Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστ. Μακεδονίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστ. Μακεδονίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 21 Νοεμβρίου 2020

Ποιοι Αντιστάθηκαν στην Κατάκτηση της Μακεδονίας από τους Τούρκους

 


Από την κατάκτηση της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (Βυζαντίου) από τους Τούρκους, οι Νεοέλληνες θρηνούν και μιλούν μόνο για την Κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης το 1453. Για την κατάκτηση της Μακεδονίας και της Θράκης, αλλά και των άλλων Βαλκανικών χωρών, κανένας δεν μιλάει και δεν θρηνεί.

 

Η αλήθεια είναι ότι στα Βαλκάνια έφεραν τους Τούρκους, αρχικά ως μισθοφόρους, οι Ρωμαίοι ηγεμόνες στα πλαίσια της διαμάχης τους για τη θέση του αυτοκράτορα. (Δυναστεία Καντακουζηνών εναντίον δυναστείας Παλαιολόγων). Οι Παλαιολόγοι που επικράτησαν τελικά, συνάψανε συνθήκη φιλίας και συνεργασίας με τους Οθωμανούς και τους επιτρέψανε να εγκατασταθούν μόνιμα στην Ανατολική Θράκη και να κάνουν πρωτεύουσά τους την Αδριανούπολη. Για τους Βαλκανικούς λαούς, που ήταν επί αιώνες υποτελείς τους, δεν ενδιαφέρθηκαν απολύτως καθόλου.

 Αντίσταση κατά της εισβολής των Οθωμανών στα Βαλκάνια προέβαλαν μόνο οι Βαλκάνιοι ηγεμόνες. Εκμεταλλευόμενοι την παρακμή και αποσύνθεση της Βυζαντινής εξουσίας, αυτονομήθηκαν τελείως από αυτήν και δημιούργησαν μια ευρύτερη συμμαχία. Την ηγεσία εκείνης της συμμαχίας ανέλαβε η σέρβικη δυναστεία των Νεμάνια. Ήταν οι πλέον έμπειροι στην οργάνωση κρατικής δομής, καθώς το Βυζάντιο τους είχε αναγνωρίσει κάποιου είδους αυτονομία από τον 9ο αιώνα.    

Ο ηγεμόνας των Σέρβων Στέφανος Ντουσάν συγκάλεσε στα Σκόπια στις 16 Απριλίου 1346 μια τεράστια ιεροσύναξη, στην οποία συμμετείχαν ο Αρχιεπίσκοπος Σερβίας Ιωαννίκιος, ο Αρχιεπίσκοπος Οχρίδας Νικόλαος, ο αρχιεπίσκοπος Βουλγαρίας Συμεών, πολλοί ηγούμενοι των μονών του Αγίου Όρους και άλλων μονών, όπως εκείνες των Μετεώρων (Καλαμπάκας), οι επίσκοποι των επαρχιών και δημιούργησαν δικό τους Πατριαρχείο με πρώτο Πατριάρχη τον  Ιωαννίκιο της Σερβίας. Αμέσως μετά σε μια πανηγυρική τελετή ανακήρυξαν τον Στέφανο Ντουσάν ως Αυτοκράτορα Σέρβων και Ρωμαίων. Έτσι τα Σκόπια έγιναν το κέντρο ενός νεοδημιούργητου κράτους , του οποίου η επικράτεια έφτανε από τον Δούναβη στο βορά μέχρι και  την Θεσσαλία και την Ήπειρο στο νότο. Οι Βυζαντινοί ιστοριογράφοι αναφέρουν αυτό το κράτος ως κράτος των Σέρβων, γιατί η δυναστεία που το διοικούσε, ήταν σέρβικης καταγωγής. Δυστυχώς η ιστορία των νικητών αναφέρει μόνο όσους λαούς είχαν αυτόνομη πολιτική παρουσία. Έτσι οι Μακεδόνες, Οι Θράκες, οι Βλάχοι, οι Θεσσαλοί, οι Αλβανοί κλπ., αν και συμμετείχαν στη δημιουργία εκείνου του κράτους, δεν αναφέρονται ξεχωριστά.

Το Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης Αναθεμάτισε όσους συμμετείχαν στις θρησκευτικές και πολιτικές διεργασίες των Σκοπίων και τους χαρακτήρισε αυθαίρετους και σχισματικούς. Υποστήριξε ότι «οι Σλάβοι Βασιλείς» δεν είχαν δικαίωμα ίδρυσης Πατριαρχείου. Υπόψη ότι το Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης το είχαν ιδρύσει οι Ρωμαίοι κατακτητές, οι οποίοι και σταύρωσαν τον Χριστό. Μόνο εκείνοι είχαν δικαίωμα ίδρυσης Πατριαρχείων και όχι οι υπόδουλοι λαοί. Υπόψη, επίσης, ότι η επικράτεια της Αρχιεπισκοπής Οχρίδας περιλάμβανε εκτός από την Μακεδονία και τη Θεσσαλία, την Ήπειρο και την Αλβανία και είχε ιδρυθεί από τον Σαμουήλ ως Πατριαρχείο.

Οι Ρωμαίοι είχαν αναγνωρίσει μια μορφή αυτονομίας στους Σέρβους από τον 9ο αιώνα και αυτό τους είχε δώσει την ευκαιρία να δημιουργήσουν ηγεμονική (βασιλική) παράδοση και να αποκτήσουν πολιτική εμπειρία, κάτι που δεν είχαν άλλοι βαλκανικοί λαοί. Έτσι η σέρβικη δυναστεία των Νεμάνια εύκολα επιβλήθηκε στους άλλους.  Ουσιαστικά εκείνο το κράτος ήταν πανβαλκανικό.  Ήταν ένα είδος χαλαρής ομοσπονδίας. Η Μακεδονία ήταν χωρισμένη σε δυο αυτόνομα κρατίδια. Στο ανατολικό με πρωτεύουσα τις Σέρρες και περιελάμβανε την ανατολική Μακεδονία και τη Δυτική Θράκη και το δυτικό με πρωτεύουσα αρχικά τα Σκόπια και μετά το Πρίλεπ και περιλάμβανε την Κεντρική και Δυτική Μακεδονία. Σύμφωνα με την νεοελληνική βλακεία εκείνο το πανβαλκανικό κράτος θα μπορούσε να λέγεται «Σκοπιανό», καθώς επίκεντρο εκείνου του καθεστώτος  είχαν γίνει τα Σκόπια.

Οι δυνάμεις του Στέφανου Ντουσάν, εκμεταλλευόμενες τον εμφύλιο μεταξύ Παλαιολόγων και Καντακουζηνών, εύκολα απελευθέρωσαν τη νότια Μακεδονία πλην Θεσσαλονίκης και μέρος της Δυτικής Θράκης. Η κατάληψη της Θεσσαλονίκης ήταν δύσκολη, καθώς οι συμμαχικές δυνάμεις ανίσχυρες ακόμη και άπειρες, δεν είχαν πολιορκητικές μηχανές και  ναυτικό για να την αποκλείσουν από τη μεριά της θάλασσας. Ο Ντουσάν πέθανε το 1355 και ο διάδοχός του δεν είχε ηγετικές ικανότητες, αλλά και πέθανε τον Δεκέμβριο του ιδίου έτους. Έτσι τα αυτόνομα κρατίδια αυτονομήθηκαν τελείως. 

Τις διεργασίες εκείνες δεν τις περιέγραψαν κάποιοι επαγγελματίες ιστορικοί, καθώς η αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης ήταν σε πολύπλευρη παρακμή, ενώ τα αυτονομημένα βαλκανικά βασίλεια δεν είχαν προλάβει να δημιουργήσουν δική τους ιστορική κουλτούρα.

Για να κατανοήσουμε την εύκολη αυτονόμηση των ομόσπονδων κρατιδίων της αυτοκρατορίας του Ντουσάν, πρέπει να λάβουμε υπόψη την πολιτικοθρησκευτική και αντιφεουδαρχική δραστηριότητα που εμφανίστηκε στα Βαλκάνια μετά τον 10ο αιώνα και είναι γνωστή ως Μπογκομιλισμός (βογομιλισμός). Οι Μπογκομίλοι απέρριπταν τα μυστήρια, τις ιεροτελεστίες και την ιεραρχία και θεωρούσαν ειδωλολατρία την λατρεία των εικόνων. Εκείνο, όμως, που ενοχλούσε το αυταρχικό καθεστώς του Βυζαντίου, ήταν το γεγονός πως διακήρυτταν ότι εκ θεού δεν νομιμοποιείται καμία εξουσία των φεουδαρχών και των δεσποτάδων πάνω στους ανθρώπους και ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι και έχουν ίσα δικαιώματα πάνω στη γη τους. Για τον πατριαρχικό κλήρο υποστήριζαν ότι έχει ξεφύγει τελείως από τις χριστιανικές αξίες και ότι έχει γίνει όργανο της φεουδαρχίας και του διαβόλου. Έτσι εξηγείται το γεγονός ότι οι Βαλκάνιοι προτίμησαν την ηγεμονία, αρχικά του Σαμουήλ, στη συνέχεια της Βλάχικης δυναστείας των Ασάν και της σέρβικης δυναστείας των Νεμάνια από εκείνη του Βυζαντίου. Ο δεσποτισμός της δυναστείας των Νεμάνια στάθηκε η αιτία που η πανβαλκανική αυτοκρατορία του Στέφανου Ντουσάν διαλύθηκε και οι Βαλκάνιοι δεν αντιμετώπισαν ενωμένοι την τουρκική εισβολή.

         Παρόλα αυτά οι κατά τόπους ηγεμόνες συνέχισαν τον αγώνα τους. Επιχείρησαν να διώξουν του Τούρκους εισβολείς από τα Βαλκάνια και μάλιστα το 1371 πολιόρκησαν την Αδριανούπολη, πού είχε γίνει η πρωτεύουσά τους μετά τη συμφωνία τους με τους Βυζαντινούς. Στην πιο σημαντική μάχη, όμως, στις 26 Σεπτεμβρίου 1371, στο Τσέρνομεν ή Τσίρμεν, (σημερινό Ορμένιο) του Μαρίτσα (σημερινού Έβρου) ηττήθηκαν από τον πιο εμπειροπόλεμο, πολυπληθέστερο και καλύτερα εξοπλισμένο στρατό των Τούρκων.

Κατά τη μάχη του Μαρίτσα (Έβρου) το 1371 το βάρος το σήκωσαν οι ηγεμόνες της Μακεδονίας Βολκασίν (Σκοπίων) και Ιβάν Ουγκλες (Σερρών), διότι μετά τον θάνατο του Στέφανου Ντουσάν (1355) και του διαδόχου του, το Σέρβικο Πατριαρχείο ανακήρυξε Αυτοκράτορα των Σέρβων και των Ρωμαίων τον Στέφαν Λάζαρ ως νόμιμο διάδοχο της δυναστείας Νεμάνια. Οι ηγεμόνες, όμως, των άλλων χωρών δεν τον αναγνώρισαν και αυτονομήθηκαν. Εξάλλου ο ηγεμόνας των Σκοπίων Βολκασίν είχε τον τίτλο του βασιλιά. Πριν τη μάχη του Έβρου, εκείνος όρισε ως διάδοχό του τον μεγαλύτερο γιό του τον Μάρκο. Είναι ο γνωστός από τις λαϊκούς θρύλους της Μακεδονίας για τις ικανότητές του και τα κατορθώματά του, Κράλη Μάρκο. Το γεγονός ότι οι ηγεμόνες της Μακεδονίας εύκολα αυτονομήθηκαν από τον Σέρβο Αυτοκράτορα και το Σέρβικο Πατριαρχείο, δείχνει ότι οι αξιωματούχοι και ο στρατός τους, τουλάχιστον στη μεγάλη του πλειοψηφία δεν ήταν σέρβικος. Έγινε δηλαδή κάτι ανάλογο μ’ αυτό που έγινε στην Ελλάδα μετά τη δημιουργία της, όπου ο βασιλιάς και περίπου 4.000 αξιωματούχοι ήταν Βαυαροί, αλλά η πλειοψηφία του στρατεύματος και ο λαός ήταν Ρωμιοί (Γραικοί).

