Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πατριαρχείο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πατριαρχείο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Παρασκευή 28 Μαΐου 2010
Κροκοδείλια δάκρυα για την Άλωση της Κωνσταντινούπολης
Στις 29 Μαΐου 2010 συμπληρώνονται 557 χρόνια από την άλωση της Πόλης από τους Οθωμανούς το 1453. Είναι ημέρα «μνήμης και πένθους» (αποφράς ημέρα) κυρίως για την εκκλησία και τα προσφυγικά σωματεία.
Η κιτρινόμαυρη σημαία με τον δικέφαλο αετό έχει αναγορευτεί σε δεύτερη εθνική σημαία μετά την επίσημη γαλανόλευκη. Οι εφημερίδες και οι τηλεοπτικοί σταθμοί ήδη προανήγγειλαν σχετικά αφιερώματα.
Ο τελευταίος αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Παλαιολόγος θεωρείται ως μία από τις μεγαλύτερες μορφές του «γένους», και αν δεν είχε κάνει το λάθος να ταχθεί υπέρ της ένωσης των εκκλησιών και να αναγνωρίσει τα πρωτεία του πάπα της Ρώμης (Ουνίτης - Ενωτικός), σίγουρα θα είχε ανακηρυχθεί και άγιος.
Οι θρύλοι για τον «μαρμαρωμένο βασιλιά, που θα αναστηθεί και θα ξαναπάρει την Πόλη», είναι ακόμα ζωντανοί.
Γιατί, όμως, η εκκλησία και τα προσφυγικά σωματεία θεωρούν το «Βυζάντιο» ως κάτι δικό τους;
Το Βυζάντιο, που τότε αποκαλούνταν Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, πολλές δεκαετίες πριν το 1453 είχε περιοριστεί ουσιαστικά στα τείχη της Κωνσταντινούπολης.
Η οικονομία του στηρίζονταν κυρίως στην στρατηγική θέση της Πόλης. Ήταν εμπορικό και διαμετακομιστικό κέντρο, κάτι που απέφερε σημαντικά κέρδη και φόρους. Επιπλέον έσοδα είχε από τα διόδια που επέβαλαν στα διερχόμενα από τον Βόσπορο πλοία, τις λιμενικές διευκολύνσεις κλπ.
Ακριβώς επειδή είχε αυτόν τον χαρακτήρα, οι βασικότερες παροικίες ήταν εκείνες των τότε ναυτηλιακών και εμπορικών δυνάμεων της δυτικής Μεσογείου: Γενοβέζων, Βενετών, Καταλανών, Ισπανών, Φράγκων κλπ.
Η ναυτική υπεροπλία εκείνων των δυνάμεων, μαζί με τα ισχυρά (απόρθητα) τείχη, ήταν το βασικό αμυντικό στήριγμα της Πόλης απέναντι στην Οθωμανική αυτοκρατορία, που εκείνη την εποχή είχε μεταφέρει την πρωτεύουσά της στην Αδριανούπολη.
Ο τυπικά «Αυτοκράτορας των Ρωμαίων» ήταν φόρου υποτελής στον Σουλτάνο και ουσιαστικά αιχμάλωτός του , αφού εκείνος έλεγχε και τις δύο πλευρές της Προποντίδας. Επιπλέον ο Σουλτάνος έκτισε στα βόρεια της πόλης, στις ευρωπαϊκές ακτές του Βοσπόρου, στο πιο στενό σημείο του, ένα ισχυρό φρούριο (Ρούμελι Χισάρ). Τα κανόνια που τοποθετήθηκαν εκεί ήταν ό,τι πιο προηγμένο είχε να επιδείξει η πολεμική τεχνολογία της εποχής. Έτσι ανάγκαζε τα διερχόμενα πλοία να πληρώνουν φόρο διέλευσης, κάτι που μείωσε τα έσοδα της Πόλης, αλλά έθιξε και τα συμφέροντα των δυτικών ναυτηλιακών συμμάχων της. Έγινε φανερό πλέον, ότι ο Σουλτάνος δεν θα ανεχόταν στο μέσον της αυτοκρατορίας του έναν άλλο ηγεμόνα.
Στην ίδια την Πόλη βασίλευε η παρακμή, η διαφθορά, η πολιτική αποσύνθεση και οι θρησκευτικές έριδες. Μεγάλο μέρος του πληθυσμού είχε προσχωρήσει στον μοναχισμό, με αποτέλεσμα το κράτος να στερηθεί εργατικά χέρια και στρατεύσιμους για την υπεράσπισή του. Μόνο μέσα στην πόλη υπήρχαν, όπως λέγεται, περί τα 300 μοναστήρια με 10.000 καλόγερους, ενώ διάφορες αναφορές και εκτιμήσεις ανεβάζουν τον συνολικό αριθμό ακόμα ψηλότερα, την ίδια στιγμή που οι υπερασπιστές της ήταν λιγότεροι από 10.000. Και δεν έφτανε μόνο αυτό, αλλά στη συντριπτική τους πλειοψηφία αντιστρατεύονταν την ένωση με την Καθολική εκκλησία, κάτι που θα εξασφάλιζε την βοήθεια των Δυτικών.
Ο αυτοκράτορας υποστήριζε τις αποφάσεις της Συνόδου της Φερράρας-Φλωρεντίας (1439), βάσει των οποίων είχε συμφωνηθεί η ένωση των δύο εκκλησιών. Οι εκπρόσωποι του πάπα μαζί με την ενωτική μερίδα και με την παρουσία του βασιλιά και του πατριάρχη Γρηγορίου, συλλειτούργησαν από κοινού στην Αγία Σοφία, στις 12 Δεκεμβρίου 1452, και διακήρυξαν πανηγυρικά την ένωση των εκκλησιών.
Αυτό όμως αρνήθηκαν να το δεχτούν οι ανθενωτικοί και άρχισαν να προπαγανδίζουν και να ξεσηκώνουν τον κόσμο εναντίον της. Ο δε Γεώργιος Σχολάριος, ο μετέπειτα πρώτος πατριάρχης της άλωσης (ως Γεννάδιος), επικεφαλής των ανθενωτικών, από το κελί του στην μονή του Παντοκράτορος εκτόξευε απειλές και κατάρες για την προδοσία της πίστεως και έκαιγε βιβλία εθνικών φιλοσόφων όπως του ελληνιστή Πλήθωνα. Ανθενωτικός ήταν και ο πρωθυπουργός Μέγας Δούκας Λουκάς Νοταράς ο οποίος είπε το περίφημο εκείνο: «Κρειττότερόν εστιν ειδέναι εν μέση τη πόλει φακιόλιον βασιλεύον Τούρκων ή καλύπτραν λατινικήν.» (Είναι προτιμότερο να δούμε να κυριαρχεί στην μέση της Πόλης το φακιόλι των Τούρκων παρά την καλύπτρα των Λατίνων.)
