούς υπηκόους τους να πιστεύουν ότι είναι ένα «Γένος» και μάλιστα να είναι και περήφανοι γι΄αυτό. Και ενώ, όχι μόνο δεν υπερασπίστηκαν την Πόλη, αλλά και υποβοήθησαν στην κατάληψή της από τους Οθωμανούς, σήμερα κλαίνε με κροκοδείλια δάκρυα και εκθειάζουν τον τελευταίο αυτοκράτορα τον οποίο τότε είχαν προδώσει.
Ο τελευταίος Αυτοκράτορας της Ρωμιοσύνης
Ο Κωνσταντίνος ΙΑ’ Παλαιολόγος ή Κωνσταντίνος Δραγάτσης ήταν γιος του αυτοκράτορα Μανουήλ Β’ Παλαιολόγου και της Έλενας Δραγάτση (Ντραγκάτς – Драгач), κόρης του Σέρβου άρχοντα των Σερρών. Πήρε όχι μόνο το όνομα του Σλάβου παππού του Κωνσταντίνου, αλλά κράτησε και το επώνυμό του Δραγκάτσης (Ντραγκάτς).
Εκείνη την εποχή οι Σέρβοι ηγεμόνες είχαν υπό την κατοχή τους όλη την Μακεδονία, την Θεσσαλία, και τη Δυτική Θράκη. Δηλαδή οι Μακεδόνες πρόγονοί μας ήταν υπήκοοι των Σέρβων και κατά συνέπεια αναφέρονταν ως Σέρβοι. Ο τελευταίος επομένως αυτοκράτορας της Κωνσταντινούπολης από άποψη καταγωγής ήταν Σλαβορωμιός.
Ο Κωνσταντίνος αυτοπροσδιορίζονταν και υπέγραφε ως αυτοκράτωρ των Ρωμαίων. Εκείνη την περίοδο η επικράτειά του περιορίζονταν στα όρια της Κωνσταντινούπολης και του Δεσποτάτου του Μυστρά στην ανατολική Πελοπόννησο (Μοριάς), όπου ήταν ακόμα ζωντανή η σλάβικη γλώσσα. Ίσως δεν είναι καθόλου τυχαίο που το 1427 ανέλαβε την δεσποτεία της Βόστιτσας (σημερινό Αίγιο) και κατόπιν την διοίκηση του Δεσποτάτου του Μυστρά.
Η Κωνσταντινούπολη ήταν μία πόλη-κράτος κατά το πρότυπο της Βενετίας, της Γένοβας κλπ. οι οποίες είχαν υπό την κυριαρχία τους όλα σχεδόν τα νησιά του Αιγαίου, τον δυτικό Μοριά, την Ρούμελη και την Ήπειρο. Ο αυτοκράτορας της Κωνσταντινούπολης δεν θεωρούσε αυτές τις περιοχές δικές του και δεν τις διεκδικούσε από τους Φράγκους, Λατίνους και Καταλανούς κατόχους τους.
Όπως μας πληροφορεί ο βυζαντινός ιστορικός της άλωσης Γεώργιος Φραντζής, ο πατέρας του Κωνσταντίνου πούλησε το 1423 την Θεσσαλονίκη στους Βενετούς έναντι 50.000 δουκάτων. Επειδή όμως οι καλόγεροι της πόλης δεν ήθελαν την υπαγωγή τους στην Καθολική εκκλησία, αντέδρασαν όπως οι συνάδελφοί τους της Κωνσταντινούπολης.
Για τον ηγούμενο της μονής Βλατάδων Θεσσαλονίκης, υπάρχουν στοιχεία (Κ. Ν. Σάθα Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη Βενετία 1872, τ. Α’) πως συνεργάστηκε με τους Οθωμανούς. Οι καλόγεροι με επιστολή τους το 1430 στον Μουράτ Β΄ που πολιορκούσε την Θεσσαλονίκη, τον συμβούλεψαν να αποκόψει τους σωλήνες του υδραγωγείου της πόλης που ερχόντουσαν από τον Χορτιάτη. Ο Σουλτάνος ακολούθησε τις οδηγίες τους, η Θεσσαλονίκη έπεσε και ευγνωμονών τους έδωσε και άλλα προνόμια, τσιφλίκια, ακίνητα στην πόλη και φοροαπαλλαγές, τα οποία διατηρούν μέχρι σήμερα.
Οι καλόγεροι και οι δεσποτάδες αποδείχτηκαν οι μεγαλύτεροι χαμαιλέοντες. Ήξεραν ότι οι Οθωμανοί δεν έθιγαν τα συμφέροντα όσων υποτάσσονταν οικειοθελώς και έσπευδαν πρώτοι να δηλώσουν υποταγή.
Σήμερα είναι αυτοί που μας πουλάνε πατριωτισμό, γιατί τα προνόμια που έχουν στην Ελλάδα, πουθενά αλλού οι συνάδελφοί τους δεν έχουν. Το πρόσφατο σκάνδαλο της μονής Βατοπαιδίου απεκάλυψε τα μεσαιωνικά προνόμια που απολαμβάνουν οι μονές, οι εκκλησίες και οι μητροπόλεις.
Η ικανότητά τους να επηρεάζουν τις μάζες, κάνει τους πολιτικούς να μη τολμούν να θίξουν αυτά τα προνόμια.
Σήμερα που γίνονται τόσες απολύσεις και περιορισμός των εργαζομένων στο δημόσιο, κανένας δεν τολμάει να μιλήσει για περιορισμό των κληρικών, σε μια εποχή μάλιστα που τα μέσα επικοινωνίας και μεταφοράς επιτρέπουν σε έναν κληρικό να εξυπηρετήσει περισσότερες εκκλησιαστικές κοινότητες.
Συγχωνεύουν δήμους και νομαρχίες για την εξοικονόμηση πόρων και δεν τολμούν να συγχωνεύσουν μητροπόλεις σε επίπεδο περιφερειών, αφού οι μητροπολίτες είναι υψηλόμισθοι δημόσιοι υπάλληλοι.