Κατά τη μάχη του Έβρου σκοτώθηκαν οι ηγεμόνες Βολκασίν και Ιβάν Ούγκλες. Έτσι ο γιός του Βολκασίν, Μάρκος, έγινε κράλης (κράλ = βασιλιάς) και συνέχισε τον αγώνα. Εκείνη την ήττα, όμως, την εκμεταλλεύτηκαν οι Σέρβοι και ανακατέλαβαν τα Σκόπια (1377). Έτσι ο Κράλε Μάρκο έκανε πρωτεύουσα του κράτους του το Πρίλεπ. Το ίδιο έκαναν και οι Βυζαντινοί που  ανακατέλαβαν για κάποιο διάστημα τις Σέρρες, την Έδεσσα και τη Βέροια. Τους Μακεδόνες και Θράκες, συμπεριλαμβανομένων των Βλάχων, που αντιστέκονταν στους Τούρκους, δεν τους βοήθησαν ούτε οι Σέρβοι, ούτε οι Βούλγαροι. Έτσι ο Κράλε Μάρκο συνέχισε τον αγώνα μόνος του. Μετά από μερικά χρόνια άνισου αγώνα, όμως, αναγκάσθηκε να συνθηκολογήσει με τους Οθωμανούς. Λίγο αργότερα οι Σέρβοι ηττήθηκαν στη μάχη του Κοσσόβου (1489) και οι Βούλγαροι το 1893 και έχασαν την αυτονομία τους. Υπάρχουν πάμπολλοι θρύλοι στη Μακεδονία για τον αγώνα και τις ικανότητες του Μάρκο, αλλά οι Νεοέλληνες μαθαίνουν μόνο την ιστορία της Βυζαντινής ολιγαρχίας. Οι Βυζαντινοί, που αργότερα μετονομάστηκαν σε Έλληνες, όχι μόνο δεν βοήθησαν τους Βαλκανικούς λαούς, αλλά και πολλοί απ΄εκείνους στήριζαν τους Τούρκους εισβολείς. Ένας Ρωμιός στρατηγός απ’ εκείνους ήταν ο Εβρενός, που συμμετείχε στη μάχη του Μαρίτσα στο πλευρό των Τούρκων και στη συνέχεια, εξισλαμίστηκε κι έγινε πασάς των Γιαννιτσών.

Κατά τη μάχη του Έβρου δεν υπήρχε λαός με το όνομα Έλληνες. Οι Βυζαντινοί, μεταξύ των οποίων και οι Πόντιοι, που αργότερα μετονομάστηκαν σε Έλληνες, είχαν συνθήκη φιλίας και συνεργασίας με τους Οθωμανούς. Το ίδιο και οι Πελοποννήσιοι, που εκείνη την εποχή είχαν το σλάβικο όνομα Μοραϊτες και η χώρα τους λέγονταν Μοριάς. Χάρη σ΄εκείνη τη συμφωνία, το Δεσποτάτο του Μοριά, που αργότερα έγινε ο πυρήνας του Νεοελληνικού κράτους, κράτησε την αυτονομία του ακόμα και μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1953. Τελικά ο Δεσπότης του Μοριά Δημήτριος Παλαιολόγος παρέδωσε με συμφωνία την Πελοπόννησο στους Τούρκους. Εκείνοι, ως ανταμοιβή, τον έκαναν φοροεισπράκτορα της περιοχής του Αίνου της Θράκης. Τους χριστιανούς φεουδάρχες του Μοριά τους έκαναν τοπάρχες και φοροεισπράκτορες, με δικαίωμα να κρατούν για τον εαυτό τους ένα μέρος των φόρων. Είναι οι γνωστοί ως Κοτζαμπάσηδες.

Αυτοί οι Κοτζαμπάσηδες με τους άλλους Ρωμιούς συνεργάτες των Τούρκων, που είναι γνωστοί ως «Άρχοντες του Γένους» και οι δεσπότες ως «Πατέρες του Γένους», τέσσερις αιώνες αργότερα απετέλεσαν τον πυρήνα της δημιουργίας του νεοελληνικού έθνους. Συμμάχησαν με τους ξένους κηδεμόνες της Ελλάδας κι έγιναν η άρχουσα τάξη της Ελλάδας. Οι πραγματικοί επαναστάτες που σήκωσαν το βάρος του απελευθερωτικού αγώνα το 1821, είτε δολοφονήθηκαν είτε φυλακίστηκαν είτε παραγκωνίστηκαν και πέθαναν πάμφτωχοι. Ηγέτες του νέου κράτους δεν έγιναν, όπως γίνονται οι ηγέτες των απελευθερωτικών αγώνων. Οι Δοσίλογοι συνεργάτες των κατακτητών, που έγιναν άρχουσα τάξη του νέου κράτους, μετέτρεψαν το πολυεθνικό ποίμνιο του Ορθόδοξου Πατριαρχείου σε νεοελληνικό έθνος. Δίδαξαν στο ποίμνιό τους την ιστορία τους ωραιοποιημένη και τιμούν σήμερα υποκριτικά τους επαναστάτες του 1821. Το ποίμνιο δεν έμαθε ποτέ την πραγματική ιστορία της δημιουργία του νεοελληνικού κράτους και έθνους. Μόνο όσοι ξέφυγαν από το μαντρί των ψευτών εξουσιαστών ξέρουν την πραγματική ιστορία. Μεταξύ αυτών είναι και οι αναγνώστες της παρούσας ηλεκτρονικής εφημερίδας.

Νοέμβριος 2020   Τραϊανός Πασόης

 

 

Σάββατο 29 Αυγούστου 2020

Μακεδόνας ή Καραμανλής?

 

 

Οι Μακεδόνες της Μακεδονίας που προσαρτήθηκε από την Ελλάδα το 1912, εκτός από τις διώξεις, τις αδικίες και την τρομοκρατία που υπέστησαν, εξαναγκάστηκαν να σωπαίνουν και να παπαγαλίζουν. Ό,τι έλεγαν οι αρχές και οι πρόσφυγες που εποίκησαν τη χώρα τους, ήταν υποχρεωμένοι να το δέχονται και να το επαναλαμβάνουν. Οι παλαιότεροι δεν έλεγαν αλήθειες στους νεώτερους, γιατί ήταν επικίνδυνο. Έτσι, εκτός του ότι μας θεωρούσαν φοβητσιάρηδες, μας θεωρούσαν και χαμηλότερης νοημοσύνης και αξιοπρέπειας.

Τα τελευταία χρόνια, παρόλο που είχαμε τη δυνατότητα, αποφεύγαμε να θίξουμε τις ευαισθησίες τους και να καταρρίψουμε τα ψέματα για την καταγωγή τους και την ωραιοποιημένη και πλαστή ιστορία τους. Εκείνοι δεν έδειξαν τον ανάλογο σεβασμό προς την ιστορία και την ταυτότητα των γηγενών Μακεδόνων, στη γη των οποίων φιλοξενούνται. Τώρα δεν έχουμε απολύτως κανέναν λόγο να συνεχίσουμε την ίδια ανεκτική στάση απέναντί τους.

Παλιά μας έλεγαν Βούλγαρους ή Σλάβους, ενώ μετά την αναζωπύρωση του Μακεδονικού, τους Μακεδόνες που σήκωναν κεφάλι, τους λένε Σκοπιανούς και τους λασπώνουν πατόκορφα. Εκείνοι που εποίκησαν τη Μακεδονία, λένε ότι είναι Έλληνες και έχουν ιστορικά δικαιώματα πάνω στη Μακεδονία, κάτι που δεν έχουν οι γηγενείς Μακεδόνες. Οι Μακεδόνες είτε από άγνοια είτε από φόβο συμφωνούσαν κι επαναλάμβαναν το ίδιο.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η οικογένεια Καραμανλή, της οποίας τα μέλη χαρακτηρίζονται Μακεδονάρχες και Εθνάρχες. Είναι, όμως, Μακεδονάρχες και Εθνάρχες των γηγενών Μακεδόνων?

Το επώνυμο Καραμανλής είναι και το εθνικό όνομα των καταγόμενων από την Καραμανία κατοίκων. Η Καραμανία είναι περιοχή της νοτιοανατολικής Μ.Ασίας. Πήρε το όνομά της από τον ηγέτη της Τουρκομάνικης δυναστείας των Καραμανίδων εμίρηδων. Αυτοί δημιούργησαν στις αρχές του 13ου αιώνα κράτος που περιλάμβανε τμήματα της Καππαδοκίας, της Κιλικίας, της Φρυγίας. Η γλώσσα τους ήταν η Τουρκική, την οποία, όμως, έγραφαν με ελληνικούς χαρακτήρες, λόγω του χριστιανισμού στον οποίο είχαν προσχωρήσει οι περισσότεροι. Όταν άρχισαν να κυριαρχούν στη Μ.Ασία οι Οθωμανοί, οι Καραμανλήδες αντιστέκονταν σθεναρά. Τελικά, όμως, ηττήθηκαν το 1467 από τον Μωάμεθ τον Πορθητή και το κράτος τους διαλύθηκε.

Λόγω των συχνών επαναστάσεων των Καραμανλήδων, οι Οθωμανοί έκαναν, ότι έκαμναν όλες οι αυτοκρατορίες, μεταξύ των οποίων και η Ρωμαϊκή (Βυζαντινή). Για να τους αποδυναμώσουν, μετέφεραν ένα τμήμα του πληθυσμού και κυρίως εκείνο του πολιτικοστρατιωτικού μηχανισμού, σε άλλες περιοχές, στις οποίες υπήρχαν άλλοι συμπαγείς πληθυσμοί, για να τους διασπάσουν και να αλλοιώσουν την σύνθεση του πληθυσμού της χώρας τους. Έτσι, ένα τμήμα τους το μετέφεραν στη Μακεδονία.

Ένα από τα χωριά που δημιούργησαν στη Μακεδονία αυτοί οι Καραμανλήδες έποικοι, ήταν και το Κιούπ Κιοϊ, μετέπειτα Πρώτη Σερρών, γενέτειρα της οικογένειας Καραμανλή. Το 1913 είχε πληθυσμό περίπου 2.500 κατοίκων, από τους οποίους το 80% περίπου ήταν τουρκόφωνοι χριστιανοί, το 15% τουρκόφωνοι μουσουλμάνοι και το 5% Μακεδόνες. Έτσι έβαλαν τούρκικο όνομα στο χωριό τους και τα ονοματεπώνυμά τους ήταν τούρκικα.

Με την υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών του 1923, οι Καραμανλήδες και οι άλλοι τουρκόφωνοι Καππαδόκες, Πόντιοι (πρώην Λαζοί) κλπ., που είχαν μείνει στην ανατολική Μ.Ασία, υποχρεώθηκαν να μεταναστεύσουν. Ενώ μετά την Μικρασιατική Καταστροφή η μετανάστευση των Ρωμιών ήταν βεβιασμένη και τελείως άτακτη, με συνέπεια να μεταναστεύσουν κυρίως στην Αττική και τα νησιά του Αιγαίου, η μετανάστευση των Τουρκοφώνων, Ποντιοφώνων και λοιπών Ανατολιτών έγινε πιο οργανωμένα. Έτσι κατευθύνθηκε συστηματικά προς τη Μακεδονία για να αλλοιωθεί η σύνθεση του πληθυσμού της.

Στη θέση των Τουρκόφωνων μουσουλμάνων που εκδιώχθηκαν από το Κιούπ Κιοϊ, η Διεύθυνση Εποικισμού επιχείρησε να εγκαταστήσει νέους εποίκους. Οι παλιοί, όμως, αντέδρασαν βίαια. Το ρεπορτάζ της επόμενης ημέρας αναφέρει:

«Ο εντόπιος πληθυσμός του χωριού Κιούπκιοϊ (σ.σ.: Πρώτη Σερρών, γενέτειρα του Κωνσταντίνου Καραμανλή, με τη σημερινή της ονομασία) της περιφέρειας Παγγαίου έχει εξεγερθεί επειδή εγκαταστάθηκαν 120 οικογένειες προσφύγων σε κτήματα ντόπιων. Η εχθρότητα των ντόπιων προς τους πρόσφυγες εκδηλώθηκε χθες με τρόπο λυπηρότατο.

Χθες το πρωί οι 120 οικογένειες των προσφύγων που έμεναν σε σκηνές βρέθηκαν περικυκλωμένοι από ομάδες μαινόμενου λαού του Κιούπκιοϊ. Οι ένοπλοι πολιορκητές επιτέθηκαν κι επακολούθησε αιματηρή συμπλοκή μεταξύ των ντόπιων και των προσφύγων. Οι εντόπιοι διεσκόρπισαν τους πρόσφυγες κι έκαψαν τις σκηνές τους. Υπάρχουν περίπου 50 τραυματίες κι εννέα νεκροί, άπαντες πρόσφυγες.»

Ανάλογα φαινόμενα συνέβησαν και σε άλλες περιοχές, όπου οι παλιοί έποικοι ήταν Τουρκόφωνοι χριστιανοί. Οι παλαιότεροι έποικοι αντέδρασαν βίαια στην εγκατάσταση νέων εποίκων τουρκόφωνων Καραμανλήδων, Καππαδόκων, Λαζών ή Πόντιων, παρόλο που ήταν ομογενείς ή συγγενείς τους. Οι Μακεδόνες, στην πατρογονική γη των οποίων εγκαθίσταντο οι νέοι έποικοι, δεν προέβαλαν καμιά αντίδραση. Ούτε να διαμαρτυρηθούν δεν τόλμησαν. Ήταν πρόσφατες οι δολοφονίες και η εκδίωξη από τη γη τους εκατοντάδων χιλιάδων ομογενών τους από τους νέους δυνάστες και η τρομοκρατία ήταν συνεχής. Έτσι κατάντησαν να είναι στον τόπο τους φτωχοί συγγενείς αυτών των Ασιατών εποίκων. Ούτε στην Ελλάδα δεν ήθελαν τους ομογενείς τους πρόσφυγες και τους φώναζαν «Φύγετε Τουρκόσποροι, Αούτηδες» κλπ.