Καλλιεργούσαν την ηττοπάθεια και διέδιδαν ότι «είναι θέλημα Θεού η Πόλη να τουρκέψη». Ως τέτοιο «θείο» σημάδι μάλιστα, ερμήνευσαν μια έκλειψη σελήνης που συνέβη την 23η Μαΐου 1453, σπέρνοντας τον πανικό και ενισχύοντας τις υπονομευτικές ενέργειες. Μετά την πτώση της Πόλης ο Γεννάδιος διακήρυττε δημοσίως: «Δεν βλέπετε ότι η Ορθοδοξία εθριάμβευσεν; Από του νυν, ουδέν πλέον φοβείται».
Ο Σουλτάνος αντάμοιψε πλουσιοπάροχα αυτές τις υπηρεσίες των ανθενωτικών. Ανακήρυξε τον Γεννάδιο Πατριάρχη Κωνσταντινούπολης και, εκτός από πνευματικό, τον αναγνώρισε και ως εθνικό ηγέτη όλων των χριστιανών της επικράτειάς του. Ο πατριάρχης δηλαδή αντικατέστησε τον αυτοκράτορα, αλλά ως υποτελής του Σουλτάνου στην πράξη έγινε Υποσουλτάνος με αυξημένες διοικητικές και πολιτικές αρμοδιότητες. Έτσι, από αυτήν την «απιστία» των ανθενωτικών προς τον Ρωμαίο αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης, δημιουργήθηκε το «Ρωμαϊκό Γένος» (Ρουμ μιλέτ – Ρωμιοσύνη).
Παραποιώντας την αλήθεια και μετατρέποντας τον εκκλησιαστικό μηχανισμό σε σχολείο πλύσης εγκεφάλων, έκαναν μερικούς από τους Ρωμιούς υπηκόους τους να πιστεύουν ότι είναι ένα «Γένος» και μάλιστα να είναι και περήφανοι γι΄αυτό. Και ενώ, όχι μόνο δεν υπερασπίστηκαν την Πόλη, αλλά και υποβοήθησαν στην κατάληψή της από τους Οθωμανούς, σήμερα κλαίνε με κροκοδείλια δάκρυα και εκθειάζουν τον τελευταίο αυτοκράτορα τον οποίο τότε είχαν προδώσει.
Ο τελευταίος Αυτοκράτορας της Ρωμιοσύνης
Ο Κωνσταντίνος ΙΑ’ Παλαιολόγος ή Κωνσταντίνος Δραγάτσης ήταν γιος του αυτοκράτορα Μανουήλ Β’ Παλαιολόγου και της Έλενας Δραγάτση (Ντραγκάτς – Драгач), κόρης του Σέρβου άρχοντα των Σερρών. Πήρε όχι μόνο το όνομα του Σλάβου παππού του Κωνσταντίνου, αλλά κράτησε και το επώνυμό του Δραγκάτσης (Ντραγκάτς).
Εκείνη την εποχή οι Σέρβοι ηγεμόνες είχαν υπό την κατοχή τους όλη την Μακεδονία, την Θεσσαλία, και τη Δυτική Θράκη. Δηλαδή οι Μακεδόνες πρόγονοί μας ήταν υπήκοοι των Σέρβων και κατά συνέπεια αναφέρονταν ως Σέρβοι. Ο τελευταίος επομένως αυτοκράτορας της Κωνσταντινούπολης από άποψη καταγωγής ήταν Σλαβορωμιός.
Ο Κωνσταντίνος αυτοπροσδιορίζονταν και υπέγραφε ως αυτοκράτωρ των Ρωμαίων. Εκείνη την περίοδο η επικράτειά του περιορίζονταν στα όρια της Κωνσταντινούπολης και του Δεσποτάτου του Μυστρά στην ανατολική Πελοπόννησο (Μοριάς), όπου ήταν ακόμα ζωντανή η σλάβικη γλώσσα. Ίσως δεν είναι καθόλου τυχαίο που το 1427 ανέλαβε την δεσποτεία της Βόστιτσας (σημερινό Αίγιο) και κατόπιν την διοίκηση του Δεσποτάτου του Μυστρά.
Η Κωνσταντινούπολη ήταν μία πόλη-κράτος κατά το πρότυπο της Βενετίας, της Γένοβας κλπ. οι οποίες είχαν υπό την κυριαρχία τους όλα σχεδόν τα νησιά του Αιγαίου, τον δυτικό Μοριά, την Ρούμελη και την Ήπειρο. Ο αυτοκράτορας της Κωνσταντινούπολης δεν θεωρούσε αυτές τις περιοχές δικές του και δεν τις διεκδικούσε από τους Φράγκους, Λατίνους και Καταλανούς κατόχους τους.
Όπως μας πληροφορεί ο βυζαντινός ιστορικός της άλωσης Γεώργιος Φραντζής, ο πατέρας του Κωνσταντίνου πούλησε το 1423 την Θεσσαλονίκη στους Βενετούς έναντι 50.000 δουκάτων. Επειδή όμως οι καλόγεροι της πόλης δεν ήθελαν την υπαγωγή τους στην Καθολική εκκλησία, αντέδρασαν όπως οι συνάδελφοί τους της Κωνσταντινούπολης.
Για τον ηγούμενο της μονής Βλατάδων Θεσσαλονίκης, υπάρχουν στοιχεία (Κ. Ν. Σάθα Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη Βενετία 1872, τ. Α’) πως συνεργάστηκε με τους Οθωμανούς. Οι καλόγεροι με επιστολή τους το 1430 στον Μουράτ Β΄ που πολιορκούσε την Θεσσαλονίκη, τον συμβούλεψαν να αποκόψει τους σωλήνες του υδραγωγείου της πόλης που ερχόντουσαν από τον Χορτιάτη. Ο Σουλτάνος ακολούθησε τις οδηγίες τους, η Θεσσαλονίκη έπεσε και ευγνωμονών τους έδωσε και άλλα προνόμια, τσιφλίκια, ακίνητα στην πόλη και φοροαπαλλαγές, τα οποία διατηρούν μέχρι σήμερα.
Οι καλόγεροι και οι δεσποτάδες αποδείχτηκαν οι μεγαλύτεροι χαμαιλέοντες. Ήξεραν ότι οι Οθωμανοί δεν έθιγαν τα συμφέροντα όσων υποτάσσονταν οικειοθελώς και έσπευδαν πρώτοι να δηλώσουν υποταγή.
Σήμερα είναι αυτοί που μας πουλάνε πατριωτισμό, γιατί τα προνόμια που έχουν στην Ελλάδα, πουθενά αλλού οι συνάδελφοί τους δεν έχουν. Το πρόσφατο σκάνδαλο της μονής Βατοπαιδίου απεκάλυψε τα μεσαιωνικά προνόμια που απολαμβάνουν οι μονές, οι εκκλησίες και οι μητροπόλεις.
Η ικανότητά τους να επηρεάζουν τις μάζες, κάνει τους πολιτικούς να μη τολμούν να θίξουν αυτά τα προνόμια.