Την Μακεδονία για τη οποία σήμερα φωνάζουν ότι "είναι μία και ελληνική ότι δεν μπορεί να ανήκει και σε σλαβόφωνους", ο αυτοκράτορας Ιωάννης ΣΤ’ Καντακουζηνός την παραχώρησε μαζί με την Θεσσαλία και τη Δυτική Θράκη στον Σέρβο ηγεμόνα Στέφανο Δουσάν (Συμφωνία Σκοπίων 1342).
Όταν εισβάλανε οι Οθωμανοί στα Βαλκάνια, το Βυζάντιο είχε Συνθήκη φιλίας μαζί τους. Έτσι, όταν οι άλλοι βαλκανικοί λαοί, μεταξύ των οποίων και οι πρόγονοι των σημερινών Μακεδόνων, Θεσσαλών και Δυτικοθρακών, υπό την ηγεσία των Σέρβων ηγεμόνων, πήγαν να αντιμετωπίσουν τους κατακτητές στη μάχη του Μαρίτσα (Έβρου 1371), οι Βυζαντινοί έμειναν τελείως αδιάφοροι.
Όταν το 1453 οι Οθωμανοί πολιόρκησαν την Κωνσταντινούπολη, ο αυτοκράτορας δεν είχε κανέναν Βαλκανικό ή Μικρασιατικό χριστιανικό λαό ή ηγεμόνα ως σύμμαχο. Εξαργύρωσε την μέχρι τότε συμπεριφορά του απέναντί τους. Ούτε αυτός νοιάζονταν για εκείνους, ούτε εκείνοι γι’ αυτόν.
Στο τέλος Μαρτίου 1453, σε μια απογραφή που διενεργήθηκε από τον Γεώργιο Φραντζή, διαπιστώθηκε ότι στην Κωνσταντινούπολη υπήρχαν διαθέσιμοι για την άμυνα 4.983 Ρωμαίοι στρατιώτες, πολλοί από τους οποίους ήταν μισθοφόροι, και λιγότεροι από 2.000 αλλοδαποί. Ανάμεσα στους ξένους ήταν 700 Γενουάτες με αρχηγό τον Γενουάτη Ιωάννη Ιουστινιάνη (Giovanni Giustiniani) ενισχυμένοι και από 200 άντρες του Πελοπονήσιου καρδινάλιου Ισίδωρου, που είχε έρθει ως απεσταλμένος του πάπα της Ρώμης.
Το λιμάνι και την αλυσίδα που έφραζε τον Κεράτιο κόλπο την φύλαγαν μεγάλα Βενετικά και Γενοβέζικα πλοία, καθώς οι Βυζαντινοί δεν είχαν καθόλου ναυτικό. Ακόμα και τα πλοία που πέντε χρόνια νωρίτερα είχαν μεταφέρει τον Κωνσταντίνο από τον Μυστρά στην Κωνσταντινούπολη ήταν Καταλανικά.
Υπεύθυνος της άμυνας της πόλης ήταν ο Γενουάτης Giovanni Giustiniani (Ιωάννης Ιουστινιάνης). Άλλωστε, η εικόνα που προκύπτει από τα περισσότερα χρονικά, είναι ότι αυτοί που αντιστάθηκαν περισσότερο ήταν οι Γενουάτες μισθοφόροι παρά οι ίδιοι οι Βυζαντινοί. Αυτός ο ήρωας, όμως, δεν τιμάται από τους σημερινούς θιασώτες του Βυζαντίου επειδή ήταν Λατίνος.
Υπεύθυνος για τα πυροβόλα, τις μηχανές ρίψης υγρού πυρός, τους πύργους και τις επισκευές των τειχών ήταν ο Γερμανός μηχανικός Ιωάννης Γκράντ. Ήταν δηλαδή με σημερινούς όρους ο διοικητής του Μηχανικού. Η καταγωγή του όμως τον καταδίκασε στην αφάνεια.
Απεναντίας ο Σουλτάνος Μωάμεθ ο Πορθητής είχε στο πλευρό του πολλούς Ρωμιούς συμμάχους, όπως οι εξισλαμισμένοι Ζαγανός πασάς και Μαχμούτ Μπέης κ.α. Το μεγάλο κανόνι με το οποίο γκρέμισε τα τείχη, το κατασκεύασε ο Ούγγρος Ουρβανός στήν Αδριανούπολη. Ο τελευταίος βασιλιάς του Πόντου Δαυίδ ήταν υποτελής στον Μωάμεθ και η συνθήκη συμμαχίας που είχε μαζί του, εκτός από τον φόρο υποτέλειας, προέβλεπε και την παραχώρηση 800 Ποντίων μισθοφόρων στον οθωμανικό στρατό.
Οι σημερινοί βυζαντινολόγοι της Ελλάδας αποφεύγουν να αναφερθούν στις αιτίες που το Βυζάντιο κατά τους τελευταίους αιώνες δεν είχε συμμάχους μεταξύ των χριστιανικών λαών και ηγεμόνων της περιοχής.
Το αποφεύγουν, όπως ο διάβολος το λιβάνι, γιατί πρέπει να εξηγήσουν γιατί αυτοί οι λαοί και οι ηγεμόνες δεν ένιωθαν το Βυζάντιο περισσότερο δικό τους από ότι τους Οθωμανούς.
Αλλά και η βοήθεια που είχε ο τελευταίος αυτοκράτορας από τους Δυτικούς, δεν οφείλονταν στην χριστιανική αλληλεγγύη, αλλά στο γεγονός ότι η Κωνσταντινούπολη εξυπηρετούσε τα δικά τους συμφέροντα στην περιοχή.
Μετά την άλωση της πόλης ο μηχανισμός του πατριαρχείου με τη στήριξη του Σουλτάνου έγραψε την ιστορία και τους θρύλους όπως ήθελε και την επέβαλε στο ποίμνιό του το οποίο μετέτρεψε σε Ρωμαίικο Γένος.