Οι Μακεδόνες, είτε λόγω πλύσης εγκεφάλου, είτε λόγω φόβου, είναι αναγκασμένοι να δηλώνουν ομογενείς με αυτούς τους Ασιατικούς πληθυσμούς και να αρνούνται ότι είναι ομογενείς με τους Μακεδόνες των άλλων τμημάτων της Μακεδονίας, ακόμα και με τους εκδιωγμένους από την Αιγαιακή Μακεδονία συγχωριανούς τους, ακόμα και με συγγενείς τους, οι οποίοι αποκαλούνται Σκοπιανοί. Αυτόν τον βίαιο εθνικό εξαναγκασμό τον λένε ελευθερία. Υπόψη ότι στη βόρεια Μακεδονία και τη Μακεδονία του Πιρίν περίπου το 1/5 του χριστιανικού πληθυσμού είναι Μακεδόνες φυγάδες από το Ελλαδικό τμήμα της Μακεδονίας.

Ο τέως πρόεδρος της δημοκρατίας Κ. Καραμανλής, ο επονομαζόμενος και «εθνάρχης», αρνούμενος να έχει το όρο Μακεδονία η βόρεια Μακεδονία, είχε δηλώσει μετά δακρύων, ότι, «Η Μακεδονία είναι μία και είναι Ελληνική». Τα δάκρυα δείχνουν ότι το πίστευε βαθιά. Μεγάλωσε με ωραία ψέματα περί Μακεδονίας, τα οποία είχαν ριζώσει βαθιά στον εγκέφαλό του. Ο Καραμανλής πιο σωστά και δίκαια μπορούσε να λέει, «Η Καραμανία είναι μία και είναι Καραμανλική».

Οι Τουρκομάνοι Καραμανλήδες και οι άλλοι προερχόμενοι από την Ασία πρόσφυγες έποικοι, ήταν οι πρωταγωνιστές των συλλαλητηρίων για την μη χρήση του ονόματος Μακεδονία από τα άλλα τμήματα της Μακεδονίας. Συμμετέχουν ενεργά στον αφανισμό του Μακεδονικού λαού, για να εξασφαλίσουν την διαιώνιση της κατοχής της μισής χώρας του. Ήταν και οι πιο εχθρικοί και περιφρονητικοί προς τη Μακεδονική καταγωγή, γλώσσα και κουλτούρα. Απύθμενο θράσος και ασέβεια προς τη χώρα και τον λαό που τους φιλοξενεί.

Τα Μακεδόνας και Καραμανλής ή Καππαδόκης ή Πόντιος (πρώην Λαζός) είναι εθνικά ονόματα διαφορετικών εθνοτήτων, στις οποίες επιβλήθηκε ένα τρίτο πλαστό όνομα, το Έλληνες.

Αύγουστος 2020

 

       