Σήμερα που γίνονται τόσες απολύσεις και περιορισμός των εργαζομένων στο δημόσιο, κανένας δεν τολμάει να μιλήσει για περιορισμό των κληρικών, σε μια εποχή μάλιστα που τα μέσα επικοινωνίας και μεταφοράς επιτρέπουν σε έναν κληρικό να εξυπηρετήσει περισσότερες εκκλησιαστικές κοινότητες.
Συγχωνεύουν δήμους και νομαρχίες για την εξοικονόμηση πόρων και δεν τολμούν να συγχωνεύσουν μητροπόλεις σε επίπεδο περιφερειών, αφού οι μητροπολίτες είναι υψηλόμισθοι δημόσιοι υπάλληλοι.
Την Μακεδονία για τη οποία σήμερα φωνάζουν ότι "είναι μία και ελληνική ότι δεν μπορεί να ανήκει και σε σλαβόφωνους", ο αυτοκράτορας Ιωάννης ΣΤ’ Καντακουζηνός την παραχώρησε μαζί με την Θεσσαλία και τη Δυτική Θράκη στον Σέρβο ηγεμόνα Στέφανο Δουσάν (Συμφωνία Σκοπίων 1342).
Όταν εισβάλανε οι Οθωμανοί στα Βαλκάνια, το Βυζάντιο είχε Συνθήκη φιλίας μαζί τους. Έτσι, όταν οι άλλοι βαλκανικοί λαοί, μεταξύ των οποίων και οι πρόγονοι των σημερινών Μακεδόνων, Θεσσαλών και Δυτικοθρακών, υπό την ηγεσία των Σέρβων ηγεμόνων, πήγαν να αντιμετωπίσουν τους κατακτητές στη μάχη του Μαρίτσα (Έβρου 1371), οι Βυζαντινοί έμειναν τελείως αδιάφοροι.
Όταν το 1453 οι Οθωμανοί πολιόρκησαν την Κωνσταντινούπολη, ο αυτοκράτορας δεν είχε κανέναν Βαλκανικό ή Μικρασιατικό χριστιανικό λαό ή ηγεμόνα ως σύμμαχο. Εξαργύρωσε την μέχρι τότε συμπεριφορά του απέναντί τους. Ούτε αυτός νοιάζονταν για εκείνους, ούτε εκείνοι γι’ αυτόν.
Στο τέλος Μαρτίου 1453, σε μια απογραφή που διενεργήθηκε από τον Γεώργιο Φραντζή, διαπιστώθηκε ότι στην Κωνσταντινούπολη υπήρχαν διαθέσιμοι για την άμυνα 4.983 Ρωμαίοι στρατιώτες, πολλοί από τους οποίους ήταν μισθοφόροι, και λιγότεροι από 2.000 αλλοδαποί. Ανάμεσα στους ξένους ήταν 700 Γενουάτες με αρχηγό τον Γενουάτη Ιωάννη Ιουστινιάνη (Giovanni Giustiniani) ενισχυμένοι και από 200 άντρες του Πελοπονήσιου καρδινάλιου Ισίδωρου, που είχε έρθει ως απεσταλμένος του πάπα της Ρώμης.
Το λιμάνι και την αλυσίδα που έφραζε τον Κεράτιο κόλπο την φύλαγαν μεγάλα Βενετικά και Γενοβέζικα πλοία, καθώς οι Βυζαντινοί δεν είχαν καθόλου ναυτικό. Ακόμα και τα πλοία που πέντε χρόνια νωρίτερα είχαν μεταφέρει τον Κωνσταντίνο από τον Μυστρά στην Κωνσταντινούπολη ήταν Καταλανικά.
Υπεύθυνος της άμυνας της πόλης ήταν ο Γενουάτης Giovanni Giustiniani (Ιωάννης Ιουστινιάνης). Άλλωστε, η εικόνα που προκύπτει από τα περισσότερα χρονικά, είναι ότι αυτοί που αντιστάθηκαν περισσότερο ήταν οι Γενουάτες μισθοφόροι παρά οι ίδιοι οι Βυζαντινοί. Αυτός ο ήρωας, όμως, δεν τιμάται από τους σημερινούς θιασώτες του Βυζαντίου επειδή ήταν Λατίνος.
Υπεύθυνος για τα πυροβόλα, τις μηχανές ρίψης υγρού πυρός, τους πύργους και τις επισκευές των τειχών ήταν ο Γερμανός μηχανικός Ιωάννης Γκράντ. Ήταν δηλαδή με σημερινούς όρους ο διοικητής του Μηχανικού. Η καταγωγή του όμως τον καταδίκασε στην αφάνεια.
Απεναντίας ο Σουλτάνος Μωάμεθ ο Πορθητής είχε στο πλευρό του πολλούς Ρωμιούς συμμάχους, όπως οι εξισλαμισμένοι Ζαγανός πασάς και Μαχμούτ Μπέης κ.α. Το μεγάλο κανόνι με το οποίο γκρέμισε τα τείχη, το κατασκεύασε ο Ούγγρος Ουρβανός στήν Αδριανούπολη. Ο τελευταίος βασιλιάς του Πόντου Δαυίδ ήταν υποτελής στον Μωάμεθ και η συνθήκη συμμαχίας που είχε μαζί του, εκτός από τον φόρο υποτέλειας, προέβλεπε και την παραχώρηση 800 Ποντίων μισθοφόρων στον οθωμανικό στρατό.
Οι σημερινοί βυζαντινολόγοι της Ελλάδας αποφεύγουν να αναφερθούν στις αιτίες που το Βυζάντιο κατά τους τελευταίους αιώνες δεν είχε συμμάχους μεταξύ των χριστιανικών λαών και ηγεμόνων της περιοχής.
Το αποφεύγουν, όπως ο διάβολος το λιβάνι, γιατί πρέπει να εξηγήσουν γιατί αυτοί οι λαοί και οι ηγεμόνες δεν ένιωθαν το Βυζάντιο περισσότερο δικό τους από ότι τους Οθωμανούς.
Αλλά και η βοήθεια που είχε ο τελευταίος αυτοκράτορας από τους Δυτικούς, δεν οφείλονταν στην χριστιανική αλληλεγγύη, αλλά στο γεγονός ότι η Κωνσταντινούπολη εξυπηρετούσε τα δικά τους συμφέροντα στην περιοχή.
Μετά την άλωση της πόλης ο μηχανισμός του πατριαρχείου με τη στήριξη του Σουλτάνου έγραψε την ιστορία και τους θρύλους όπως ήθελε και την επέβαλε στο ποίμνιό του το οποίο μετέτρεψε σε Ρωμαίικο Γένος.
Μετά τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όλος αυτός ο μηχανισμός κόλλησε σαν βδέλλα στο νεοελληνικό κράτος και επέβαλε αυτήν την απατηλή άποψη για τον ρόλο και τον χαρακτήρα του Βυζαντίου και του Πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης.