Μετά τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όλος αυτός ο μηχανισμός κόλλησε σαν βδέλλα στο νεοελληνικό κράτος και επέβαλε αυτήν την απατηλή άποψη για τον ρόλο και τον χαρακτήρα του Βυζαντίου και του Πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης.
Σήμερα εκείνοι που υποβοήθησαν την άλωση της Πόλης, εκείνοι μοιρολογούν με κροκοδείλια δάκρυα για τον χαμό της.
Παρασκευή 29 Μαΐου 2009
Επέτειος της πτώσης της Κωνσταντινούπολης
Στις 29 Μαϊου 1453, οι Οθωμανοί κατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη και έβαλαν τέλος στην μακραίωνη ιστορία της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, που σήμερα είναι γνωστή ως Βυζάντιο.
Η μετονομασία της σε Βυζάντιο είναι μια από τις μεγαλύτερες παραχαράξεις της ιστορίας. Η αυτοκρατορία ονομαζόταν καθ¨όλη τη διάρκεια του βίου της Ρωμαϊκή και οι υπήκοοί της Ρωμιοί.
Το Βυζάντιο ως όρος εισάγεται για πρώτη φορά το 1562 απο τον Wolf,με την έκδοση των Βυζαντινών ιστορικών στη σειρά Corpus Byzantinae Historiae.Ο όρος επικρατεί οριστικά στον ευρωπαϊκό χώρο το 1680, με την έκδοση της Historia Byzantina του Du Cange, και απο εκεί καθιερώνεται και στην ελληνική ιστοριογραφία.
Τα αίτια αυτής της ιστορικής παραχάραξης είναι πολιτικά. Οι λατινο- γερμανοί θεωρούσαν ότι αυτοί είναι συνεχιστές της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Από τις αρχές του 9ου αιώνα είχαν δημιουργήσει την Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και χρησιμοποιούσαν αυτόν τον τίτλο για πολλούς αιώνες.
Οι Νεοέλληνες ευχαρίστως εγκατέλειψαν τον τίτλο του Ρωμαίου, γιατί παρέπεμπε στην Ρώμη, η οποία και δημιούργησε την αυτοκρατορία. Αυτό έκανε ευάλωτους τους υπηκόους στη πολιτική της Ρώμης και δεν εξυπηρετούσε την προπαγάνδα περί καταγωγής από τους αρχαίους Έλληνες. Σταδιακά ο όρος Ρωμιοσύνη αντικαταστάθηκε από τον όρο Ελληνισμός.
Μια άλλη ιστορική παραχάραξη είναι η ταυτότητα του Βυζαντίου, που οι θιασώτες του ελληνισμού το παρουσιάζουν ως ελληνικό με την έννοια της καταγωγής.
Η αυτοκρατορία ήταν πολυεθνική και μάλιστα καμία από τις εθνότητες που την αποτελούσαν, δεν ονομαζόταν ελληνική. Ελληνική ήταν μόνο ως προς την επίσημη γλώσσα.
Την υπεράσπιση της Κωνσταντινούπολης, κατά την πολιορκία από τον Μωάμεθ τον Πορθητή, είχε μισθοφορικός στρατός υπό την ηγεσία Γενουάτη αρχιστρατήγου και Βενετού ναυάρχου. Καμία από τις εθνότητες που απάρτιζαν παλαιότερα την αυτοκρατορία δεν βοήθησε στην υπεράσπισή της, γιατί απλούστατα δεν την ένιωθε δική της. Απεναντίας, ο Μωάμεθ ηγείτο ενός πολυεθνικού στρατού, το μεγαλύτερο μέρος του οποίου ήταν πρώην Ρωμαίοι υπήκοοι.
Ίδια ήταν προηγουμένως και η στάση της Βυζαντινής εξουσίας προς τους πρώην υπηκόους της. Κατά την εισβολή των Οθωμανών στα Βαλκάνια, το Βυζάντιο είχε συνθήκη ειρήνης μαζί τους και δεν συμμετείχε στην αντίσταση.
Στη Μακεδονία, τη Θεσσαλία και τη Δυτική Θράκη τους Οθωμανούς αντιμετωπίζουν άλλοι Βαλκάνιοι ηγεμόνες. Οι περιοχές αυτές είχαν περιέλθει στο βασίλειο του Σέρβου ηγεμόνα Στέφανου Δουσάν με τη συμφωνία των Σκοπίων το 1342.
Οι Σέρβοι ηγεμόνες, λοιπόν, ηγούμενοι ενός βαλκανικού πολυεθνικού στρατού, αντιστάθηκαν στην εισβολή των Οθωμανών, αλλά ηττήθηκαν το 1371 στη μάχη του Μαρίτσα (Έβρου), όπου είναι τα σημερινά ελλαδικά σύνορα με την Τουρκία. Το 1389 ηττήθηκαν και στη μάχη του Κοσόβου.
Την Θεσσαλονίκη οι Οθωμανοί την πήραν από τους Βενετούς το 1430.
Όπως γράφει ο χρονικογράφος Φραντζής, ο ι Βυζαντινοί την είχαν πουλήσει στους Βενετούς το 1423 έναντι 50.000 δουκάτων.
Τα παραμύθια περί 2.300 χρόνων ελληνικότητας της Θεσσαλονίκης είναι ιδεολογήματα για να φουσκώνουν τα μυαλά των υπηκόων του νεοελληνικού κράτους.
Τις περιοχές νοτίως της Θεσσαλίας και τα νησιά, οι Οθωμανοί τα πήραν από τους Καταλανούς, τους Φράγκους, τους Βενετούς, τους Γενουάτες.
Την Κωνσταντινούπολη δεν την υπερασπίστηκαν σύσσωμοι ούτε οι κάτοικοί της.