Κυριακή 3 Μαΐου 2020

Ποιοι Επαναστάτησαν το 1821 στη Μακεδονία



Την  22α Απριλίου τιμάται η μνήμη του Ολοκαυτώματος της Νάουσας το 1822, αλλά και η επέτειος της απελευθερωτικής  Επανάστασης, που είναι γνωστή ως Επανάσταση του Βερμίου, λόγω του γεγονότος ότι επίκεντρό της ήταν η οροσειρά του Βερμίου.
Μια πρώτη προσπάθεια εξέγερσης στη Μακεδονία έγινε από τον Εμμανουήλ Παπά στη Χαλκιδική. Ο Ε. Παπάς κατάγεται από τη Ντόβιστα Σερρών. Ήταν Ελληνόφωνος Μακεδόνας, ως γόνος πατριαρχικού παπά, αλλά το όνομα της γενέτηράς του δείχνει ότι ήταν  «σλαβόφωνο» χωριό. Το 1926 μετονομάστηκε σε Εμμανουήλ Παπά. Το ίδιο συμβαίνει και με τα γειτονικά χωριά, Τοπόλιανι (χρυσό), Νόβο Σέλο (Νεοχώρι), Βέζνικ (Άγιο Πνεύμα), Σόκολ (Συκιά) κλπ.
Τον Απρίλιο του 1821 αποβιβάστηκε στο Άγιο Όρος και σε συνεργασία με τους μοναχούς προσπάθησε να οργανώσει την εξέγερση. Στην αρχή είχαν καλά αποτελέσματα, αλλά η προσπάθεια δεν είχε την αναμενόμενη συνέχεια. Οι Οθωμανοί απείλησαν τους ηγουμένους των μονών, ότι θα τους αφαιρέσουν τα προνόμια κι αυτοί απέσυραν την υποστήριξή τους στον Ε.Παπά και καθαίρεσαν τον επαναστάτη ηγούμενο. Τώρα γιατί οι Κατακτητές είχαν παραχωρήσει προνόμια στους μοναχούς και τους δεσποτάδες, την ώρα που ο απλός λαός υπέφερε, ελάχιστα προβληματίζει τους Νέο-Έλληνες. Ο αιφνίδιος θάνατος του Ε.Παπά σήμανε και το τέλος της εξέγερσης.
Μαζικότερη ήταν η εξέγερση στον ορεινό όγκο Ολύμπου, Πιερίων, Βερμίου, Καϊμακτσαλάν. Έμεινε γνωστή και ως Επανάσταση του Βερμίου, επειδή το επίκεντρό της ήταν στο Βέρμιο. Επικεφαλής της εξέγερσης ήταν ο Τάσος Καρατάσος από την Ντόμπρα Βεροίας, ο Αγγελής Γάτσος (Γκέλε Γκάτσοβ) από το Σαρακίνοβο Μογλενών (Σαρακινοί Αλμωπίας) και ο Ζαφειράκης από τη Νέγκουστα (Νάουσα), που έπαιξε επιτελικό ρόλο.
Η εξέγερση άρχισε στις αρχές Φεβρουαρίου του 1822. Οι επαναστάτες κατέλαβαν τη Νάουσα και τα γύρω χωριά και στις 21 Φεβρουαρίου μπήκαν στη Βέροια. Δε μπόρεσαν, όμως, να την κρατήσουν και αποχώρησαν. Οι Οθωμανικές δυνάμεις έκαναν αντεπίθεση, αλλά αποκρούστηκαν στη μονή Ντόμπρα (Δοβρά), περί τα 6 χιλιόμετρα βορειοδυτικά της Βέροιας, με πολύ μεγάλες απώλειες. Αυτό εξαγρίωσε και ανάγκασε τον Εμπού Λουμπούτ πασά της Θεσσαλονίκης, να ηγηθεί ο ίδιος μεγάλου εκστρατευτικού σώματος και να πολιορκήσει τη Νάουσα.
Ο αγώνας ήταν άνισος και βοήθεια στους επαναστάτες δεν ήρθε από πουθενά. Στις 18 Απριλίου δημιουργήθηκε η πρώτη ρωγμή στην άμυνα της πόλης. Μανιασμένοι Τούρκοι και 600 περίπου Εβραίοι της Θεσσαλονίκης όρμησαν μέσα σκορπίζοντας παντού τον όλεθρο και την καταστροφή. Η αντίσταση συνεχίστηκε στους δρόμους και τις γειτονιές της πόλης. Στις 21 Απριλίου οι επαναστάτες πραγματοποίησαν έξοδο και κατάφεραν να φυγαδεύσουν πολλά γυναικόπαιδα προς τον Άγιο Νικόλαο. Την επόμενη μέρα η αντίσταση των επαναστατών κάμφθηκε. Μερικοί κατάφεραν και έφυγαν προς τα ορεινά. Όσοι εγκλωβίστηκαν, αντιμετώπισαν τη μανία των κατακτητών. Περίπου 2.000 κάτοικοι συγκεντρώθηκαν στην περιοχή Κιόσκι (κιόσε στα μακεδονικά είναι η γωνιά) κι όσοι ήταν ακατάλληλοι για πούλημα ως δούλοι, κατασφάχτηκαν.
Η πτώση 13 γυναικών μαζί με τα μωρά τους στον καταρράκτη της Αράπιτσας, αποτελεί ένα από τα πιο τραγικά και μαζί αξιοθαύμαστα γεγονότα, που μαρτυρεί τη βαρβαρότητα του κατακτητή και τον αυτοσεβασμό μέχρι αυτοθυσίας της Μακεδόνισας μητέρας.
Η εξέγερση και η καταστροφή της Νάουσας προβάλλονται αρκετά στην επίσημη νεοελληνική ιστορία. Η Νάουσα μάλιστα ανακηρύχθηκε ηρωική πόλη. Δεν αναφέρονται, όμως, ένα σωρό σημαντικά στοιχεία σχετικά με την ευρύτητα και την ταυτότητα των εξεγερμένων.
Ηγέτης της επανάστασης είναι ο Τάσος Καρατάσος. Γεννήθηκε στο χωριό Ντόμπρα, που βρίσκεται περί τα 6 χιλιόμετρα βορειοδυτικά της Βέροιας, σε υψόμετρο περίπου 600 μέτρων. Το χωριό είχε πάρει το όνομα του από μοναστήρι της περιοχής, που ήταν αφιερωμένο στη Ντόμπρα Μπογκορόντιτσα. Στα μακεδονικά Ντόμπρα σημαίνει καλή και μπόγκα σημαίνει θεός, ρόντιτσα σημαίνει γεννητόρισσα. Μπογκορόντιτσα = Θεοτόκος. Η μονή είναι γνωστή με το ελληνοποιημένο όνομα Δοβρά, ενώ το χωριό μεταβαφτίστηκε από την χούντα των Αθηνών το 1926 σε Καλή Παναγιά.
Το 1877 η Ντόμπρα συμμετείχε στην εξέγερση, που έμεινε γνωστή ως Ορλοφικά. Πρωταγωνιστής σ’ εκείνη την εξέγερση στη Μακεδονία ήταν ο συνεργάτης των Ορλόφ, λοχαγός του ρωσικού στρατού Γεώργιος Παπαζώλης από τη Σιάτιστα Κοζάνης. Οι Σιατιστινοί ήταν αυτό που λέμε σήμερα δίγλωσσοι Μακεδόνες. Τα τοπωνύμια που λήγουν σε -στα ή –τσα είναι μακεδονικής προέλευσης. Είναι κι αυτή από τα χωριά που ελληνοφώνησαν μετά τα μέσα του 18ου αιώνα με παρότρυνση του πατριαρχείου. Το επώνυμο Παπαζώλης είναι ελληνοποίηση του μακεδονικού Παπα-Τζόλε.
Η Σιάτιστα, όπως και η Νιάουστα, ήταν από τις κωμοπόλεις, όπου η ελληνική γλώσσα εκτόπισε τη μακεδονική. Έτσι, τον Σιατιστινό Θεοχάρη Τουρούντζα, που τρεις δεκαετίες αργότερα απαγχονίστηκε μαζί με τον Ρήγα Βελεστινλή, προδομένος από τον Κοζανίτη πατριαρχικό μεγαλέμπορο Δημήτριο Οικονόμου, μας τον εμφανίζουν ως Έλληνα. Τον οπλαρχηγό Αλεξάνταρ Τουρούντζεβ, από το Ξινό Νερό Αμυνταίου, που έχει το ίδιο επώνυμο και αρχαιομακεδονικό όνομα και αγωνίστηκε το 1903 επίσης για την απελευθέρωση της Μακεδονίας, οι βοθροπένες της χούντας των Αθηνών τον εμφανίζουν ως Βούλγαρο.
Οι Οθωμανοί καταστέλλουν την εξέγερση της οποίας ηγείται ο Σιατιστινός Παπαζώλης και μεταξύ των χωριών που καταστρέφουν είναι και η Ντόμπρα. Η οικογένεια Καρατάσου, που συμμετείχε στην εξέγερση, μετακομίζει στο Τσατάλ (Διχάλι ή Διαχαλεύρι), όπου μαζί με άλλες ξεριζωμένες οικογένειες δημιουργούν τον οικισμό Διχαλεύρι.
 Εκείνη τη χρονιά οι Τούρκοι κατέστρεψαν και το παλιό χωριό μου, το Πόζαρ. Η πυρπόλησή του αναφέρθηκε σε ρεπορτάζ της εφημερίδας «Νεολόγος» της Κωνσταντινούπολης (φ.2446/18-4-1877), αλλά καταγράφηκε και σε εκθέσεις των προξενείων της Θεσσαλονίκης. Είναι προφανές ότι ο λόγος της πυρπόλησης, ήταν η συμμετοχή των Ποζαριτών στην εξέγερση εκείνη. Το 1908 το πυρπόλησαν οι Μακεδονοφάγοι φασίστες των Αθηνών ως σχισματικό ή Βουλγαρικό.
Υπαρχηγός της εξέγερσης του 1822 είναι ο Γκέλε Γκάτσοβ, που ελληνοποιημένα αναφέρεται ως Αγγελής Γάτσος, από το χωριό Σαρακίνοβο Μογλενών (Σαρακινοί Πέλλας). Το χωριό βρίσκεται περί τα είκοσι χιλιόμετρα βόρεια των Βοδενών (Έδεσσα) και περί τα δέκα χιλιόμετρα νότια από το Πόζαρ, σε υψόμετρο περίπου 600 μέτρων. Το σώμα του Γκάτσου (το τελευταίο υ διαβάζεται ως β ή φ για τους Μακεδόνες) αποτελείται κυρίως από μαχητές των Βοδενών, Μογλενών, Οστρόβου και Γιαννιτσών. Σ’ αυτές τις επαρχίες δεν υπήρχε ούτε ένα ελληνόφωνο χωριό. Και σήμερα ακόμα μιλιέται στα ντόπια αυτά χωριά η μακεδονική, τα λεγόμενα και Ντόπια.
Ο Ζαφειράκης κατάγεται από τη Νιάουστα, όπου ήταν πρόκριτος και έπαιξε περισσότερο επιτελικό – πολιτικό ρόλο. Η Νάουσα αποκαλούνταν εκείνη την εποχή Νέγκουστα ή Νέγκους, όπως την αποκαλούν και σήμερα οι Ντόπιοι. Οι πατριαρχικοί ελληνόφωνοι την αποκαλούσαν Νιάουστα, ενώ το 1926 μετονομάστηκε σε Νάουσα για να ελληνοδείχνει, όπως η Νάουσα της Πάρου. Το όνομα της πόλης, του ποταμού Αράπιτσα και άλλα τοπωνύμια δείχνουν μακεδονική προέλευση ή επιρροή. Η λιμνούλα των καταρρακτών της Αράπιτσας λέγονταν Τσ΄ρνα Βόντα (Μαύρο Νερό), ενώ την τοποθεσία, όπου λέγεται, ότι ήταν η σχολή του Αριστοτέλη, δεν άλλαξε όνομα και απλώς ελληνοποιήθηκε. Λέγεται και σήμερα Ισβόρια. Ίσβορι στα μακεδονικά είναι οι πηγές. Το ξακουστό  καρναβάλι της Νέγκουστας είναι κατάλοιπο των Μπογκομίλων. Μεταμφιέζονται σε Γενίτσαρους, για να σατιρίζουν τους Γενίτσαρους Ρωμιούς συνεργάτες των Κατακτητών και Μπούλες, που στα μακεδονικά λέγονται οι πολύ ωραίες νύφες.
 Μετά τη Νέγκουστα οι εξαγριωμένοι, λόγω των μεγάλων απωλειών, Οθωμανοί καταστρέφουν και πολλά χωριά, για τα οποία ελάχιστα αναφέρονται στην επίσημη βιβλιογραφία. Είναι τα χωριά: Ντόλνο Γκραματίκοβο (Κάτω Γραμματικό), Γκόρνο Γκραματίκοβο (Άνω Γραμματικό), Όσλιανι (Αγία Φωτεινή), που ανήκουν στο Ν.Πέλλας, Ντραζίλοβο (Μεταμόρφωση), Κουτσούφλιανι (Άγιος Παύλος), Φέτιτσα (Πολλά Νερά), Ράμνιτσα, Γκόρνο Σέλο (Άνω Βέρμιο), Ντόλνο Σέλο (Κάτω Βέρμιο), Μέτσοβο (Αρκουδοχώρι), Μαρούσα, Χοροπάν (Στενήμαχος), Ιαβόρνιτσα (Τρίλοφο - Νέα Κούκλενα), Τσόρνοβο (Φυτιά), Κουτσοχώρι, Ντόλιανι (Κουμαριά), Σούβα Λιβάντα (Ξηρολίβαδο), Ντόμπρα (Καλή Παναγιά), Κούμανιτς (Κομνήνιο), Ντόλνα Λούζιτσα (Τριπόταμος), Γκόρνα Λούζιτσα (Άνω Τριπόταμος), Τόπλιανι (Γεωργιανοί), Τσαρκόβιανι (Μικρή Σάντα – Άγιος Ιωάννης), Τσαρμαρίνοβο (Μαρίνα), Γιανάκοβο (Γιαννακοχώρι), Γκολίσανι (Λευκάδια), Κοπάνοβο (Κοπανός), Ντόλνο Κοπάνοβο (Χαρίεσα), Μινόστιτσα (Μονόσπιτα), Γιάντσιστα (Άγιος Γεώργιος), Βέστιτσα (Αγγελοχώρι), στο Ν.Ημαθίας, Βόλτσιστα (Λιβάδι), Λόντζινο (Παλιάμπελα), στο Ν.Πιερίας. Υπόψη ότι εκείνη την εποχή η Βεργίνα λεγόταν Κούτλες και το Αιγίνιο Πιερίας, Λιμπάνοβο. Ο Αλιάκμονας λεγόταν Μπίστριτσα και ο Αξιός Βάρνταρ και ελληνοποιημένα Βαρδάρης.
Κανένα από αυτά τα χωριά δεν ήταν ελληνόφωνο. Δεν έχει καταγραφεί καμία συμμετοχή ελληνόφωνου σώματος ή οπλαρχηγού. Αν υπήρχε κάποιος, έστω κι αν ήταν ασήμαντος, θα τον είχαν κάνει διάσημο ήρωα. Οι ελληνόφωνοι της Βέροιας και του Ρουμλουκιού, ήταν υπό την επιτήρηση του πατριαρχείου, που συνιστούσε «δουλικήν υπακοήν εις τους κρατούντας», ενώ στη βορειοδυτική πλευρά του Βερμίου πολλοί ελληνόφωνοι είχαν γίνει Μουσουλμάνοι (Βαλαάδες) και συνέπλεαν με τους Οθωμανούς. Δεν πρέπει να ξεχνάμε, ότι μερικά χρόνια νωρίτερα ο Κοζανίτης πατριαρχικός μεγαλέμπορος Δημήτριος Οικονόμου κατέδωσε τον Ρήγα Βελεστινλή και τους συντρόφους του.
Μετά την καταστροφή της Νάουσας και των γύρω χωριών, οι Κατακτητές εγκατέστησαν στην πόλη μερικούς Τούρκους και Ρωμιούς πατριαρχικούς και τους παραχώρησαν μεγάλες εκτάσεις γης. Εξανάγκασαν τους χωρικούς των ορεινών χωριών, να πάνε στη Νάουσα και τα γύρω χωριά, όπου έγιναν δουλοπάροικοι. Έτσι σταδιακά η πόλη εξελληνίστηκε. Στα ερημωμένα ορεινά χωριά εγκαταστάθηκαν σιγά σιγά Βλάχοι από τις γύρω περιοχές, αλλά και από την Ήπειρο διωγμένοι για τις εκεί ανταρσίες τους.
Μεταξύ των επαναστατών υπήρχαν και πολλοί Βλάχοι. Ο ηγέτης τους, Γιωργάκης Ολύμπιος, με πολλούς αγωνιστές είχαν σκοτωθεί ένα χρόνο νωρίτερα στην επανάσταση στη Μολδοβλαχία (Ρουμανία) με ηγέτη τον Υψηλάντη. Έτσι, στην επανάσταση του 1822 συμμετείχαν υπό την ηγεσία του Καρατάσου και του Γκάτσου.
Παρόλο που δεν καταγράφεται συμμετοχή ελληνοφώνων, οι παραχαράκτες των Αθηνών την παρουσιάζουν ως Ελληνική. Και μάλιστα λένε, ότι οι Μακεδόνες που  την έκαναν αγωνίστηκαν για την Ελλάδα. Σ’ αυτό υποβοηθούνται και από το γεγονός, ότι τα σώματα των Καρατάσου, Γκάτσου μετέβησαν στη συνέχεια στην Ελλάδα και συνέβαλαν στην απελευθέρωσή της. Αποφεύγουν να πούνε, όμως, ότι εκείνες οι επαναστάσεις απέβλεπαν στην απελευθέρωση των Βαλκανικών λαών, τη δημιουργία ενός ομόσπονδου Βαλκανικού κράτους, που θα είχε ως επίσημη γλώσσα τη διεθνή Ελληνική, με παράλληλη καλλιέργεια όλων των τοπικών γλωσσών και αυτόνομες διοικήσεις όλων των αυτοχθόνων λαών. Έτσι ακριβώς όπως τα προέβλεπε η Χάρτα (σύνταγμα) του Ρήγα και η Φιλική Εταιρία. Η επαναστάτες του 1822 στη Μακεδονία αγωνίστηκαν για μια αυτόνομη Μακεδονία, μέλος της Βαλκανικής Ομοσπονδίας. Οι Μακεδόνες συμμετείχαν και στην εξέγερση της Μολδοβλαχίας υπό τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, με ηγέτες τον Βλάχο Γιωργάκη Ολύμπιο και τον Μακεντόνσκι (και τα δυο είναι ψευδώνυμα). Σίγουρα δεν το έκαναν για να ενώσουν τη Μακεδονία με τη Ρουμανία. Λίγο νωρίτερα συμμετείχαν στην εξέγερση της Σερβίας με ηγέτες τον Γιωργάκη Ολύμπιο και τον Τάσο Καρατάσο. Σίγουρα δεν το έκαναν για να ενώσουν τη Μακεδονία με τη Σερβία. Στην επανάσταση της Ελλάδας το 1821 συμμετείχαν και Βούλγαροι  και Σέρβοι με ηγέτη τον Χατζηχρήστο και σίγουρα δεν το έκαναν για να ενώσουν τη Βουλγαρία και τη Σερβία με την Ελλάδα.
Ο Καρατάσος και ο Γκάτσος εκτίμησαν ότι δεν ήταν εφικτός ο στόχος να κρατήσουν το μέτωπο στη Μακεδονία και αποφάσισαν να μεταβούν στην απομακρυσμένη Ελλάδα, όπου η εξέγερση πήγαινε καλύτερα. Εκτιμάται ότι περίπου 300 Μακεδόνες και κατ’ άλλους περισσότεροι, πήγαν και αγωνίστηκαν στην Ελλάδα.
Οπλαρχηγός ή σώμα ελληνοφώνων από τη Μακεδονία, που να πήγε να βοηθήσει στην απελευθέρωση της Ελλάδας, δεν αναφέρεται απολύτως πουθενά.  
Όλοι οι ιστοριογράφοι της ελλαδικής επανάστασης αναφέρουν αυτούς τους επαναστάτες ως Μακεδόνες. Κι αυτό είναι άλλο ένα ντοκουμέντο, που δείχνει, ότι έτσι αποκαλούνταν οι Μακεδόνες, πολύ πριν το Κ.Κ.Ε και ο Τίτο αναγνωρίσουν ανεξάρτητη Μακεδονία και Μακεδονικό έθνος. Εκείνη την εποχή κανένας δεν του λέει Βούλγαρους, Σλάβους, Ρουμάνους, Σλαβομακεδόνες, Σκοπιανούς κλπ. Μόνο Μακεδόνες.
 Μερικές δεκαετίες αργότερα, κατά τον Αντιμακεδονικό Αγώνα (1903-1908), φασιστικά καθάρματα από την Ελλάδα εισβάλουν στη Μακεδονία και δολοφονούν, τρομοκρατούν και πυρπολούν τους απογόνους των Μακεδόνων που έκαναν την επανάσταση του 1822. Ακριβώς οι ίδιοι πληθυσμοί έκαναν και την επανάσταση του Ιλιντεν το 1903, για μια ενιαία και ανεξάρτητη Μακεδονία. Τώρα τους αποκαλούν Βούλγαρους ή Βουλγαρίζοντες και Ρουμάνους ή Ρουμανίζοντες. Κι αυτό, για να εξαπατήσουν την κοινή γνώμη της Ελλάδας, που αλλιώς δεν θα υποστήριζε εκείνους τους φασίστες, αν ήξερε ότι δολοφονούν Μακεδόνες, οι πρόγονοι των οποίων βοήθησαν στην απελευθέρωση της Ελλάδας.
 Μετά την κατάληψη της νότιας Μακεδονίας το ρατσιστικό καθεστώς των Αθηνών άλλαξε τα ονόματα των χωριών που είχαν επαναστατήσει το ΄22, χωρίς να πάρει τη γνώμη και την συγκατάθεση των Ντόπιων χωρικών. Το ίδιο αυταρχικά άλλαξε ακόμα και τα ονόματα και επώνυμα των κατοίκων τους. Καταδίωξε τη μητρική τους γλώσσα και επέβαλε τη διεθνή Ελληνική. «Αποφασίζομεν και Διατάσομεν». ‘Ετσι, τους έκαναν Έλληνες και την επανάστασή τους την ονόμασαν Ελληνική. Στη συνέχεια ακολούθησε εθνοκάθαρση και συστηματικός εποικισμός της Μακεδονίας, με σκοπό να αλλοιωθεί η σύνθεση του πληθυσμού και να υπάρχει καλύτερη αστυνόμευση των Ντόπιων Μακεδόνων.
Ο Καρατάσος και ο Γκάτσος στην εμφύλια σύγκρουση κατά τον Ελληνικό εμφύλιο στάθηκαν στο πλευρό των ντόπιων οπλαρχηγών. Στις μετέπειτα λαϊκές εξεγέρσεις κατά των Φαναριωτών, των Κοτζαμπάσηδων και των ξένων (Βαυαρών) συνεργατών τους στάθηκαν στο πλευρό του αγωνιζόμενου λαού.
Ο Τάσος Καρατάσος πέθανε το 1830, παραγκωνισμένος στη Ναύπακτο. Ο γιός του Δημήτριος ή Τσάμης ήταν ανάμεσα σ΄εκείνους που φυλακίστηκαν με τον Κολοκοτρώνη και τον Πλαπούτα. Συμμετείχε στην πατριωτική οργάνωση «Αληθείς Ορθόδοξοι». Μόνο χάρη στις λαϊκές εξεγέρσεις απελευθερώθηκαν. Ο Γκέλε Γκάτσοβ με τους Μακεδόνες συναγωνιστές του παραγκωνίστηκαν και δεν τους δέχθηκαν στον τακτικό στρατό. Τους παραχώρησαν λίγα κτήματα στην Αταλάντη, όπου έζησαν και πέθαναν πάμφτωχοι.
Λόγω της λαϊκής πίεσης, ο Όθωνας δέχθηκε στο στράτευμα μερικούς ικανούς οπλαρχηγούς, μεταξύ των οποίων και τον Δημήτριο Καρατάσο, που από το 1828 ήταν διοικητής στρατιωτικής μονάδας. Αυτός στη συνέχεια προσπάθησε να ευαισθητοποιήσει την κυβέρνηση και τους κύκλους των Αθηνών για την απελευθέρωση της Μακεδονίας, χωρίς κανένα απολύτως αποτέλεσμα.
Το 1854 ξεσπάει μεταξύ Ρωσίας και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ο λεγόμενος Κριμαϊκός πόλεμος. Ο Καρατάσος θεωρεί ότι είναι ευκαιρία για εξέγερση στη Μακεδονία, καθώς τα κατοχικά στρατεύματα θα είναι απασχολημένα στο μέτωπο με τη Ρωσία. Δεν ευαισθητοποιείται, όμως, κανένας στην Αθήνα. Ο Καρατάσος δημιουργεί δικό του σώμα και στις 6 Απριλίου αποβιβάζεται στη Χαλκιδική. Στην αρχή έχει κάποιες επιτυχίες. Όμως, ούτε οι μοναχοί του Αγίου Όρους τον βοηθάνε, ούτε η κυβέρνηση. Έτσι τον Ιούνιο επιστρέφει στην Αθήνα. Η κυβέρνηση ήταν φερέφωνο των Αγγλογάλλων, που σ΄εκείνο τον πόλεμο, πολεμούσαν στο πλευρό των Οθωμανών, ενώ το Πατριαρχείο συνέχιζε να είναι δεκανίκι τους.
Ο Καρατάσος απογοητεύεται από το καθεστώς των Αθηνών και προσπαθεί να βρει στηρίγματα στην Ευρώπη. Περιοδεύει σε Γαλλία, Αγγλία, Ρωσία, Ρουμανία και καταλήγει στη Σερβία. Εκεί κάνει συνεννοήσεις με τον ηγεμόνα Μίλος Ομπρένοβιτς, αρρωσταίνει, όμως και πεθαίνει το 1860. Στην επιτύμβια πλάκα το όνομά του γράφηκε και στις δυο γλώσσες: Μακεδονική και Ελληνική. Η ελληνική ιστοριογραφία είναι γεμάτη με φωτογραφίες και προσωπογραφίες των αγωνιστών του ’21, αλλά όχι και του Καρατάσου και του Γκάτσου.
Στο Βασίλειο της Ελλάδας άρχουσα τάξη είχαν γίνει οι Φαναριώτες με τους ντόπιους γαιοκτήμονες και τους ξένους τυχοδιώκτες που ήρθαν μαζί με τον Όθωνα. Επειδή ακριβώς δεν είχαν καμία σχέση με τους αγωνιστές της «Ελληνικής Δημοκρατίας» του Ρήγα Βελεστινλή και της Φιλικής Εταιρίας, αλλά είναι διώκτες τους, όχι μόνο δεν βοηθάνε, αλλά και καταδιώκουν τους αγωνιστές της Μακεδονίας.
 Η επέτειος της επανάσταση του 1822 στη Μακεδονία δεν τιμάται, όπως θα ‘πρεπε, ως εθνική γιορτή. Μόνο στη Νάουσα τιμάται το Ολοκαύτωμά της. Τα γύρω χωριά, που επίσης καταστράφηκαν, δεν τιμούν την επέτειο της καταστροφής και της εξέγερσης. Αυτή η επανάσταση μαζί με την επανάσταση του Ίλιντεν το 1903, έπρεπε να είναι εθνική γιορτή της Μακεδονίας. Ας τις τιμούμε τουλάχιστον εμείς οι Μακεδόνες. 
Υ.Γ.: Χθες ήταν η επέτειος της χούντας της 21-4-1974, που κράτησε 7 χρόνια. Για τους Μακεδόνες η χούντα κρατάει από το 1913, δηλαδή 107 χρόνια, με κάποια χαλάρωση τα τελευταία χρόνια.
                 Απρίλιος 2020    Τραϊανός Πασόης