Σήμερα εκείνοι που υποβοήθησαν την άλωση της Πόλης, εκείνοι μοιρολογούν με κροκοδείλια δάκρυα για τον χαμό της.
Παρασκευή 29 Μαΐου 2009
Επέτειος της πτώσης της Κωνσταντινούπολης
Στις 29 Μαϊου 1453, οι Οθωμανοί κατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη και έβαλαν τέλος στην μακραίωνη ιστορία της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, που σήμερα είναι γνωστή ως Βυζάντιο.
Η μετονομασία της σε Βυζάντιο είναι μια από τις μεγαλύτερες παραχαράξεις της ιστορίας. Η αυτοκρατορία ονομαζόταν καθ¨όλη τη διάρκεια του βίου της Ρωμαϊκή και οι υπήκοοί της Ρωμιοί.
Το Βυζάντιο ως όρος εισάγεται για πρώτη φορά το 1562 απο τον Wolf,με την έκδοση των Βυζαντινών ιστορικών στη σειρά Corpus Byzantinae Historiae.Ο όρος επικρατεί οριστικά στον ευρωπαϊκό χώρο το 1680, με την έκδοση της Historia Byzantina του Du Cange, και απο εκεί καθιερώνεται και στην ελληνική ιστοριογραφία.
Τα αίτια αυτής της ιστορικής παραχάραξης είναι πολιτικά. Οι λατινο- γερμανοί θεωρούσαν ότι αυτοί είναι συνεχιστές της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Από τις αρχές του 9ου αιώνα είχαν δημιουργήσει την Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και χρησιμοποιούσαν αυτόν τον τίτλο για πολλούς αιώνες.
Οι Νεοέλληνες ευχαρίστως εγκατέλειψαν τον τίτλο του Ρωμαίου, γιατί παρέπεμπε στην Ρώμη, η οποία και δημιούργησε την αυτοκρατορία. Αυτό έκανε ευάλωτους τους υπηκόους στη πολιτική της Ρώμης και δεν εξυπηρετούσε την προπαγάνδα περί καταγωγής από τους αρχαίους Έλληνες. Σταδιακά ο όρος Ρωμιοσύνη αντικαταστάθηκε από τον όρο Ελληνισμός.
Μια άλλη ιστορική παραχάραξη είναι η ταυτότητα του Βυζαντίου, που οι θιασώτες του ελληνισμού το παρουσιάζουν ως ελληνικό με την έννοια της καταγωγής.
Η αυτοκρατορία ήταν πολυεθνική και μάλιστα καμία από τις εθνότητες που την αποτελούσαν, δεν ονομαζόταν ελληνική. Ελληνική ήταν μόνο ως προς την επίσημη γλώσσα.
Την υπεράσπιση της Κωνσταντινούπολης, κατά την πολιορκία από τον Μωάμεθ τον Πορθητή, είχε μισθοφορικός στρατός υπό την ηγεσία Γενουάτη αρχιστρατήγου και Βενετού ναυάρχου. Καμία από τις εθνότητες που απάρτιζαν παλαιότερα την αυτοκρατορία δεν βοήθησε στην υπεράσπισή της, γιατί απλούστατα δεν την ένιωθε δική της. Απεναντίας, ο Μωάμεθ ηγείτο ενός πολυεθνικού στρατού, το μεγαλύτερο μέρος του οποίου ήταν πρώην Ρωμαίοι υπήκοοι.
Ίδια ήταν προηγουμένως και η στάση της Βυζαντινής εξουσίας προς τους πρώην υπηκόους της. Κατά την εισβολή των Οθωμανών στα Βαλκάνια, το Βυζάντιο είχε συνθήκη ειρήνης μαζί τους και δεν συμμετείχε στην αντίσταση.
Στη Μακεδονία, τη Θεσσαλία και τη Δυτική Θράκη τους Οθωμανούς αντιμετωπίζουν άλλοι Βαλκάνιοι ηγεμόνες. Οι περιοχές αυτές είχαν περιέλθει στο βασίλειο του Σέρβου ηγεμόνα Στέφανου Δουσάν με τη συμφωνία των Σκοπίων το 1342.
Οι Σέρβοι ηγεμόνες, λοιπόν, ηγούμενοι ενός βαλκανικού πολυεθνικού στρατού, αντιστάθηκαν στην εισβολή των Οθωμανών, αλλά ηττήθηκαν το 1371 στη μάχη του Μαρίτσα (Έβρου), όπου είναι τα σημερινά ελλαδικά σύνορα με την Τουρκία. Το 1389 ηττήθηκαν και στη μάχη του Κοσόβου.
Την Θεσσαλονίκη οι Οθωμανοί την πήραν από τους Βενετούς το 1430.
Όπως γράφει ο χρονικογράφος Φραντζής, ο ι Βυζαντινοί την είχαν πουλήσει στους Βενετούς το 1423 έναντι 50.000 δουκάτων.
Τα παραμύθια περί 2.300 χρόνων ελληνικότητας της Θεσσαλονίκης είναι ιδεολογήματα για να φουσκώνουν τα μυαλά των υπηκόων του νεοελληνικού κράτους.
Τις περιοχές νοτίως της Θεσσαλίας και τα νησιά, οι Οθωμανοί τα πήραν από τους Καταλανούς, τους Φράγκους, τους Βενετούς, τους Γενουάτες.
Την Κωνσταντινούπολη δεν την υπερασπίστηκαν σύσσωμοι ούτε οι κάτοικοί της.
Ο αυτοκράτορας Ιωάννης Η΄ Παλαιολόγος, προκειμένου να εξασφαλίσει την υποστήριξη των Δυτικών, είχε προσφέρει στον πάπα της Ρώμης την ένωση της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας με την Καθολική. Αυτό είχε εξοργίσει το ιερατείο της Κωνσταντινούπολης, που δεν μπορούσε να ανεχθεί την υποταγή στον πάπα της Ρώμης , και στράφηκε κατά της αυτοκρατορικής εξουσίας.
Καλλιεργούσε την ηττοπάθεια διαδίδοντας, ότι «είναι θέλημα θεού να πέσει η Πόλη».
Η φράση «Κρειττότερον φακιόλιον Τούρκου ή καλύπτραν Λατινική» του επιφανέστερου ανθενωτικού, Λουκά Νοταρά, έγινε σύνθημα των ανθενωτικών. Επικεφαλής των ανθενωτικών ήταν ο Γενάδιος Σχολάριος, ο οποίος μετά την άλωση αμείφθηκε από τον Μωάμεθ τον Πορθητή με τη θέση του Πατριάρχη.
Το ορθόδοξο ιερατείο, όχι μόνο δεν έχασε τα κοσμικά του προνόμια που είχε επί Βυζαντίου, αλλά αμείφθηκε για την υποβοήθηση της άλλωσης της Πόλης με την παραχώρηση και άλλων προνομίων.
Σήμερα εκείνοι που υποβοήθησαν στην πτώση της Πόλης, θρηνούν με κροκοδείλια δάκρυα για την πτώση της.