Ο αυτοκράτορας Ιωάννης Η΄ Παλαιολόγος, προκειμένου να εξασφαλίσει την υποστήριξη των Δυτικών, είχε προσφέρει στον πάπα της Ρώμης την ένωση της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας με την Καθολική. Αυτό είχε εξοργίσει το ιερατείο της Κωνσταντινούπολης, που δεν μπορούσε να ανεχθεί την υποταγή στον πάπα της Ρώμης , και στράφηκε κατά της αυτοκρατορικής εξουσίας.
Καλλιεργούσε την ηττοπάθεια διαδίδοντας, ότι «είναι θέλημα θεού να πέσει η Πόλη».
Η φράση «Κρειττότερον φακιόλιον Τούρκου ή καλύπτραν Λατινική» του επιφανέστερου ανθενωτικού, Λουκά Νοταρά, έγινε σύνθημα των ανθενωτικών. Επικεφαλής των ανθενωτικών ήταν ο Γενάδιος Σχολάριος, ο οποίος μετά την άλωση αμείφθηκε από τον Μωάμεθ τον Πορθητή με τη θέση του Πατριάρχη.
Το ορθόδοξο ιερατείο, όχι μόνο δεν έχασε τα κοσμικά του προνόμια που είχε επί Βυζαντίου, αλλά αμείφθηκε για την υποβοήθηση της άλλωσης της Πόλης με την παραχώρηση και άλλων προνομίων.
Σήμερα εκείνοι που υποβοήθησαν στην πτώση της Πόλης, θρηνούν με κροκοδείλια δάκρυα για την πτώση της.
Προπαγανδίζουν και καπηλεύονται το Βυζάντιο, γιατί εκείνο με την εξουσία του επέβαλε τον χριστιανισμό στους υπηκόους του και παραχώρησε στο ιερατείο πολιτικά και κοσμικά προνόμια. Στο Βυζάντιο η εκκλησία ήταν κράτος εν κράτει.
Δικαιολογημένα λοιπόν στις μητροπόλεις και τους ναούς αναρτούν την κρατική σημαία του Βυζαντίου με το δικέφαλο αετό και το βασιλικό στέμμα με τον σταυρό. Νιώθουν ακόμα ως παρακλάδι του κράτους, και φυσικά στην Ελλάδα είναι.
Κυριακή 10 Μαΐου 2009
Ο Κύριλλος και ο Μεθόδιος τιμώνται, η κυριλλική γραφή και γλώσσα καταδιώκονται
Στις 11 Μαϊου εορτάζεται η μνήμη των Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου από την εκκλησία της Ελλάδας. Η εορτή καθιερώθηκε μόλις τη δεκαετία του ’60.
Το Μάϊο του 1993, όταν ο εθνικιστικός πυρετός για το Μακεδονικό ήταν στο απόγειό του, το Υπουργείο Παιδείας με εγκύκλιό του έδωσε εντολή να τιμηθεί η γιορτή «με εκκλησιασμό όλων των μαθητών» και «ομιλία για τη ζωή και το έργο των Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου».
Οι ακτιβιστές της ΜΑ.ΚΙ.Β.Ε. επαίνεσαν αμέσως, μέσω της εφημερίδας «Ζόρα», εκείνη την ενέργεια της κυβέρνησης, γιατί τιμούσε επιτέλους δυο μεγάλες προσωπικότητες της Μακεδονίας, διεθνούς μάλιστα εμβέλειας.
Προχώρησαν, όμως, και σε μία παραίνεση που προκάλεσε αμηχανία:
«Καιρός είναι να τιμηθεί και το έργο τους, που είναι η κυριλλική γραφή και η διαμόρφωση της γλώσσας στην οποία μετέφρασαν τα εκκλησιαστικά συγγράμματα».
Μόνο χάρη στην αναζωπύρωση του Μακεδονικού στις αρχές της δεκαετίας του ’90 θυμήθηκαν τους δυο Μακεδόνες αγίους. Αυτούς τους Θεσσαλονικείς τιμούσαν μέχρι τότε σε πάρα πολλές χώρες, κυρίως της ανατολικής Ευρώπης, ενώ στον τόπο καταγωγής τους καθόλου.
Το 1980 ο πάπας Ιωάννης Παύλος ο Β’ τους ανακήρυξε σε συμπροστάτες της Ευρώπης μαζί με τον Άγιο Βενέδικτο.
Επί πλέον όλοι τους ήξεραν ως σλαβόφωνους Μακεδόνες, κάτι που, λόγω Μακεδονικού έπρεπε να αλλάξει.
Στη Θεσσαλονίκη ολοκλήρωσαν σε χρόνο ρεκόρ ιερό ναό προς τιμή τους.
Το 1992 δημιούργησαν χορωδία του Ι.Ν. Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου, η οποία βέβαια δεν ψέλνει στη γλώσσα τους, ούτε προωθεί την κυριλλική γραφή. Δημιουργήθηκε για πολιτικούς λόγους
Η χορωδία προωθήθηκε από την ελλαδική εκκλησία και κυρίως από τον αντιμακεδόνα μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Άνθιμο, και δεν περιορίζεται στην εξυπηρέτηση των αναγκών του ναού, αλλά κάνει δεκάδες περιοδείες στην Ελλάδα και το εξωτερικό (πάνω από 250!!!).
Υπόψη ότι ο Άνθιμος κατάγεται από τον Πύργο Ηλείας και το επώνυμό του είναι Ρούσας. Ρούσα στα μακεδονικά λέγεται η ξανθή. Προφανώς κατάγεται από τους εξελληνισμένους Σλάβους της Πελλοπονήσου.
Υποστηρίζει όμως, όπως και πολλοί άλλοι, ότι οι Κύριλλος και Μεθόδιος «δεν είναι Σλάβοι, αλλά Έλληνες ιεραπόστολοι».
Ότι λάμπει από το παρελθόν, δικό τους είναι.
Αγνοούν ότι την εποχή εκείνη, καθώς και τουλάχιστον άλλα χίλια χρόνια πριν, δεν υπήρχε λαός ή άτομα που να αποκαλούνται Έλληνες στην καταγωγή.