                   



Σάββατο 16 Μαΐου 2009

Η Φιλολογική Σχολή Οχρίδας και οι Βούλγαροι



Η Οχρίδα (Охрид) είναι πόλη χτισμένη στα παράλια της ομώνυμης λίμνης, που αποτελεί το νοτιοδυτικό όριο της Δημ. Μακεδονίας με την Αλβανία.
Η λίμνη κατά την αρχαιότητα ονομάζονταν Λύχνιδα. Ακόμα και σύμφωνα με την κρατούσα άποψη στην Ελλάδα, βάσει της οποίας, Μακεδονία πρέπει να ονομάζεται η περιοχή που καταλάμβανε το μακεδονικό κράτος την εποχή του Φιλίππου Β’, η Οχρίδα βρισκόταν στα όρια εκείνου του κράτους.

Εκεί βάζει τα δυτικά όρια της αρχαίας Μακεδονίας και ο Ρωμαίος γεωγράφος Στράβωνας (63 π.Χ.-23 μ.Χ). Η οροσειρά που αρχίζει από τη δυτική όχθη της λίμνης και απλώνεται κατά μήκος των μακεδονοαλβανικών και μακεδονοκοσοβαρικών συνόρων είναι τα όρη Σκάρδος (Σαρ – Шар), που σύμφωνα με τον Στράβωνα αποτελούσαν τα βορειοδυτικά όρια της Μακεδονίας. Ο δρυμός που απλώνεται προς βορά της Οχρίδας και σήμερα ονομάζεται Μέλας Δρυμός (Τς΄ρνι Ντριμ – Црни Дрим).

Η πόλη ανακαινίστηκε από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό (527-565) και αναφέρεται και ως Ιουστινιανή Πρώτη (Justiniana Prima).
Η Unesko έχει ανακηρύξει την Οχρίδα ως μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς και την έχει υπό την προστασία της.

Την Οχρίδα επέλεξαν οι συνεργάτες των Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου για να συνεχίσουν το έργο που άρχισαν στη Μοραβία (σημερινή Τσεχία).
Ο ηγεμόνας της Μοραβίας Ρόστισλαβ ανατράπηκε και η Μοραβία περιήλθε υπό την επιρροή της γερμανο-λατινικής «Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας».
Ο Μεθόδιος περιορίστηκε σε ένα μοναστήρι, όπου και πέθανε το 885. Οι περισσότεροι συνεργάτες του αναγκάστηκαν να επιστρέψουν στη Μακεδονία, όπου συνέχισαν το έργο τους.

Είναι σημαντικό να θυμίσουμε, ότι ο Μεθόδιος προσκλήθηκε από τον αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης, Βασίλειο Α’, τον οποίο και επισκέφτηκε το 880-881. Ο Βασίλειος, βλέποντας τη στροφή των βαλκανικών πληθυσμών προς τον πάπα της Ρώμης, θορυβήθηκε και αναγκάστηκε να παραχωρήσει σε αυτούς το δικαίωμα μόρφωσης στη γλώσσα τους.

Οι σημαντικότεροι συνεργάτες των Κυρίλλου και Μεθοδίου ήταν οι Κλήμεντας (Κλήμης – Клименд) και Ναούμ (Наум), οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στην Οχρίδα. Αυτοί θεωρούνται και οι ιδρυτές της Φιλολογικής Σχολής Οχρίδας, αλλά και προστάτες της πόλης.

Στη Σχολή διδάσκονταν κυρίως λογοτεχνία, θεολογία και φιλοσοφία. Η πόλη έγινε το σημαντικότερο πνευματικό κέντρο της ευρύτερης περιοχής.
Ακόμα και οι ελληνικές εγκυκλοπαίδειες αναφέρουν ότι φοίτησαν στις σχολές της Οχρίδας περίπου 3.500 ιερείς και διδάσκαλοι, αριθμός πάρα πολύ μεγάλος για την εποχή εκείνη. Εκείνοι με τη σειρά τους διέδωσαν την κυριλλική κουλτούρα στην ευρύτερη περιοχή. Αρκετοί από εκείνους μετέβησαν και σε άλλες σλαβόφωνες χώρες, όπου διέδωσαν την κυριλλική γραμματεία.

Αργότερα η κυριλλική γραφή και γλώσσα θα καλλιεργηθούν και σε πολλά μοναστήρια του Αγίου Όρους.
Άγιο Όρος ονομάστηκε το όρος Άθω και η ομώνυμη χερσόνησος της Χαλκιδικής, επειδή είναι αφιερωμένη στη λατρεία του Πατέρα Θεού.

Τάτο στα σύγχρονα μακεδονικά είναι ο πατέρας (τάτκο=πατερούλης), ενώ σε αρχαιότερες διαλέκτους αναφέρεται και ως άτο. Το όρος, δηλαδή, είναι αφιερωμένο στον Άτο, δηλαδή τον Πατέρα.
Είναι γνωστό ότι στα αρχαία ελληνικά υπήρχε και πτώση (δοτική) ονομάτων σύμφωνα με την οποία το «εις τον Άτο» προφέρονταν «τω Άτω» ή σκέτο Άτω, με υπογεγραμμένη στο –ω-, την οποία δεν βρίσκω στο πληκτρολόγιό μου.
Το όρος πράγματι ήταν αφιερωμένο στον Πατέρα Θεό και πριν την επικράτηση του χριστιανισμού. Ο Όμηρος αναφέρει ότι στην κορυφή υπήρχαν βωμοί παλιάς θρησκείας. Οι χριστιανοί δεν το επέλεξαν τυχαία για να το αφιερώσουν στον Άτο (Πατέρα). Η λέξη είναι πιθανότατα Πελασγική.

Από την ίδια ρίζα προέρχεται και το όνομα της θεάς Αθηνάς, το οποίο δεν είναι ελληνικό, αλλά προελληνικό. Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία ήταν κόρη του Δία, αλλά δεν γεννήθηκε από τη σύζυγό του Ήρα, όπως οι άλλοι θεοί, αλλά βγήκε απευθείας από το κεφάλι του Πατέρα, δηλαδή του Άτο, και γι΄αυτό ονομάστηκε Άτηνα.

Είναι γνωστό ότι το γράμμα θ, που είχε η ελληνική γλώσσα, όπως και άλλες ανατολικές γλώσσες, δεν το είχαν άλλοι λαοί στην Ευρώπη. Στα λατινικά γράφεται ως th, ενώ στα κυριλλικά ως Τ. Σήμερα πολλοί λαοί των Βαλκανίων, μεταξύ των οποίων και οι Μακεδόνες, λένε την Αθήνα, Άτηνα.
Το ότι η θεά Αθηνά γεννήθηκε από το κεφάλι του πατέρα (Άτο) Δία και όχι από μητέρα, και ότι το Άγιο Όρος είναι αφιερωμένο «τω Άτ(θ)ω», δεν μπορεί να είναι τυχαία, ούτε δική μου επινόηση.

Η λέξη άτο ή τατο είναι μία από εκείνες, οι οποίες έκαναν το γυμνασιάρχη του ελληνικού γυμνασίου Μπίτολας Κων. Τσιούλκα, να γράψει το 1903, στο βιβλίο του που εκδόθηκε στην Αθήνα το 1907, «ΣΥΜΒΟΛΑΙ ΕΙΣ ΤΗΝ ΔΙΓΛΩΣΣΙΑΝ ΤΩΝ ΜΑΚΕΔΟΝΩΝ, ΕΚ ΣΥΓΚΡΙΣΕΩΣ ΤΗΣ ΣΛΑΒΟΦΑΝΟΥΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗΝ», ότι «στη μακεδονική γλώσσα υπάρχουν 1260 λέξεις ομηρικής προέλευσης, ενώ στην κοινή ελληνική γλώσσα έχουν διασωθεί μόνον 650».

Η Θεσσαλονίκη, η Οχρίδα και δευτερευόντως το Άγιο Όρος, ήταν τα κέντρα όπου δημιουργήθηκε, καλλιεργήθηκε και διαδόθηκε η κυριλλική γραφή και η λογοτεχνική γλώσσα, πρόδρομος της σύγχρονης μακεδονικής γλώσσας.