Προπαγανδίζουν και καπηλεύονται το Βυζάντιο, γιατί εκείνο με την εξουσία του επέβαλε τον χριστιανισμό στους υπηκόους του και παραχώρησε στο ιερατείο πολιτικά και κοσμικά προνόμια. Στο Βυζάντιο η εκκλησία ήταν κράτος εν κράτει.
Δικαιολογημένα λοιπόν στις μητροπόλεις και τους ναούς αναρτούν την κρατική σημαία του Βυζαντίου με το δικέφαλο αετό και το βασιλικό στέμμα με τον σταυρό. Νιώθουν ακόμα ως παρακλάδι του κράτους, και φυσικά στην Ελλάδα είναι.
Σάββατο 11 Απριλίου 2009
Ιστορία της Αρχιεπισκοπής Οχρίδας
Το πρώτο σκέλος της ανάρτησης είναι αναδημοσίευση από:
http://akritas-history-of-makedonia.blogspot.com/2009/04/1.html
Σάββατο, 11 Απρίλιος 2009
Ιστορία της Αρχιεπισκοπής Αχρίδας [1]
Στις 5 Απριλίου 972 ο Τζιμισκής κατέλαβε την Βουλγαρική πρωτεύουσα Πρεσλάβ και κατέργησε το βουλγαρικό Πατριαρχείο. Έτσι μετά από περίοδο 15 χρόνων και ανακατατάξεων φτάνουμε στην εποχή του Σαμουήλ όπου έγινε ο ιδρυτής ενός ισχυρού τσαρικού κράτους, με κέντρο αρχικά την Πρέσπα και αργότερα την Αχρίδα. Σιγά - σιγά συνένωσε υπό το σκήπτρο του όλες τις περιοχές της γεωγραφικής Μακεδονίας ως τη Θεσσαλονίκη, τα παλαιά εδάφη της Βουλγαρίας από το Δούναβη ως την οροσειρά των Βαλκανίων, καθώς επίσης τη Θεσσαλία, την Ήπειρο, τμήμα της Αλβανίας με το Δυρράχιο και τελικά τη Ρασκία και τη Διόκλεια. Το βουλγαρικό Πατριαρχείο, που είχε καταργήσει
ο Τζιμισκής, γιόρτασε την επανίδρυσή του στο κράτος του Σαμουήλ. Μετά από πολλαπλές μετατοπίσεις τελικά εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αχρίδα, την πρωτεύουσα του Σαμουήλ, που έμελλε, ως εκκλησιαστικό κέντρο, να επιζήσει για πολλούς αιώνες μετά την πτώση του κράτους του Σαμουήλ. Το νέο κράτος, από πολιτική και εκκλησιαστική άποψη αποτελούσε συνέχεια του κράτους του Συμεών και του Πέτρου και θεωρήθηκε τόσο από το Σαμουήλ όσο και από τους Βυζαντινούς ως το βουλγαρικό κράτος γενικά. Την εποχή εκείνη εκτός από το Βυζάντιο μόνο η Βουλγαρία κατείχε τα παραδοσιακά δικαιώματα μιας βασιλικής (τσαρικής) ηγεμονίας με δικό της Πατριαρχείο. Ο Σαμουήλ ιδιοποιήθηκε τελείως τις δύο αυτές παραδόσεις. Στην πραγματικότητα όμως το κράτος του διέφερε ουσιαστικά από το παλαιό κράτος των Βουλγάρων. Κατά τη σύνθεση και το χαρακτήρα του ήταν ένα καινούργιο και ιδιόμορφο κατασκεύασμα. Το κέντρο βάρους είχε τώρα μετατεθεί τελείως στη δύση και στο νότο και η Μακεδονία, που άλλοτε ήταν στην περιφέρεια και μερικές φορές εκτός του παλαιού βουλγαρικού κράτους, αποτέλεσε τώρα τον πραγματικό πυρήνα του.
Τον Σαμουήλ ως είναι γνωστό τον νίκησε στο πεδίο της μάχης ο Βασίλειος Β’ ο Βουλγαροκτόνος της Μακεδονικής δυναστείας. Να σημειώσω ότι η Μακεδονική δυναστεία ονομάστηκε έτσι όχι γιατί έχει τις ρίζες της στην γεωγραφική ή ιστορική Μακεδονία αλλά επειδή κατάγεται από το Βυζαντινό Θέμα της Μακεδονίας όπου αυτό ήταν γεωγραφικά στην Θράκη.
Αν και η τακτική του Βασιλείου Βουλγαροκτόνου στο πεδίο της μάχης ήταν ωμή και αμείλικτη, η πολιτική του απέναντι στην υποταγμένη χώρα ήταν μετριοπαθής και συνετή. Αναγνωρίζοντας τις συνθήκες και τις συνήθειες της χώρας, επέτρεψε στους νέους υπηκόους του, σε αντίθεση με τον πληθυσμό των οικονομικά αναπτυγμένων επαρχιών της αυτοκρατορίας, να καταβάλλουν φόρους όχι σε νόμισμα, αλλά σε είδος. Το Πατριαρχείο της Αχρίδας υποβιβάσθηκε σε αρχιεπισκοπή, αναγνωρίσθηκε όμως ως αυτοκέφαλη Εκκλησία, έλαβε εξαιρετικά προνόμια και ανέκτησε τη δικαιοδοσία σε όλες τις επισκοπές που ανήκαν άλλοτε στο κράτος του Σαμουήλ και του Πέτρου.
Στην πραγματικότητα το καθεστώς της αυτοκέφαλης αρχιεπισκοπής της Αχρίδας είχε την έννοια ότι δεν υπαγόταν στο Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως, εξαρτιόταν όμως από τον αυτοκράτορα, γιατί ο τελευταίος διατηρούσε το δικαίωμα να διορίζει τον αρχιεπίσκοπο Αχρίδας. Ο διακανονισμός αυτός, ένα αληθινό αριστούργημα της αυτοκρατορικής πολιτικής, εξασφάλισε στο Βυζάντιο τον έλεγχο πάνω στις εκκλησίες των νοτιοσλαβικών λαών αλλά και απέφυγε όμως να επεκτείνει περισσότερο την τεράστια δικαιοδοσία του Πατριαρχείου της Κωνσταντινουπόλεως. Παράλληλα διασφάλισε με τον πρέποντα τρόπο τα εξαιρετικά προνόμια του εκκλησιαστικού κέντρου της Αχρίδας, του οποίου οι αυτοκέφαλοι αρχιεπίσκοποι διατήρησαν πολύ ψηλή θέση μέσα στην ελληνική εκκλησιαστική ιεραρχία σε σύγκριση με τους άλλους εκκλησιαστικούς ηγέτες, που βρίσκονταν υπό τη δικαιοδοσία του Πατριαρχείου της Κωνσταντινουπόλεως.