Η ζωή και η δράση Κυρίλλου και Μεθοδίου
Ήταν γιοί του Ρωμαίου (Βυζαντινού) αξιωματούχου Λέοντα και γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στη Θεσσαλονίκη. Υπάρχουν αναφορές που λένε ότι επισκέπτονταν συχνά τους συγγενείς τους στο Σοχό Θεσσαλονίκης, κάτι που σημαίνει ότι γενέτειρα των γονιών τους ή κάποιου από αυτούς ήταν ο Σοχός.
Ο μεγαλύτερος αδελφός, ο Μεθόδιος (820-885) είχε το κοσμικό όνομα Μιχαήλ και εκπαιδεύτηκε για να καταλάβει κρατικά αξιώματα.
Ο Κύριλλος (827-869) είχε το κοσμικό όνομα Κωνσταντίνος και σπούδασε φιλολογία, φιλοσοφία και θεολογία. Εκτός από τη μητρική του γλώσσα γνώριζε και ελληνικά, λατινικά, εβραϊκά, αραβικά κ.α.
Ήταν συνεργάτης του πατριάρχη Φώτιου, ο οποίος τον χρησιμοποίησε σε αποστολές όχι μόνο θρησκευτικού χαρακτήρα, αλλά και πολιτικού.
Το 860 τον έστειλε στην Κριμαία με σκοπό να διαδώσει εκεί το χριστιανισμό.
Το 862 ο ηγεμόνας της Μοραβίας (σημερινή Τσεχία) Ρόστισλαβ επεδίωξε συμμαχία με το Βυζάντιο, από το οποίο ζήτησε ιεροκήρυκες για να διδάξουν το χριστιανισμό στους λαούς της περιοχής. Ο λόγος ήταν καθαρά πολιτικός.
Ο Ροστισλαβ κατάφερε να αυτονομηθεί από την αυτοκρατορία των Φράγκων, οι οποίοι ως γνωστό αυτοαποκαλούνταν αυτοκράτορες της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και είχαν βλέψεις στα Βαλκάνια. Εκείνοι υπονόμευαν την αυτονομία του, χρησιμοποιώντας ως δούρειο ίππο τον χριστιανισμό του πάπα, ο οποίος είχε ως επίσημη γλώσσα τη λατινική.
Ο Ροστισλαβ αναγκάστηκε να στραφεί προς το Βυζάντιο και μιμούμενος το παράδειγμά του, που χρησιμοποιώντας ως ενοποιητικό στοιχείο τον ελληνόφωνο χριστιανισμό, είχε καταφέρει να επιβληθεί σε πολλούς λαούς, επιχείρησε να χρησιμοποιήσει τον χριστιανισμό ως στοιχείο ενίσχυσης της εξουσίας του.
Επειδή όμως οι λαοί της περιοχής, παρά τις λατινικές επιρροές, ομιλούσαν σλαβικές διαλέκτους, σκέφτηκε την ανάδειξη αυτών των διαλέκτων ως εκκλησιαστικής και κρατικής γλώσσας.
Ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Μιχαήλ Γ’ και ο πατριάρχης Φώτιος διείδαν τα εκκλησιαστικά και πολιτικά οφέλη και ως «συμμαχική βοήθεια» έστειλαν στον Ροστισλαβ του ιεραπόστολους Κύριλλο και Μεθόδιο.
Η επιλογή τους δεν μπορεί να ήταν τυχαία. Η δημιουργία αλφαβήτου και η μετάφραση των χριστιανικών βιβλίων σε μια άλλη γλώσσα, που μέχρι τότε δεν είχε δική της γραφή και δεν διδάσκονταν στις βυζαντινές σχολές, δεν είναι εύκολο να γίνει μέσα σε λίγους μήνες, από κάποιους που δε γνώριζαν καλά εκείνη τη γλώσσα και δεν είχαν ασχοληθεί σοβαρά με αυτό το ζήτημα.
Το 863 οι Κύριλλος και Μεθόδιος μαζί με μια ομάδα ιεραποστόλων εγκαταστάθηκαν στην πρωτεύουσα της Μοραβίας και δημιούργησαν σχολή, όπου δίδασκαν τη νέα γραφή που δημιούργησε ο Κύριλλος (κυριλλική) και τη γραμματική της γλώσσας. Παράλληλα άρχισαν να βαπτίζουν και τους πρώτους σλαβόφωνους χριστιανούς της περιοχής.
Όπως ήταν επόμενο ο γερμανο-λατινικός κλήρος δεν έβλεπε με καλό μάτι τη δράση των Θεσσαλονικέων ιεραποστόλων. Τους κατηγόρησε ότι παραβιάζουν το τριγλωσσικό δόγμα, βάσει του οποίου τα ιερά ευαγγέλια έπρεπε να διδάσκονται μόνο στα ελληνικά, λατινικά και εβραϊκά.
Ο Κύριλλος και ο Μεθόδιος οδηγήθηκαν στη Ρώμη για απολογία. Κατάφεραν όμως να πείσουν τον πάπα Ανδριανό Β΄, ότι δεν ήταν σωστό και δίκαιο, οι λαοί με σλαβικές γλώσσες να μη μπορούν να δοξολογούν το θεό στη γλώσσα τους.
Ο πάπας ενέκρινε το έργο τους και ευλόγησε τα βιβλία τους. Χειροτόνησε μάλιστα τον Μεθόδιο επίσκοπο Μοραβίας και Σλοβενίας.
Ο Κύριλλος παρέμεινε στη Ρώμη όπου λίγο αργότερα αρρώστησε και πέθανε (869). Η ταφή του έγινε με μεγάλες τιμές από τον πάπα.
Ο Μεθόδιος συνέχισε το έργο του, αλλά η εκθρόνιση του Ροστισλαβ από τους Φράγκους το 873 δημιούργησε πολλά προβλήματα στην ιεραποστολή. Το μεγαλύτερο μέρος της ιεραποστολής αναγκάστηκε να μετακινηθεί νοτιοανατολικά, όπου συνέχισε το έργο της.