Οι Βούλγαροι και η μακεδονική γλώσσα

Κάτι στο οποίο συμφωνούν όλοι οι ιστορικοί, είναι η καταγωγή των Βουλγάρων. Στην εγκυκλοπαίδεια «Νέα Δομή» διαβάζουμε, κάτι που γράφουν και άλλες εγκυκλοπαίδειες.
«Η Βουλγαρία οφείλει το όνομά της στο μογγολικό λαό των Βουλγάρων, που κατά τον 7ο αι. εισέβαλε στη χώρα (τη Μοισία των Ρωμαίων και των Βυζαντινών) και επιβλήθηκε στις σλαβικές φυλές από τις οποίες πήρε τη γλώσσα, τους εθνικούς χαρακτήρες και το γεωργικό και ποιμενικό τρόπο ζωής.»

Συνήθως αγνοείται το γεγονός, ότι στις περιοχές της Βαλκανικής όπου είχαν εγκατασταθεί Σλάβοι, υπήρχαν και άλλοι λαοί, όπως Θράκες, Ιλλυριοί, Σκύθες, Δάκες, λατινόφωνοι – ελληνόφωνοι Ρωμιοί κλπ. Εκείνοι οι λαοί ασφαλώς δεν εξαφανίστηκαν, αλλά ανακατεύτηκαν με τους Σλάβους και είτε εκσλαβίστηκαν, όπως αργότερα οι Βούλγαροι, είτε η γλώσσα τους ήταν συγγενική με αυτήν των νέων πληθυσμών, οπότε αλληλοεπηρεάστηκαν και δημιουργήθηκαν νέες γλώσσες, οι οποίες χαρακτηρίζονται σλαβικές.

Οι Βούλγαροι επομένως «εκσλαβίστηκαν» επειδή ήταν μειοψηφία.
Στα κράτη επομένως που δημιούργησαν κατά διαστήματα, πλειοψηφούσαν άλλοεθνείς πληθυσμοί και όχι βουλγαρικοί. Τους υπηκόους, όμως, εκείνων των κρατών, οι Βυζαντινοί και οι Νεοέλληνες, τους αποκαλούν γενικώς Βούλγαρους.

Η γραφή και η γλώσσα που χρησιμοποιούσε η άρχουσα τάξη του κράτους των Βουλγάρων μέχρι τα τέλη του 9ου αιώνα, ήταν η ελληνική. Μετά τη δημιουργία της κυριλλικής γραφής και την καλλιέργεια της λογοτεχνικής γλώσσας της νοτιοδυτικής Μακεδονίας με επίκεντρο την Οχρίδα, υιοθέτησαν εκείνη τη γραφή και γλώσσα. Φυσικά, καθώς δεν υπήρχε εκπαιδευτικό σύστημα και μέσα ενημέρωσης, ο λαός της Βουλγαρίας, κράτησε τη διάλεκτό του, η οποία επηρεάστηκε πολύ λιγότερο από τη μακεδονική λογοτεχνική γλώσσα της εποχής.
Οι Βούλγαροι επομένως, ούτε δημιούργησαν, ούτε έδωσαν γλώσσα σε άλλους. Απεναντίας, εγκατέλειψαν τη γλώσσα τους και υιοθέτησαν την κυριλλική γραφή που δημιουργήθηκε στη Μακεδονία και πήραν στοιχεία της μακεδονικής γλώσσας.

Αυτή είναι η πραγματικότητα, την οποία σε γενικές γραμμές δεν αμφισβητεί κανένας. Από τις αρχές, όμως, της δεκαετίας του ΄90, οπότε αναζωπυρώθηκε το Μακεδονικό, Βούλγαροι και Νεοέλληνες βάλθηκαν να μας πείσουν, ότι η μακεδονική γλώσσα είναι διάλεκτος της Βουλγαρικής.
Η πραγματικότητα, όμως, είναι ακριβώς αντίθετη.

Αντιστρέφοντας την ιστορική πραγματικότητα, για προφανείς πολιτικούς λόγους, είναι σαν να υποστηρίζουν ότι οι κάτοικοι της νοτιοδυτικής Μακεδονίας, μεταξύ των οποίων και οι Άγιοι Κύριλλος, Μεθόδιος, Κλήμεντας και Ναούμ, είναι Βούλγαροι ή ότι εκείνοι πήραν τη γλώσσα από τους Βουλγάρους ή ότι η Μακεδονία –και μάλιστα η νοτιοδυτική- είναι τμήμα της Βουλγαρίας.

Κυριακή 10 Μαΐου 2009

Ο Κύριλλος και ο Μεθόδιος τιμώνται, η κυριλλική γραφή και γλώσσα καταδιώκονται

Στις 11 Μαϊου εορτάζεται η μνήμη των Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου από την εκκλησία της Ελλάδας. Η εορτή καθιερώθηκε μόλις τη δεκαετία του ’60.

Το Μάϊο του 1993, όταν ο εθνικιστικός πυρετός για το Μακεδονικό ήταν στο απόγειό του, το Υπουργείο Παιδείας με εγκύκλιό του έδωσε εντολή να τιμηθεί η γιορτή «με εκκλησιασμό όλων των μαθητών» και «ομιλία για τη ζωή και το έργο των Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου».

Οι ακτιβιστές της ΜΑ.ΚΙ.Β.Ε. επαίνεσαν αμέσως, μέσω της εφημερίδας «Ζόρα», εκείνη την ενέργεια της κυβέρνησης, γιατί τιμούσε επιτέλους δυο μεγάλες προσωπικότητες της Μακεδονίας, διεθνούς μάλιστα εμβέλειας.
Προχώρησαν, όμως, και σε μία παραίνεση που προκάλεσε αμηχανία:
«Καιρός είναι να τιμηθεί και το έργο τους, που είναι η κυριλλική γραφή και η διαμόρφωση της γλώσσας στην οποία μετέφρασαν τα εκκλησιαστικά συγγράμματα».

Μόνο χάρη στην αναζωπύρωση του Μακεδονικού στις αρχές της δεκαετίας του ’90 θυμήθηκαν τους δυο Μακεδόνες αγίους. Αυτούς τους Θεσσαλονικείς τιμούσαν μέχρι τότε σε πάρα πολλές χώρες, κυρίως της ανατολικής Ευρώπης, ενώ στον τόπο καταγωγής τους καθόλου.
Το 1980 ο πάπας Ιωάννης Παύλος ο Β’ τους ανακήρυξε σε συμπροστάτες της Ευρώπης μαζί με τον Άγιο Βενέδικτο.
Επί πλέον όλοι τους ήξεραν ως σλαβόφωνους Μακεδόνες, κάτι που, λόγω Μακεδονικού έπρεπε να αλλάξει.

Στη Θεσσαλονίκη ολοκλήρωσαν σε χρόνο ρεκόρ ιερό ναό προς τιμή τους.
Το 1992 δημιούργησαν χορωδία του Ι.Ν. Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου, η οποία βέβαια δεν ψέλνει στη γλώσσα τους, ούτε προωθεί την κυριλλική γραφή. Δημιουργήθηκε για πολιτικούς λόγους
Η χορωδία προωθήθηκε από την ελλαδική εκκλησία και κυρίως από τον αντιμακεδόνα μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Άνθιμο, και δεν περιορίζεται στην εξυπηρέτηση των αναγκών του ναού, αλλά κάνει δεκάδες περιοδείες στην Ελλάδα και το εξωτερικό (πάνω από 250!!!).

Υπόψη ότι ο Άνθιμος κατάγεται από τον Πύργο Ηλείας και το επώνυμό του είναι Ρούσας. Ρούσα στα μακεδονικά λέγεται η ξανθή. Προφανώς κατάγεται από τους εξελληνισμένους Σλάβους της Πελλοπονήσου.
Υποστηρίζει όμως, όπως και πολλοί άλλοι, ότι οι Κύριλλος και Μεθόδιος «δεν είναι Σλάβοι, αλλά Έλληνες ιεραπόστολοι».
Ότι λάμπει από το παρελθόν, δικό τους είναι.
Αγνοούν ότι την εποχή εκείνη, καθώς και τουλάχιστον άλλα χίλια χρόνια πριν, δεν υπήρχε λαός ή άτομα που να αποκαλούνται Έλληνες στην καταγωγή.

Η ζωή και η δράση Κυρίλλου και Μεθοδίου

Ήταν γιοί του Ρωμαίου (Βυζαντινού) αξιωματούχου Λέοντα και γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στη Θεσσαλονίκη. Υπάρχουν αναφορές που λένε ότι επισκέπτονταν συχνά τους συγγενείς τους στο Σοχό Θεσσαλονίκης, κάτι που σημαίνει ότι γενέτειρα των γονιών τους ή κάποιου από αυτούς ήταν ο Σοχός.

Ο μεγαλύτερος αδελφός, ο Μεθόδιος (820-885) είχε το κοσμικό όνομα Μιχαήλ και εκπαιδεύτηκε για να καταλάβει κρατικά αξιώματα.
Ο Κύριλλος (827-869) είχε το κοσμικό όνομα Κωνσταντίνος και σπούδασε φιλολογία, φιλοσοφία και θεολογία. Εκτός από τη μητρική του γλώσσα γνώριζε και ελληνικά, λατινικά, εβραϊκά, αραβικά κ.α.
Ήταν συνεργάτης του πατριάρχη Φώτιου, ο οποίος τον χρησιμοποίησε σε αποστολές όχι μόνο θρησκευτικού χαρακτήρα, αλλά και πολιτικού.
Το 860 τον έστειλε στην Κριμαία με σκοπό να διαδώσει εκεί το χριστιανισμό.

Το 862 ο ηγεμόνας της Μοραβίας (σημερινή Τσεχία) Ρόστισλαβ επεδίωξε συμμαχία με το Βυζάντιο, από το οποίο ζήτησε ιεροκήρυκες για να διδάξουν το χριστιανισμό στους λαούς της περιοχής. Ο λόγος ήταν καθαρά πολιτικός.

Ο Ροστισλαβ κατάφερε να αυτονομηθεί από την αυτοκρατορία των Φράγκων, οι οποίοι ως γνωστό αυτοαποκαλούνταν αυτοκράτορες της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και είχαν βλέψεις στα Βαλκάνια. Εκείνοι υπονόμευαν την αυτονομία του, χρησιμοποιώντας ως δούρειο ίππο τον χριστιανισμό του πάπα, ο οποίος είχε ως επίσημη γλώσσα τη λατινική.

Ο Ροστισλαβ αναγκάστηκε να στραφεί προς το Βυζάντιο και μιμούμενος το παράδειγμά του, που χρησιμοποιώντας ως ενοποιητικό στοιχείο τον ελληνόφωνο χριστιανισμό, είχε καταφέρει να επιβληθεί σε πολλούς λαούς, επιχείρησε να χρησιμοποιήσει τον χριστιανισμό ως στοιχείο ενίσχυσης της εξουσίας του.
Επειδή όμως οι λαοί της περιοχής, παρά τις λατινικές επιρροές, ομιλούσαν σλαβικές διαλέκτους, σκέφτηκε την ανάδειξη αυτών των διαλέκτων ως εκκλησιαστικής και κρατικής γλώσσας.

Ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Μιχαήλ Γ’ και ο πατριάρχης Φώτιος διείδαν τα εκκλησιαστικά και πολιτικά οφέλη και ως «συμμαχική βοήθεια» έστειλαν στον Ροστισλαβ του ιεραπόστολους Κύριλλο και Μεθόδιο.

Η επιλογή τους δεν μπορεί να ήταν τυχαία. Η δημιουργία αλφαβήτου και η μετάφραση των χριστιανικών βιβλίων σε μια άλλη γλώσσα, που μέχρι τότε δεν είχε δική της γραφή και δεν διδάσκονταν στις βυζαντινές σχολές, δεν είναι εύκολο να γίνει μέσα σε λίγους μήνες, από κάποιους που δε γνώριζαν καλά εκείνη τη γλώσσα και δεν είχαν ασχοληθεί σοβαρά με αυτό το ζήτημα.

Το 863 οι Κύριλλος και Μεθόδιος μαζί με μια ομάδα ιεραποστόλων εγκαταστάθηκαν στην πρωτεύουσα της Μοραβίας και δημιούργησαν σχολή, όπου δίδασκαν τη νέα γραφή που δημιούργησε ο Κύριλλος (κυριλλική) και τη γραμματική της γλώσσας. Παράλληλα άρχισαν να βαπτίζουν και τους πρώτους σλαβόφωνους χριστιανούς της περιοχής.

Όπως ήταν επόμενο ο γερμανο-λατινικός κλήρος δεν έβλεπε με καλό μάτι τη δράση των Θεσσαλονικέων ιεραποστόλων. Τους κατηγόρησε ότι παραβιάζουν το τριγλωσσικό δόγμα, βάσει του οποίου τα ιερά ευαγγέλια έπρεπε να διδάσκονται μόνο στα ελληνικά, λατινικά και εβραϊκά.