Τα σπουδαία έγγραφα του Βασιλείου Β' του έτους 1020, τα οποία ρυθμίζουν την κατάσταση της αρχιεπισκοπής Αχρίδας, μετά την υποταγή του κράτους του Σαμουήλ, διασώθηκαν σε ένα χρυσόβουλλο του Μιχαήλ Η' του έτους 1272 όπως επισημαίνει ο Ostrogorsky.
Η Αρχιεπισκοπή Αχρίδας σταμάτησε να υπάρχει το 1767 ενώ ο προκαθήμενος έφερε τον τίτλο «Αρχιεπίσκοπος Αχρίδας και πάσης της Βουλγαρίας» αλλά και «Αρχιεπίσκοπος Justiniana Prima και πάσης της Βουλγαρίας»[2]
Σημειώσεις
[1]-Κύρια πηγή μου είναι το έργο του George Ostrogorski, «Η ιστορία τους Βυζαντινού Κράτους» εκδόσεων Βασιλόπουλος.
[2]- The Synodicon of Tsar Boril states that the Archbishops of Ohrid are subordinated to the Turnovo Patriarchate. 14th c. (М. G. Popruzhenko, Synodicon of Tsar Boril, Bulgarian Antiquity), vol. VIII, Sofia, p. 93;
Αναρτήθηκε από akritas στις 12:12 πμ 0 σχόλια
Ετικέτες Αχρίδα
Παρατηρήσεις Karatasho
1. Αν κάποια από τα ιστορικά στοιχεία του άρθρου τα παραθέταμε εμείς, θα αμφισβητούνταν από τους αντιπάλους μας ως υποκειμενικά. Γι΄αυτό κάνουμε την αναδημοσίευση.
2. Το κράτος του Σαμουήλ ήταν πολυεθνικό και όχι Βουλγαρικό. Ο ίδιος του αυτοπροσδιορίζονταν ως τσάρος των Ρωμαίων και των Βουλγάρων, οι οποίες ήταν έννοιες πολυεθνικές. Οι Ρωμαίοι, βέβαια, της Κωνσταντινούπολης παραλείπουν για ευνόητους λόγους τον τίτλο του Ρωμαίου τσάρου.
3. Ο πατέρας του Σαμουήλ είχε τον τίτλο του Ρωμαίου Κόμη και ήταν διοικητής της κομητείας Κεντροδυτικής Μακεδονίας. Τα παιδιά του αναφέρονται και ως Κομητόπουλοι. Με τους σημερινούς όρους το επώνυμο του Σαμουήλ θα ήταν Κομητόπουλος. Πριν αποσχιστούν ήταν Ρωμαίοι, δηλαδή με τους σημερινούς όρους ήταν Έλληνες. Μόλις αποσχίστηκαν, ονομάστηκαν από τους Ρωμιούς Βούλγαροι.
Έγινε κάτι ανάλογο με αυτό που έγινε με τους Μακεδόνες της εποχής του Ίλιντεν. Πριν αποσχιστούν ήταν «εκσλαβισμένοι» Μακεδόνες με καταγωγή απευθείας από τους αρχαίους Μακεδόνες. Όταν αποσχίστηκαν έγιναν Βούλγαροι.
4. Όσοι χαρακτηρίζουν το κράτος του Σαμουήλ βουλγαρικό και την αρχιεπισκοπή «-πάσης Βουλγαρίας», είναι σαν να λένε ότι η Μακεδονία, η Θεσσαλία, η Ήπειρος κλπ. ήταν «Βουλγαρία» και οι υπήκοοί του «Βούλγαροι». Αυτούς πολέμησε ο Βασίλειος και χαρακτηρίστηκε «βουλγαροκτόνους» από τους ρωμαιόπληκτους, χαρακτηρισμό που ο ίδιος ουδέποτε χρησιμοποίησε.
4. «Να σημειώσω ότι η Μακεδονική δυναστεία ονομάστηκε έτσι όχι γιατί έχει τις ρίζες της στην γεωγραφική ή ιστορική Μακεδονία αλλά επειδή κατάγεται από το Βυζαντινό Θέμα της Μακεδονίας όπου αυτό ήταν γεωγραφικά στην Θράκη.», γράφει ο Ακρίτας.
Εγώ προσθέτω. Πώς αυτή η δυναστεία ονομάστηκε Μακεδονική, αν και δεν είχε καταγωγή από την ιστορική και γεωγραφική Μακεδονία? Ακρίτα, δεν καταλαβαίνεις ότι δημιουργείς προηγούμενο και δίνεις ντοκουμέντα στους «σκοπιανούς», που όπως λές ένα τμήμα του κράτους τους δεν ανήκει στην ιστορική Μακεδονία?
5. Η αρχιεπισκοπή Οχρίδας δεν είχε καμία εξάρτηση από το Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης και ο Αρχιεπίσκοπος διορίζονταν από τον αυτοκράτορα. Άρα , αφού ήταν αυτοκέφαλη και δεν αποσχίστηκε από το Πατριαρχείο, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί σχισματική και δεν έχει καμία ανάγκη αναγνώρισης από αυτό.
6. Η μακραίωνη δραστηριότητα της αρχιεπισκοπής Οχρίδας είναι η βασική αιτία επικράτησης της κυριλλικής γραφής στη Μακεδονία και της διαμόρφωσης της σημερινής Μακεδονικής γλώσσας. Εκείνη την εποχή η διδασκαλία της γλώσσας γινόταν κυρίως από τους κληρικούς με την χρήση των θρησκευτικών συγγραμμάτων. Οι Κύριλλος και Μεθόδιος μετέφρασαν τα θρησκευτικά βιβλία στη μακεδονική διάλεκτο της πατρίδας τους της Θεσσαλονίκης.
Εκεί οφείλεται το γεγονός ότι στη Μακεδονική γλώσσα υπάρχουν πολλά σλαβικά στοιχεία, ενώ σε άλλες περιοχές, όπου επίσης εγκαταστάθηκαν σλαβόφωνοι (Πελοπόννησο, Στερεά Ελλάδα κλ.) δεν διατηρήθηκαν γιατί το ιερετείο εκεί χρησιμοποιούσε την Ελληνική γλώσσα. Όσοι μιλάνε για εκσλαβισμό της Μακεδονίας έχουν κάποιο δίκιο, αλλά το χρησιμοποιούν καταχρηστικά.
7. Η Αρχιεπισκοπή Οχρίδας σωστά αναφέρεται και ως «Justiniana Prima» (Πρώτη Ιουστινιανή). Κάποιοι υποστηρίζουν ότι ήταν η γενέτειρα του Ιουστινιανού, ο οποίος γι΄αυτό το λόγο της παραχώρησε προνόμια και την εξωράϊσε.
Η Αικατερίνη Χριστοφιλοπούλου (Βυζαντινή Ιστορία, Α΄:324-610, [Αθήνα,1975], σελ.248) γράφει ότι «Ο Ιουστίνος Α΄(518-527) τέλος, θείος και ιδρυτής της δυναστείας του Ιουστινιανού, καταγόταν από χωριό κοντά στα Σκόπια».