Το Βυζάντιο προσπάθησε να προσεταιριστεί και πάλι τον Μεθόδιο, ο οποίος μετέβει στην Κωνσταντινούπολη και αποκατέστησε σε κάποιο βαθμό τις σχέσεις του με αυτό.
Μέχρι τότε οι λαοί του Βυζαντίου με διαφορετική μητρική γλώσσα από την επίσημη ελληνική, ήταν υποχρεωμένοι να μορφώνονται μόνο στα ελληνικά, κάτι που φυσικά προκαλούσε τη δυσαρέσκειά τους.
Η προσχώρηση των ιεραποστόλων της ομάδας του Κυρίλλου και Μεθοδίου στην παπική εκκλησία, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό σε αυτή τη δυσαρέσκεια.
Η αναγνώριση του πάπα στους σλαβόφωνους πληθυσμούς των Βαλκανίων να καλλιεργήσουν τη γλώσσα τους και να την χρησιμοποιούν ως εκκλησιαστική και λογοτεχνική γλώσσα, ήταν φυσικό να προκαλέσει την συμπάθειά τους και την στροφή τους προς αυτόν.
Ο φόβος ότι οι σλαβόφωνοι των Βαλκανίων θα στραφούν προς τον πάπα και τους Δυτικούς, είναι εκείνος που ανάγκασε το πολιτικοστρατιωτικό και εκκλησιαστικό κατεστημένο του Βυζαντίου να παραχωρήσει και να σεβαστεί αυτό το δικαίωμα στους σλαβόφωνους υπηκόους του.
Υπόψη ότι εκείνη η δυσαρέσκεια είχε οδηγήσει μεγάλο μέρος των σλαβόφωνων στη συστράτευση με τους Βούλγαρους, που το 852 αποσχίστηκαν από το Βυζάντιο και δημιούργησαν ανεξάρτητο κράτος. Από τότε οι Βυζαντινοί ταυτίζουν τους σλαβόφωνους με τους Βούλγαρους.
Το μεγαλύτερο μέρος της ιεραποστολής της Μοραβίας επέστρεψε στη Μακεδονία και δημιούργησε μορφωτικό και θεολογικό κίνημα με επίκεντρο την Οχρίδα.
Έτσι έγινε η αρχή της χειραφέτησης της μακεδονικής γλώσσας και λογοτεχνίας, η οποία βέβαια εντάσσεται στη σλαβική ομάδα γλωσσών, αλλά έχει και πολλά ελληνικά, λατινικά, αρχαιομακεδονικά, θρακο-ιλλυρικά και άλλα γλωσσικά στοιχεία.
Όλα αυτά τα στοιχεία, όσο και αν δεν αρέσει σε μερικούς, αποτελούν μέρος της μακεδονικής πολιτιστικής ταυτότητας.
Έναν αιώνα μετά θα δημιουργηθεί το κράτος του Σαμουήλ το οποίο θα ιδρύσει το πατριαρχείο Οχρίδας. Οι Βυζαντινοί, ακόμα και μετά την κατάλυση του κράτους του Σαμουήλ (1018), θα σεβαστούν το δικαίωμα των ντόπιων της Μακεδονίας να συνεχίσουν να καλλιεργούν την κουλτούρα τους, αλλά και δεν θα σταματήσουν να την υπονομεύουν όσο μπορούν, κάτι που συνεχίζουν μέχρι σήμερα.
Το Βυζάντιο αναγκάστηκε, πριν χίλια περίπου χρόνια, να επιτρέψει την καλλιέργεια της κυριλλικής γραφής και της μακεδονικής διαλέκτου της εποχής εκείνης, που εξελήχθηκε στη σύγχρονη μακεδονική γλώσσα.
Η Ελλάδα αναγκάστηκε για πολιτικούς λόγους να τιμήσει τους Θεσσαλονικείς θεμελιωτές της σύγχρονης μακεδονικής γλώσσας, Κύριλλο και Μεθόδιο, κάτι που δεν έκαμνε μέχρι το 1993.
Είναι μια καλή αρχή.
Οι Μακεδόνες ανέκαθεν τιμούσαν και θα συνεχίσουν να τιμούν τους Θεσσαλονικείς Αγίους Κύριλλο και Μεθόδιο.
Το Μάϊο του 1993, όταν ο εθνικιστικός πυρετός για το Μακεδονικό ήταν στο απόγειό του, το Υπουργείο Παιδείας με εγκύκλιό του έδωσε εντολή να τιμηθεί η γιορτή «με εκκλησιασμό όλων των μαθητών» και «ομιλία για τη ζωή και το έργο των Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου».
Οι ακτιβιστές της ΜΑ.ΚΙ.Β.Ε. επαίνεσαν αμέσως, μέσω της εφημερίδας «Ζόρα», εκείνη την ενέργεια της κυβέρνησης, γιατί τιμούσε επιτέλους δυο μεγάλες προσωπικότητες της Μακεδονίας, διεθνούς μάλιστα εμβέλειας.
Προχώρησαν, όμως, και σε μία παραίνεση που προκάλεσε αμηχανία:
«Καιρός είναι να τιμηθεί και το έργο τους, που είναι η κυριλλική γραφή και η διαμόρφωση της γλώσσας στην οποία μετέφρασαν τα εκκλησιαστικά συγγράμματα».
Μόνο χάρη στην αναζωπύρωση του Μακεδονικού στις αρχές της δεκαετίας του ’90 θυμήθηκαν τους δυο Μακεδόνες αγίους. Αυτούς τους Θεσσαλονικείς τιμούσαν μέχρι τότε σε πάρα πολλές χώρες, κυρίως της ανατολικής Ευρώπης, ενώ στον τόπο καταγωγής τους καθόλου.
Το 1980 ο πάπας Ιωάννης Παύλος ο Β’ τους ανακήρυξε σε συμπροστάτες της Ευρώπης μαζί με τον Άγιο Βενέδικτο.