Ο Κύριλλος και ο Μεθόδιος οδηγήθηκαν στη Ρώμη για απολογία. Κατάφεραν όμως να πείσουν τον πάπα Ανδριανό Β΄, ότι δεν ήταν σωστό και δίκαιο, οι λαοί με σλαβικές γλώσσες να μη μπορούν να δοξολογούν το θεό στη γλώσσα τους.
Ο πάπας ενέκρινε το έργο τους και ευλόγησε τα βιβλία τους. Χειροτόνησε μάλιστα τον Μεθόδιο επίσκοπο Μοραβίας και Σλοβενίας.

Ο Κύριλλος παρέμεινε στη Ρώμη όπου λίγο αργότερα αρρώστησε και πέθανε (869). Η ταφή του έγινε με μεγάλες τιμές από τον πάπα.


Ο Μεθόδιος συνέχισε το έργο του, αλλά η εκθρόνιση του Ροστισλαβ από τους Φράγκους το 873 δημιούργησε πολλά προβλήματα στην ιεραποστολή. Το μεγαλύτερο μέρος της ιεραποστολής αναγκάστηκε να μετακινηθεί νοτιοανατολικά, όπου συνέχισε το έργο της.

Το Βυζάντιο προσπάθησε να προσεταιριστεί και πάλι τον Μεθόδιο, ο οποίος μετέβει στην Κωνσταντινούπολη και αποκατέστησε σε κάποιο βαθμό τις σχέσεις του με αυτό.
Μέχρι τότε οι λαοί του Βυζαντίου με διαφορετική μητρική γλώσσα από την επίσημη ελληνική, ήταν υποχρεωμένοι να μορφώνονται μόνο στα ελληνικά, κάτι που φυσικά προκαλούσε τη δυσαρέσκειά τους.
Η προσχώρηση των ιεραποστόλων της ομάδας του Κυρίλλου και Μεθοδίου στην παπική εκκλησία, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό σε αυτή τη δυσαρέσκεια.
Η αναγνώριση του πάπα στους σλαβόφωνους πληθυσμούς των Βαλκανίων να καλλιεργήσουν τη γλώσσα τους και να την χρησιμοποιούν ως εκκλησιαστική και λογοτεχνική γλώσσα, ήταν φυσικό να προκαλέσει την συμπάθειά τους και την στροφή τους προς αυτόν.

Ο φόβος ότι οι σλαβόφωνοι των Βαλκανίων θα στραφούν προς τον πάπα και τους Δυτικούς, είναι εκείνος που ανάγκασε το πολιτικοστρατιωτικό και εκκλησιαστικό κατεστημένο του Βυζαντίου να παραχωρήσει και να σεβαστεί αυτό το δικαίωμα στους σλαβόφωνους υπηκόους του.
Υπόψη ότι εκείνη η δυσαρέσκεια είχε οδηγήσει μεγάλο μέρος των σλαβόφωνων στη συστράτευση με τους Βούλγαρους, που το 852 αποσχίστηκαν από το Βυζάντιο και δημιούργησαν ανεξάρτητο κράτος. Από τότε οι Βυζαντινοί ταυτίζουν τους σλαβόφωνους με τους Βούλγαρους.

Το μεγαλύτερο μέρος της ιεραποστολής της Μοραβίας επέστρεψε στη Μακεδονία και δημιούργησε μορφωτικό και θεολογικό κίνημα με επίκεντρο την Οχρίδα.
Έτσι έγινε η αρχή της χειραφέτησης της μακεδονικής γλώσσας και λογοτεχνίας, η οποία βέβαια εντάσσεται στη σλαβική ομάδα γλωσσών, αλλά έχει και πολλά ελληνικά, λατινικά, αρχαιομακεδονικά, θρακο-ιλλυρικά και άλλα γλωσσικά στοιχεία.
Όλα αυτά τα στοιχεία, όσο και αν δεν αρέσει σε μερικούς, αποτελούν μέρος της μακεδονικής πολιτιστικής ταυτότητας.

Έναν αιώνα μετά θα δημιουργηθεί το κράτος του Σαμουήλ το οποίο θα ιδρύσει το πατριαρχείο Οχρίδας. Οι Βυζαντινοί, ακόμα και μετά την κατάλυση του κράτους του Σαμουήλ (1018), θα σεβαστούν το δικαίωμα των ντόπιων της Μακεδονίας να συνεχίσουν να καλλιεργούν την κουλτούρα τους, αλλά και δεν θα σταματήσουν να την υπονομεύουν όσο μπορούν, κάτι που συνεχίζουν μέχρι σήμερα.

Το Βυζάντιο αναγκάστηκε, πριν χίλια περίπου χρόνια, να επιτρέψει την καλλιέργεια της κυριλλικής γραφής και της μακεδονικής διαλέκτου της εποχής εκείνης, που εξελήχθηκε στη σύγχρονη μακεδονική γλώσσα.

Η Ελλάδα αναγκάστηκε για πολιτικούς λόγους να τιμήσει τους Θεσσαλονικείς θεμελιωτές της σύγχρονης μακεδονικής γλώσσας, Κύριλλο και Μεθόδιο, κάτι που δεν έκαμνε μέχρι το 1993.
Είναι μια καλή αρχή.

Οι Μακεδόνες ανέκαθεν τιμούσαν και θα συνεχίσουν να τιμούν τους Θεσσαλονικείς Αγίους Κύριλλο και Μεθόδιο.

Κυριακή 3 Μαΐου 2009

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος ως πράκτορας των Δυτικών


Θα ασχοληθούμε με τον πολιτικό ρόλο του Ελευθερίου Βενιζέλου, καθώς αυτόν το μήνα συμπληρώνονται 90 χρόνια από τη Μικρασιατική εκστρατεία που οδήγησε στην ομώνυμη καταστροφή. Και θα ασχοληθούμε γιατί η όλη δράση του έχει άμεση σχέση με μας τους Μακεδόνες και το Μακεδονικό Ζήτημα.

Αξίζει να δούμε αρχικά, τι έγραψε σε ενδιαφέρον άρθρο του ο Αντώνης Καρκαγιάννης, με θέμα:


Oι μεγάλες ευθύνες του Ελευθερίου Βενιζέλου

στη Μικρασιατική Καταστροφή

«Ποιες ήταν οι ευθύνες του Ελευθερίου Βενιζέλου για τη Mικρασιατική εκστρατεία και, τελικά, για την καταστροφή;

Το ερώτημα απασχολεί τους Ελληνες επί ακριβώς 90 χρόνια και ολοκληρωτική απάντηση, σαφή και χωρίς περιστροφές, δεν δώσαμε ή δεν τολμήσαμε να δώσουμε. Αλλωστε ο Ελευθέριος Βενιζέλος κυριάρχησε στην ταραχώδη πολιτική ζωή της χώρας και μετά την καταστροφή, επί δέκα και πλέον έτη. Σαν ο ελληνικός λαός και ιδιαίτερα οι εξαθλιωμένοι πρόσφυγες της Μικράς Ασίας, του Πόντου και της Ανατολικής Θράκης να είχαν παρακάμψει το ερώτημα και να τον είχαν απαλλάξει από κάθε ευθύνη.

Γιατί τα θυμήθηκα τώρα αυτά. Πρώτον, γιατί συμπληρώνονται ακριβώς 90 χρόνια από το μοιραίο μεσημέρι της 6ης Μαΐου 1919, όταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος, πρωθυπουργός τότε της Ελλάδας, έλαβε, στο Παρίσι όπου βρισκόταν, επείγον τηλεφωνικό μήνυμα του Λόυδ Τζωρτζ, πρωθυπουργού τότε της Μεγάλης Βρετανίας και ενός από την ισχυρή Τριανδρία της νικηφόρου Αντάντ (Κλεμανσώ, Λόυδ Τζωρτζ και Ουίλσον). Υστερα από λίγο συνάντησε τον Αγγλο πρωθυπουργό, ακριβώς στις 14.45, ο οποίος αμέσως τον ρώτησε: «Εχετε διαθέσιμο στρατό;». «Εχομεν», απάντησε ο Βενιζέλος, «αλλά περί τίνος πρόκειται;» «Αποφασίσαμεν σήμερον μετά του προέδρου (των ΗΠΑ) Ουίλσον και του κ. Κλεμανσώ, ότι δέον να καταλάβετε την Σμύρνην». Χωρίς να το σκεφθεί ο Βενιζέλος, χωρίς να ζητήσει διευκρινίσεις για το ακριβές περιεχόμενο και τη σκοπιμότητα της τολμηρής πρότασης και χωρίς να συμβουλευθεί κανέναν, ούτε καν τη στρατιωτική ηγεσία, απάντησε με ενθουσιασμό: «Είμαστε πανέτοιμοι». Δύο εβδομάδες μετά, μια ελληνική μεραρχία αποβιβαζόταν στη Σμύρνη, όπου έγινε ενθουσιωδώς δεκτή. Ετσι, τόσο γρήγορα (επιτρέψτε μου, τόσο απερίσκεπτα) άρχισε η μεγαλύτερη περιπέτεια της νεότερης Ελλάδας.

Αυτά και άλλα πολλά μάς τα υπενθυμίζει ένα ολιγοσέλιδο βιβλίο του ακαδημαϊκού Κωνσταντίνου Σβολόπουλου, που εκδόθηκε τον περασμένο Φεβρουάριο από την εκδοτική εταιρεία Ικαρος. Μένω με την εντύπωση ότι η έκδοση τελεί υπό την αιγίδα του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών και Μελετών «Ελευθέριος Βενιζέλος» και το προλογίζει ο γενικός διευθυντής του Νικόλαος Παπαδάκης.

Εχει ιδιαίτερη σημασία ο τίτλος του βιβλίου: «Η Απόφαση για την Επέκταση της Ελληνικής Κυριαρχίας στη Μικρά Ασία». Επί 90 χρόνια καλλιεργείται ουσιώδης ασάφεια όσον αφορά τον σκοπό της ελληνικής στρατιωτικής παρουσίας στη Μικρά Ασία, αν ήταν για να διασφαλίσει δυναμικά τα δικαιώματα των εκεί Ελλήνων χριστιανών ή αν ήταν αφαίρεση εδάφους από ξένη επικράτεια και επέκταση σε αυτό της ελληνικής κυριαρχίας. Η απάντηση του Κωνσταντίνου Σβολόπουλου με τον τίτλο του βιβλίου είναι σαφής: Ηταν απόσπαση εδάφους και επέκταση σε αυτό της ελληνικής κυριαρχίας, όπως συνέβη στην Ηπειρο, τη Μακεδονία και τη Θράκη μετά τον πρώτο και τον δεύτερο Βαλκανικό Πόλεμο.

Ασάφεια χαρακτηρίζει και τον ίδιο τον Ελευθέριο Βενιζέλο, αν κρίνουμε από τη ρητορεία του εκείνων των ημερών, στοιχεία της οποίας παραθέτει ο Κ. Σβολόπουλος. Τον απασχολούν τα ανθρώπινα δικαιώματα των Ελλήνων χριστιανών της Μικράς Ασίας, αλλά δεν κρύβει την πεποίθησή του ότι αυτά διασφαλίζονται μόνο με την επέκταση της ελληνικής κυριαρχίας. Πιο μεγάλη σημασία έχει αν η ίδια ασάφεια χαρακτηρίζει την «εντολή» των Τριών Μεγάλων της νικηφόρου Αντάντ. Εκεί τα πράγματα είναι πιο μπερδεμένα. Μεταξύ τους μιλούσαν για την αναπόφευκτη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την εξασφάλιση «ζωνών επιρροής» στο υπό διαμόρφωση καθεστώς της Μέσης Ανατολής. Εύλογο το ενδιαφέρον αφού από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο αναδύθηκε θριαμβευτικά ο πετρελαιοβόρος καπιταλισμός. Στο πλαίσιο, όμως, του υποχείριου σουλτανικού καθεστώτος της Κωνσταντινούπολης. Το 1919 δεν λογάριαζαν ακόμη το κίνημα του Μουσταφά Κεμάλ.

Από πουθενά δεν προκύπτει σαφώς ότι η «εντολή» των Τριών είχε την έννοια της επέκτασης της ελληνικής κυριαρχίας σε έδαφος άλλης επικράτειας. Ως ένα σημείο ανέχθηκαν την ελληνική επέμβαση για να εξισορροπήσουν τις διεκδικήσεις της Ιταλίας και της Γαλλίας και κυρίως για να αντιμετωπίσουν στρατιωτικά το κίνημα του Μουσταφά Κεμάλ, άσπονδου εχθρού της υποχείριας σ’ αυτούς σουλτανικής κυβέρνησης. Οταν διαπίστωσαν ότι πολιτικά και στρατιωτικά κυρίαρχος ήταν ο Κεμάλ, εγκατέλειψαν στη μοιραία τύχη τους τους Ελληνες και τις πομπώδεις διακηρύξεις περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων και αυτοδιάθεσης των εθνοτήτων.