Ο Κ.Παπαρηγόπουλος (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους.., βιβλίο ένατο, Μεσαιωνικός Ελληνισμός, [Αθήνα: Γαλαξίας, 1969], σελ.94) γράφει: «Ο Ιουστινιανός εγεννήθη… εν Δαρδανία` και ο μεν πατήρ αυτού ωνομάζετο Ίστοκ … αυτός ούτος δε Ουπράβδα, είχον δηλαδή … ονόματα καθ΄όλας τας πιθανότητας σλαυικά, τα οποία … επί το λατινικώτερον διεμορφώθησαν, το μεν Ίστοκ εις Σαββάτιον … το δε Ουπράβδα εις Ιουστινιανόν.»
«Ουπράβδα» στα μακεδονικά και «Ιουστινιανος» στα λατινικά σημαίνει δίκαιος.
Για να φτάσουν αυτοί στο σημείο να γίνουν αυτοκράτορες από το 518 μ.Χ., σημαίνει ότι ζούσαν εκεί πολύ πριν το την αρχή του 6ου αιώνα. Άρα αυτά περί Σλάβων που ήρθαν από τον 6ο αιώνα και μετά δεν ευσταθούν.
http://akritas-history-of-makedonia.blogspot.com/2009/04/1.html
Σάββατο, 11 Απρίλιος 2009
Ιστορία της Αρχιεπισκοπής Αχρίδας [1]
Στις 5 Απριλίου 972 ο Τζιμισκής κατέλαβε την Βουλγαρική πρωτεύουσα Πρεσλάβ και κατέργησε το βουλγαρικό Πατριαρχείο. Έτσι μετά από περίοδο 15 χρόνων και ανακατατάξεων φτάνουμε στην εποχή του Σαμουήλ όπου έγινε ο ιδρυτής ενός ισχυρού τσαρικού κράτους, με κέντρο αρχικά την Πρέσπα και αργότερα την Αχρίδα. Σιγά - σιγά συνένωσε υπό το σκήπτρο του όλες τις περιοχές της γεωγραφικής Μακεδονίας ως τη Θεσσαλονίκη, τα παλαιά εδάφη της Βουλγαρίας από το Δούναβη ως την οροσειρά των Βαλκανίων, καθώς επίσης τη Θεσσαλία, την Ήπειρο, τμήμα της Αλβανίας με το Δυρράχιο και τελικά τη Ρασκία και τη Διόκλεια. Το βουλγαρικό Πατριαρχείο, που είχε καταργήσει
ο Τζιμισκής, γιόρτασε την επανίδρυσή του στο κράτος του Σαμουήλ. Μετά από πολλαπλές μετατοπίσεις τελικά εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αχρίδα, την πρωτεύουσα του Σαμουήλ, που έμελλε, ως εκκλησιαστικό κέντρο, να επιζήσει για πολλούς αιώνες μετά την πτώση του κράτους του Σαμουήλ. Το νέο κράτος, από πολιτική και εκκλησιαστική άποψη αποτελούσε συνέχεια του κράτους του Συμεών και του Πέτρου και θεωρήθηκε τόσο από το Σαμουήλ όσο και από τους Βυζαντινούς ως το βουλγαρικό κράτος γενικά. Την εποχή εκείνη εκτός από το Βυζάντιο μόνο η Βουλγαρία κατείχε τα παραδοσιακά δικαιώματα μιας βασιλικής (τσαρικής) ηγεμονίας με δικό της Πατριαρχείο. Ο Σαμουήλ ιδιοποιήθηκε τελείως τις δύο αυτές παραδόσεις. Στην πραγματικότητα όμως το κράτος του διέφερε ουσιαστικά από το παλαιό κράτος των Βουλγάρων. Κατά τη σύνθεση και το χαρακτήρα του ήταν ένα καινούργιο και ιδιόμορφο κατασκεύασμα. Το κέντρο βάρους είχε τώρα μετατεθεί τελείως στη δύση και στο νότο και η Μακεδονία, που άλλοτε ήταν στην περιφέρεια και μερικές φορές εκτός του παλαιού βουλγαρικού κράτους, αποτέλεσε τώρα τον πραγματικό πυρήνα του.
Τον Σαμουήλ ως είναι γνωστό τον νίκησε στο πεδίο της μάχης ο Βασίλειος Β’ ο Βουλγαροκτόνος της Μακεδονικής δυναστείας. Να σημειώσω ότι η Μακεδονική δυναστεία ονομάστηκε έτσι όχι γιατί έχει τις ρίζες της στην γεωγραφική ή ιστορική Μακεδονία αλλά επειδή κατάγεται από το Βυζαντινό Θέμα της Μακεδονίας όπου αυτό ήταν γεωγραφικά στην Θράκη.
Αν και η τακτική του Βασιλείου Βουλγαροκτόνου στο πεδίο της μάχης ήταν ωμή και αμείλικτη, η πολιτική του απέναντι στην υποταγμένη χώρα ήταν μετριοπαθής και συνετή. Αναγνωρίζοντας τις συνθήκες και τις συνήθειες της χώρας, επέτρεψε στους νέους υπηκόους του, σε αντίθεση με τον πληθυσμό των οικονομικά αναπτυγμένων επαρχιών της αυτοκρατορίας, να καταβάλλουν φόρους όχι σε νόμισμα, αλλά σε είδος. Το Πατριαρχείο της Αχρίδας υποβιβάσθηκε σε αρχιεπισκοπή, αναγνωρίσθηκε όμως ως αυτοκέφαλη Εκκλησία, έλαβε εξαιρετικά προνόμια και ανέκτησε τη δικαιοδοσία σε όλες τις επισκοπές που ανήκαν άλλοτε στο κράτος του Σαμουήλ και του Πέτρου.
Στην πραγματικότητα το καθεστώς της αυτοκέφαλης αρχιεπισκοπής της Αχρίδας είχε την έννοια ότι δεν υπαγόταν στο Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως, εξαρτιόταν όμως από τον αυτοκράτορα, γιατί ο τελευταίος διατηρούσε το δικαίωμα να διορίζει τον αρχιεπίσκοπο Αχρίδας. Ο διακανονισμός αυτός, ένα αληθινό αριστούργημα της αυτοκρατορικής πολιτικής, εξασφάλισε στο Βυζάντιο τον έλεγχο πάνω στις εκκλησίες των νοτιοσλαβικών λαών αλλά και απέφυγε όμως να επεκτείνει περισσότερο την τεράστια δικαιοδοσία του Πατριαρχείου της Κωνσταντινουπόλεως. Παράλληλα διασφάλισε με τον πρέποντα τρόπο τα εξαιρετικά προνόμια του εκκλησιαστικού κέντρου της Αχρίδας, του οποίου οι αυτοκέφαλοι αρχιεπίσκοποι διατήρησαν πολύ ψηλή θέση μέσα στην ελληνική εκκλησιαστική ιεραρχία σε σύγκριση με τους άλλους εκκλησιαστικούς ηγέτες, που βρίσκονταν υπό τη δικαιοδοσία του Πατριαρχείου της Κωνσταντινουπόλεως.