Επί πλέον όλοι τους ήξεραν ως σλαβόφωνους Μακεδόνες, κάτι που, λόγω Μακεδονικού έπρεπε να αλλάξει.
Στη Θεσσαλονίκη ολοκλήρωσαν σε χρόνο ρεκόρ ιερό ναό προς τιμή τους.
Το 1992 δημιούργησαν χορωδία του Ι.Ν. Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου, η οποία βέβαια δεν ψέλνει στη γλώσσα τους, ούτε προωθεί την κυριλλική γραφή. Δημιουργήθηκε για πολιτικούς λόγους
Η χορωδία προωθήθηκε από την ελλαδική εκκλησία και κυρίως από τον αντιμακεδόνα μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Άνθιμο, και δεν περιορίζεται στην εξυπηρέτηση των αναγκών του ναού, αλλά κάνει δεκάδες περιοδείες στην Ελλάδα και το εξωτερικό (πάνω από 250!!!).
Υπόψη ότι ο Άνθιμος κατάγεται από τον Πύργο Ηλείας και το επώνυμό του είναι Ρούσας. Ρούσα στα μακεδονικά λέγεται η ξανθή. Προφανώς κατάγεται από τους εξελληνισμένους Σλάβους της Πελλοπονήσου.
Υποστηρίζει όμως, όπως και πολλοί άλλοι, ότι οι Κύριλλος και Μεθόδιος «δεν είναι Σλάβοι, αλλά Έλληνες ιεραπόστολοι».
Ότι λάμπει από το παρελθόν, δικό τους είναι.
Αγνοούν ότι την εποχή εκείνη, καθώς και τουλάχιστον άλλα χίλια χρόνια πριν, δεν υπήρχε λαός ή άτομα που να αποκαλούνται Έλληνες στην καταγωγή.
Η ζωή και η δράση Κυρίλλου και Μεθοδίου
Ήταν γιοί του Ρωμαίου (Βυζαντινού) αξιωματούχου Λέοντα και γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στη Θεσσαλονίκη. Υπάρχουν αναφορές που λένε ότι επισκέπτονταν συχνά τους συγγενείς τους στο Σοχό Θεσσαλονίκης, κάτι που σημαίνει ότι γενέτειρα των γονιών τους ή κάποιου από αυτούς ήταν ο Σοχός.
Ο μεγαλύτερος αδελφός, ο Μεθόδιος (820-885) είχε το κοσμικό όνομα Μιχαήλ και εκπαιδεύτηκε για να καταλάβει κρατικά αξιώματα.
Ο Κύριλλος (827-869) είχε το κοσμικό όνομα Κωνσταντίνος και σπούδασε φιλολογία, φιλοσοφία και θεολογία. Εκτός από τη μητρική του γλώσσα γνώριζε και ελληνικά, λατινικά, εβραϊκά, αραβικά κ.α.
Ήταν συνεργάτης του πατριάρχη Φώτιου, ο οποίος τον χρησιμοποίησε σε αποστολές όχι μόνο θρησκευτικού χαρακτήρα, αλλά και πολιτικού.
Το 860 τον έστειλε στην Κριμαία με σκοπό να διαδώσει εκεί το χριστιανισμό.
Το 862 ο ηγεμόνας της Μοραβίας (σημερινή Τσεχία) Ρόστισλαβ επεδίωξε συμμαχία με το Βυζάντιο, από το οποίο ζήτησε ιεροκήρυκες για να διδάξουν το χριστιανισμό στους λαούς της περιοχής. Ο λόγος ήταν καθαρά πολιτικός.
Ο Ροστισλαβ κατάφερε να αυτονομηθεί από την αυτοκρατορία των Φράγκων, οι οποίοι ως γνωστό αυτοαποκαλούνταν αυτοκράτορες της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και είχαν βλέψεις στα Βαλκάνια. Εκείνοι υπονόμευαν την αυτονομία του, χρησιμοποιώντας ως δούρειο ίππο τον χριστιανισμό του πάπα, ο οποίος είχε ως επίσημη γλώσσα τη λατινική.
Ο Ροστισλαβ αναγκάστηκε να στραφεί προς το Βυζάντιο και μιμούμενος το παράδειγμά του, που χρησιμοποιώντας ως ενοποιητικό στοιχείο τον ελληνόφωνο χριστιανισμό, είχε καταφέρει να επιβληθεί σε πολλούς λαούς, επιχείρησε να χρησιμοποιήσει τον χριστιανισμό ως στοιχείο ενίσχυσης της εξουσίας του.
Επειδή όμως οι λαοί της περιοχής, παρά τις λατινικές επιρροές, ομιλούσαν σλαβικές διαλέκτους, σκέφτηκε την ανάδειξη αυτών των διαλέκτων ως εκκλησιαστικής και κρατικής γλώσσας.
Ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Μιχαήλ Γ’ και ο πατριάρχης Φώτιος διείδαν τα εκκλησιαστικά και πολιτικά οφέλη και ως «συμμαχική βοήθεια» έστειλαν στον Ροστισλαβ του ιεραπόστολους Κύριλλο και Μεθόδιο.
Η επιλογή τους δεν μπορεί να ήταν τυχαία. Η δημιουργία αλφαβήτου και η μετάφραση των χριστιανικών βιβλίων σε μια άλλη γλώσσα, που μέχρι τότε δεν είχε δική της γραφή και δεν διδάσκονταν στις βυζαντινές σχολές, δεν είναι εύκολο να γίνει μέσα σε λίγους μήνες, από κάποιους που δε γνώριζαν καλά εκείνη τη γλώσσα και δεν είχαν ασχοληθεί σοβαρά με αυτό το ζήτημα.
Το 863 οι Κύριλλος και Μεθόδιος μαζί με μια ομάδα ιεραποστόλων εγκαταστάθηκαν στην πρωτεύουσα της Μοραβίας και δημιούργησαν σχολή, όπου δίδασκαν τη νέα γραφή που δημιούργησε ο Κύριλλος (κυριλλική) και τη γραμματική της γλώσσας. Παράλληλα άρχισαν να βαπτίζουν και τους πρώτους σλαβόφωνους χριστιανούς της περιοχής.