Σήμερα μας φαίνεται απίστευτο πώς ένας τόσο ευφυής πολιτικός, ο Ελευθέριος Βενιζέλος, έπεσε (επιτρέψτε μου, τόσο απερίσκεπτα) σε μια τέτοια παγίδα. Προχείρως θα μπορούσε κανείς να πει ότι είχε «καβαλήσει το καλάμι» (το παθαίνουν ακόμα και οι ευφυείς πολιτικοί) από τις μεγάλες επιτυχίες του πρώτου και δεύτερου Βαλκανικού Πολέμου. Μια πιο σοβαρή απάντηση θα απαιτούσε ενδελεχή μελέτη των εσωτερικών και διεθνών αντιθέσεων εκείνης της εποχής, των συμφερόντων και ιδεών που επικρατούσαν. Για τους σημερινούς Ελληνες, που επί 90 χρόνια κουβαλούν το μοιρολόι για την πράγματι πιο μεγάλη εθνική καταστροφή, είναι ζήτημα εθνικής αυτογνωσίας να καταλάβουμε πράγματι το πώς και το γιατί. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, πάντοτε ευφυής, γρήγορα κατάλαβε το αδιέξοδο και έσπευσε να απεμπολήσει τις ευθύνες του με τις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920, τις οποίες άνετα μπορούσε να αποφύγει.»

(Καθημερινή 26-04-09)


Οι άλλες εκστρατείες


Η ενέργεια αυτή του Ε. Βενιζέλου δεν ήταν η μόνη που δείχνει ότι εκτελούσε εντολές των Δυτικών συμμάχων.

Δύο μήνες νωρίτερα (Φεβρουάριος 1919) είχε στείλει εκστρατευτικό σώμα στην Κριμαία (Ουκρανία) το οποίο συμμετείχε στις επιχειρήσεις των συμμαχικών δυνάμεων κατά των Ρώσων μπολσεβίκων. Φυσικά δεν κατάφεραν τίποτα, καθώς οι Ρώσοι με τη φόρα που είχαν πάρει μετά την Οκτωβριανή επανάσταση (1917), τους ανάγκασαν σε άτακτη υποχώρηση.


Αν για την εκστρατεία στη Μικρά Ασία υπήρχε κάποια πρόφαση την προστασία των εκεί χριστιανικών πληθυσμών, η εκστρατεία στην Κριμαία δεν είχε κάποια παρόμοια δικαιολογία.

Ένας και μοναδικός ήταν ο λόγος. Ο Βενιζέλος συμμετέχοντας στον αγώνα των Αγγλογάλλων για τη δημιουργία ζωνών επιρροής, περίμενε ανταλλάγματα, τα οποία και πήρε.


Η περίπτωση της Κρήτης


Κατά τη συμμετοχή του στους αγώνες της πλειοψηφίας των Κρητικών για ένωση με την Ελλάδα (υπήρχαν και Κρητικοί που αγωνίζονταν για αυτονομία της Κρήτης), ο Βενιζέλος είχε μια πολύ σημαντική εμπειρία.

Κατά την επανάσταση του 1897 στο Ακρωτήρι, οι επαναστάτες, των οποίων ηγέτης ήταν ο Βενιζέλος, ήταν έτοιμοι να εκτοπίσουν τους Τούρκους από την περιοχή.

Τα ευρωπαϊκά πολεμικά πλοία, μετά από αίτημα των Οθωμανικών αρχών, βομβάρδισαν τους επαναστάτες. Επί πλέον σε διπλωματικό επίπεδο, οι Μεγάλες Δυνάμεις αντιτάχθηκαν στην ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα.


Το ίδιο συνέβη και με τους μετέπειτα αγώνες των Κρητικών για ένωση.

Το 1905 συνήλθε η Κρητική Συνέλευση στο Θέρισο και κήρυξε την ένωση με την Ελλάδα, αλλά οι Μεγάλες Δυνάμεις απείλησαν με επέμβαση και ανάγκασαν τους στασιαστές να υποχωρήσουν και να συμβιβαστούν με μια χαλαρή μορφή αυτονομίας.

Ο Βενιζέλος ήξερε πλέον ότι μόνο αν παίξει πειστικά και ουσιαστικά το ρόλο των Δυτικών μπορεί να πετύχει κάτι.


Η περίπτωση της Μακεδονίας


Η απόπειρα της Ελλάδας να επεκταθεί προς βορρά το 1897, οδήγησε σε οδυνηρή ήττα στο θεσσαλικό κάμπο και μόνο χάρη στην παρέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων διασώθηκε η ανεξαρτησία της. Μετά από εκείνη την περιπέτεια η Ελλάδα δεν θα διανοούνταν να επιχειρήσει άλλον επεκτατικό πόλεμο.

Το πολιτικό κενό που θα άφηνε η καταρρέουσα Οθωμανική αυτοκρατορία έγινε αντικείμενο ανταγωνισμού των Μεγάλων Δυνάμεων.

Ο Βενιζέλος ήξερε ότι μόνο εξυπηρετώντας τις επιδιώξεις των Δυτικών μπορούσε να ικανοποιήσει τις επεκτατικές βλέψεις της Ελλάδας. Έπρεπε λοιπόν να λειτουργήσει ως πιστό προτεκτοράτο των Αγγλογάλλων στα Βαλκάνια.

Μόνο οι αφελείς πιστεύουν ότι η συμμαχία της Ελλάδας κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους με Σερβία, Μαυροβούνιο, Βουλγαρία και Ρουμανία έγινε εν αγνοία και χωρίς την έγκριση των Μεγάλων Δυνάμεων. Μη ξεχνάμε ότι την Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, με την οποία η Βουλγαρία έπαιρνε το μεγαλύτερο μέρος της Μακεδονίας, την ακύρωσαν οι Δυτικοί, χωρίς να έχουν συμμετάσχει στις πολεμικές συγκρούσεις.

Στη Μακεδονία δεν υπήρχε κανενός είδους πολιτικό κίνημα για ένωση με την Ελλάδα. Υπήρχε μόνο αυτονομιστικό μακεδονικό κίνημα, το οποίο όμως δεν ήταν ενταγμένο στη σφαίρα επιρροής κάποιου μπλοκ και αυτός ήταν ο βασικός λόγος που δεν στηρίχθηκε από καμία δύναμη. Οι ελληνόφωνοι δεν ξεπερνούσαν το 11% του πληθυσμού και για την προστασία του χριστιανικού πληθυσμού της Μακεδονίας εγγυητές ήταν η Ρωσική και η Αυστρουγγρική αυτοκρατορία. Έτσι ο Βενιζέλος ήξερε ότι μόνο αν η Ελλάδα λειτουργούσε ως εκφραστής των Δυτικών συμφερόντων είχε πιθανότητες να επεκταθεί στη Μακεδονία.

Μετά την επιτυχή για την Ελλάδα εξέλιξη των Βαλκανικών Πολέμων 1912-1913, ήρθε ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος τάσσονταν επίμονα υπέρ της ουδετερότητας, σε αντίθεση με τον Βενιζέλο ο οποίος τάχθηκε εξ αρχής υπέρ της εισόδου της Ελλάδας στον πόλεμο.

Οι Αγγλογάλλοι μετά την άρνηση της Ελλάδας να συνταχθεί μαζί τους, έκαναν απόβαση στη Θεσσαλονίκη (Οκτώβριος 1915) χωρίς να ζητήσουν ουσιαστικά έγκριση από την κυβέρνηση των Αθηνών. Απλώς την ενημέρωσαν.

Τον ίδιο μήνα οι βουλγαρικές και αυστριακές δυνάμεις κατανίκησαν το σερβικό στρατό και η Βουλγαρία κατέλαβε το σερβικό τμήμα της Μακεδονίας. Τα υπολείμματα του σερβικού στρατού κατάφυγαν στην Κέρκυρα. Οι σύμμαχοι διατύπωσαν στην κυβέρνηση των Αθηνών το αίτημα να μεταφερθούν οι σερβικές δυνάμεις μέσω του εδάφους της στο τμήμα της Μακεδονίας που τρία χρόνια πριν είχε καταλάβει η Ελλάδα. Παρά την άρνηση των Αθηνών οι σύμμαχοι μετέφεραν τις σερβικές δυνάμεις μέσω Θεσσαλονίκης στο Μακεδονικό Μέτωπο


Έτσι στο Μακεδονικό Μέτωπο (έτσι το ονόμαζαν και όχι ελλαδικό) οι Σέρβοι μάχονταν στη νότια πλευρά, ενώ οι Βούλγαροι στη βόρεια που τρία χρόνια πριν είχε περιέλθει στη σερβική επικράτεια.

Οι Αγγλογάλλοι, με λίγα λόγια, συμπεριφέρθηκαν σαν να μην ήταν η νότια Μακεδονία μέρος της ελλαδικής επικράτειας. Ο κίνδυνος να χάσει η Ελλάδα, ότι είχε κερδίσει με τους Βαλκανικούς Πολέμους, ήταν ορατός και ο Βενιζέλος το αντιλήφθηκε καλύτερα από κάθε άλλον. Έτσι αποφάσισε να ηγηθεί του κινήματος «Εθνικής Άμυνας» που έμεινε γνωστό και ως Εθνικός Διχασμός. Ήρθε στη Θεσσαλονίκη (Οκτώβριος 1916) όπου σχημάτισε δεύτερη κυβέρνηση η οποία αποφάσισε αμέσως τη συμμετοχή στον πόλεμο στο πλευρό των Αγγλογάλλων.

Τον επόμενο Μάϊο οι Αγγλογάλλοι αναγκάζουν σε παραίτηση τον γερμανόφιλο βασιλιά Κωνσταντίνο και έτσι υποβοηθούν την επάνοδο στην πρωθυπουργία του εκλεκτού τους, Ε. Βενιζέλου, ο οποίος οδήγησε και επίσημα πλέον την Ελλάδα στον πόλεμο.

Η Ελλάδα έγινε πλέον καθαρό προτεκτοράτο των Δυτικών και ο Βενιζέλος πιστό φερέφωνό τους. Για αυτό το ρόλο και αυτή της την ιδιότητα η Ελλάδα θα ενισχυθεί από τους «συμμάχους» της.

Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή οι δυνάμεις του Κεμάλ Ατατούρκ εύκολα θα ανακαταλάμβαναν περιοχές της Δ. Θράκης και της Μακεδονίας τις οποίες είχαν χάσει κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους. Ο ελλαδικός στρατός είχε διαλυθεί τελείως και είχε εγκαταλείψει τον οπλισμό του κατά την άτακτη υποχώρηση. Οι Αγγλογάλλοι, όμως, που είχαν εγκατασταθεί στην Ανατολική Θράκη, εμπόδισαν τον Κεμάλ να συνεχίσει την επέλασή του στη Θράκη. Επί πλέον ανάγκασαν τη Βουλγαρία να εγκαταλείψει τη Δυτική Θράκη, την οποία και παραχώρησαν στο πιστό τους προτεκτοράτο, την Ελλάδα. Έτσι δημιούργησαν μια στενή ζώνη στα νότια Βαλκάνια που δεν επέτρεπε στους ανταγωνιστές τους την κάθοδο στο Αιγαίο.

Για την εξυπηρέτηση αυτού του σκοπού, οι Αγγλογάλλοι, που σε άλλες περιπτώσεις κόπτονται για την προστασία και τα δικαιώματα των λαών, ανέχτηκαν και ίσως και να παρότρυναν την πολιτική εθνοκάθαρσης του Βενιζέλου στη Μακεδονία.

Δεν είναι καθόλου τυχαίο που ο Βενιζέλος κάθε φορά που έχανε την εξουσία, κατέφευγε στο Παρίσι, όπου και τελικά πέθανε.

Η σύγκρουσή του με το βασιλιά δεν είχε απολύτως καμία σχέση με αντιμοναρχική δημοκρατική πολιτική του Βενιζέλου, όπως εσφαλμένα παρουσιάζεται, αλλά με επιλογή εξυπηρέτησης διαφορετικών ξένων συμφερόντων. Εξ άλλου δεν ήταν πιο δημοκρατικός από τους αντιπάλους του.

Αυτή είναι η ιστορική πραγματικότητα χάρη στην οποία η Ελλάδα κατέχει σήμερα τη Δ. Θράκη και τη νότια Μακεδονία και όχι τα ιστορικά παραμύθια με τα οποία μας βομβαρδίζουν αδιάκοπα.

Φυσικά αυτήν τη δυσάρεστη πραγματικότητα δεν τη ξέρει ο πολύς κόσμος και εκπλήσσεται για τη στάση της διεθνούς κοινότητας στο Μακεδονικό.

Χαρακτηριστικό είναι το περιστατικό που άκουσα ως ανέκδοτο στη Δημοκρατία Μακεδονίας.

Όταν προ τριετίας ο πρωθυπουργός Κ. Καραμανλής επισκέφθηκε τον τότε Πρόεδρο της Γαλλίας, Ζακ Σιράκ, ο οποίος αποκαλούσε τη Δ. Μακεδονίας με το συνταγματικό της όνομα, του λέει:

- «Κύριε πρόεδρε εσείς δεν γνωρίζετε την πραγματική ιστορία της Μακεδονίας!»

Και ο Ζακ Σιράκ του απαντάει:

- «Πως δεν τη γνωρίζουμε. Εμείς σας τη δώσαμε!!!»