Όπως ήταν επόμενο ο γερμανο-λατινικός κλήρος δεν έβλεπε με καλό μάτι τη δράση των Θεσσαλονικέων ιεραποστόλων. Τους κατηγόρησε ότι παραβιάζουν το τριγλωσσικό δόγμα, βάσει του οποίου τα ιερά ευαγγέλια έπρεπε να διδάσκονται μόνο στα ελληνικά, λατινικά και εβραϊκά.
Ο Κύριλλος και ο Μεθόδιος οδηγήθηκαν στη Ρώμη για απολογία. Κατάφεραν όμως να πείσουν τον πάπα Ανδριανό Β΄, ότι δεν ήταν σωστό και δίκαιο, οι λαοί με σλαβικές γλώσσες να μη μπορούν να δοξολογούν το θεό στη γλώσσα τους.
Ο πάπας ενέκρινε το έργο τους και ευλόγησε τα βιβλία τους. Χειροτόνησε μάλιστα τον Μεθόδιο επίσκοπο Μοραβίας και Σλοβενίας.
Ο Κύριλλος παρέμεινε στη Ρώμη όπου λίγο αργότερα αρρώστησε και πέθανε (869). Η ταφή του έγινε με μεγάλες τιμές από τον πάπα.
Ο Μεθόδιος συνέχισε το έργο του, αλλά η εκθρόνιση του Ροστισλαβ από τους Φράγκους το 873 δημιούργησε πολλά προβλήματα στην ιεραποστολή. Το μεγαλύτερο μέρος της ιεραποστολής αναγκάστηκε να μετακινηθεί νοτιοανατολικά, όπου συνέχισε το έργο της.
Το Βυζάντιο προσπάθησε να προσεταιριστεί και πάλι τον Μεθόδιο, ο οποίος μετέβει στην Κωνσταντινούπολη και αποκατέστησε σε κάποιο βαθμό τις σχέσεις του με αυτό.
Μέχρι τότε οι λαοί του Βυζαντίου με διαφορετική μητρική γλώσσα από την επίσημη ελληνική, ήταν υποχρεωμένοι να μορφώνονται μόνο στα ελληνικά, κάτι που φυσικά προκαλούσε τη δυσαρέσκειά τους.
Η προσχώρηση των ιεραποστόλων της ομάδας του Κυρίλλου και Μεθοδίου στην παπική εκκλησία, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό σε αυτή τη δυσαρέσκεια.
Η αναγνώριση του πάπα στους σλαβόφωνους πληθυσμούς των Βαλκανίων να καλλιεργήσουν τη γλώσσα τους και να την χρησιμοποιούν ως εκκλησιαστική και λογοτεχνική γλώσσα, ήταν φυσικό να προκαλέσει την συμπάθειά τους και την στροφή τους προς αυτόν.
Ο φόβος ότι οι σλαβόφωνοι των Βαλκανίων θα στραφούν προς τον πάπα και τους Δυτικούς, είναι εκείνος που ανάγκασε το πολιτικοστρατιωτικό και εκκλησιαστικό κατεστημένο του Βυζαντίου να παραχωρήσει και να σεβαστεί αυτό το δικαίωμα στους σλαβόφωνους υπηκόους του.
Υπόψη ότι εκείνη η δυσαρέσκεια είχε οδηγήσει μεγάλο μέρος των σλαβόφωνων στη συστράτευση με τους Βούλγαρους, που το 852 αποσχίστηκαν από το Βυζάντιο και δημιούργησαν ανεξάρτητο κράτος. Από τότε οι Βυζαντινοί ταυτίζουν τους σλαβόφωνους με τους Βούλγαρους.
Το μεγαλύτερο μέρος της ιεραποστολής της Μοραβίας επέστρεψε στη Μακεδονία και δημιούργησε μορφωτικό και θεολογικό κίνημα με επίκεντρο την Οχρίδα.
Έτσι έγινε η αρχή της χειραφέτησης της μακεδονικής γλώσσας και λογοτεχνίας, η οποία βέβαια εντάσσεται στη σλαβική ομάδα γλωσσών, αλλά έχει και πολλά ελληνικά, λατινικά, αρχαιομακεδονικά, θρακο-ιλλυρικά και άλλα γλωσσικά στοιχεία.
Όλα αυτά τα στοιχεία, όσο και αν δεν αρέσει σε μερικούς, αποτελούν μέρος της μακεδονικής πολιτιστικής ταυτότητας.
Έναν αιώνα μετά θα δημιουργηθεί το κράτος του Σαμουήλ το οποίο θα ιδρύσει το πατριαρχείο Οχρίδας. Οι Βυζαντινοί, ακόμα και μετά την κατάλυση του κράτους του Σαμουήλ (1018), θα σεβαστούν το δικαίωμα των ντόπιων της Μακεδονίας να συνεχίσουν να καλλιεργούν την κουλτούρα τους, αλλά και δεν θα σταματήσουν να την υπονομεύουν όσο μπορούν, κάτι που συνεχίζουν μέχρι σήμερα.
Το Βυζάντιο αναγκάστηκε, πριν χίλια περίπου χρόνια, να επιτρέψει την καλλιέργεια της κυριλλικής γραφής και της μακεδονικής διαλέκτου της εποχής εκείνης, που εξελήχθηκε στη σύγχρονη μακεδονική γλώσσα.
Η Ελλάδα αναγκάστηκε για πολιτικούς λόγους να τιμήσει τους Θεσσαλονικείς θεμελιωτές της σύγχρονης μακεδονικής γλώσσας, Κύριλλο και Μεθόδιο, κάτι που δεν έκαμνε μέχρι το 1993.
Είναι μια καλή αρχή.
Οι Μακεδόνες ανέκαθεν τιμούσαν και θα συνεχίσουν να τιμούν τους Θεσσαλονικείς Αγίους Κύριλλο και Μεθόδιο.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)