Τα σπουδαία έγγραφα του Βασιλείου Β' του έτους 1020, τα οποία ρυθμίζουν την κατάσταση της αρχιεπισκοπής Αχρίδας, μετά την υποταγή του κράτους του Σαμουήλ, διασώθηκαν σε ένα χρυσόβουλλο του Μιχαήλ Η' του έτους 1272 όπως επισημαίνει ο Ostrogorsky.
Η Αρχιεπισκοπή Αχρίδας σταμάτησε να υπάρχει το 1767 ενώ ο προκαθήμενος έφερε τον τίτλο «Αρχιεπίσκοπος Αχρίδας και πάσης της Βουλγαρίας» αλλά και «Αρχιεπίσκοπος Justiniana Prima και πάσης της Βουλγαρίας»[2]
Σημειώσεις
[1]-Κύρια πηγή μου είναι το έργο του George Ostrogorski, «Η ιστορία τους Βυζαντινού Κράτους» εκδόσεων Βασιλόπουλος.
[2]- The Synodicon of Tsar Boril states that the Archbishops of Ohrid are subordinated to the Turnovo Patriarchate. 14th c. (М. G. Popruzhenko, Synodicon of Tsar Boril, Bulgarian Antiquity), vol. VIII, Sofia, p. 93;
Αναρτήθηκε από akritas στις 12:12 πμ 0 σχόλια
Ετικέτες Αχρίδα
Παρατηρήσεις Karatasho
1. Αν κάποια από τα ιστορικά στοιχεία του άρθρου τα παραθέταμε εμείς, θα αμφισβητούνταν από τους αντιπάλους μας ως υποκειμενικά. Γι΄αυτό κάνουμε την αναδημοσίευση.
2. Το κράτος του Σαμουήλ ήταν πολυεθνικό και όχι Βουλγαρικό. Ο ίδιος του αυτοπροσδιορίζονταν ως τσάρος των Ρωμαίων και των Βουλγάρων, οι οποίες ήταν έννοιες πολυεθνικές. Οι Ρωμαίοι, βέβαια, της Κωνσταντινούπολης παραλείπουν για ευνόητους λόγους τον τίτλο του Ρωμαίου τσάρου.
3. Ο πατέρας του Σαμουήλ είχε τον τίτλο του Ρωμαίου Κόμη και ήταν διοικητής της κομητείας Κεντροδυτικής Μακεδονίας. Τα παιδιά του αναφέρονται και ως Κομητόπουλοι. Με τους σημερινούς όρους το επώνυμο του Σαμουήλ θα ήταν Κομητόπουλος. Πριν αποσχιστούν ήταν Ρωμαίοι, δηλαδή με τους σημερινούς όρους ήταν Έλληνες. Μόλις αποσχίστηκαν, ονομάστηκαν από τους Ρωμιούς Βούλγαροι.
Έγινε κάτι ανάλογο με αυτό που έγινε με τους Μακεδόνες της εποχής του Ίλιντεν. Πριν αποσχιστούν ήταν «εκσλαβισμένοι» Μακεδόνες με καταγωγή απευθείας από τους αρχαίους Μακεδόνες. Όταν αποσχίστηκαν έγιναν Βούλγαροι.
4. Όσοι χαρακτηρίζουν το κράτος του Σαμουήλ βουλγαρικό και την αρχιεπισκοπή «-πάσης Βουλγαρίας», είναι σαν να λένε ότι η Μακεδονία, η Θεσσαλία, η Ήπειρος κλπ. ήταν «Βουλγαρία» και οι υπήκοοί του «Βούλγαροι». Αυτούς πολέμησε ο Βασίλειος και χαρακτηρίστηκε «βουλγαροκτόνους» από τους ρωμαιόπληκτους, χαρακτηρισμό που ο ίδιος ουδέποτε χρησιμοποίησε.
4. «Να σημειώσω ότι η Μακεδονική δυναστεία ονομάστηκε έτσι όχι γιατί έχει τις ρίζες της στην γεωγραφική ή ιστορική Μακεδονία αλλά επειδή κατάγεται από το Βυζαντινό Θέμα της Μακεδονίας όπου αυτό ήταν γεωγραφικά στην Θράκη.», γράφει ο Ακρίτας.
Εγώ προσθέτω. Πώς αυτή η δυναστεία ονομάστηκε Μακεδονική, αν και δεν είχε καταγωγή από την ιστορική και γεωγραφική Μακεδονία? Ακρίτα, δεν καταλαβαίνεις ότι δημιουργείς προηγούμενο και δίνεις ντοκουμέντα στους «σκοπιανούς», που όπως λές ένα τμήμα του κράτους τους δεν ανήκει στην ιστορική Μακεδονία?
5. Η αρχιεπισκοπή Οχρίδας δεν είχε καμία εξάρτηση από το Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης και ο Αρχιεπίσκοπος διορίζονταν από τον αυτοκράτορα. Άρα , αφού ήταν αυτοκέφαλη και δεν αποσχίστηκε από το Πατριαρχείο, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί σχισματική και δεν έχει καμία ανάγκη αναγνώρισης από αυτό.
6. Η μακραίωνη δραστηριότητα της αρχιεπισκοπής Οχρίδας είναι η βασική αιτία επικράτησης της κυριλλικής γραφής στη Μακεδονία και της διαμόρφωσης της σημερινής Μακεδονικής γλώσσας. Εκείνη την εποχή η διδασκαλία της γλώσσας γινόταν κυρίως από τους κληρικούς με την χρήση των θρησκευτικών συγγραμμάτων. Οι Κύριλλος και Μεθόδιος μετέφρασαν τα θρησκευτικά βιβλία στη μακεδονική διάλεκτο της πατρίδας τους της Θεσσαλονίκης.
Εκεί οφείλεται το γεγονός ότι στη Μακεδονική γλώσσα υπάρχουν πολλά σλαβικά στοιχεία, ενώ σε άλλες περιοχές, όπου επίσης εγκαταστάθηκαν σλαβόφωνοι (Πελοπόννησο, Στερεά Ελλάδα κλ.) δεν διατηρήθηκαν γιατί το ιερετείο εκεί χρησιμοποιούσε την Ελληνική γλώσσα. Όσοι μιλάνε για εκσλαβισμό της Μακεδονίας έχουν κάποιο δίκιο, αλλά το χρησιμοποιούν καταχρηστικά.
7. Η Αρχιεπισκοπή Οχρίδας σωστά αναφέρεται και ως «Justiniana Prima» (Πρώτη Ιουστινιανή). Κάποιοι υποστηρίζουν ότι ήταν η γενέτειρα του Ιουστινιανού, ο οποίος γι΄αυτό το λόγο της παραχώρησε προνόμια και την εξωράϊσε.
Η Αικατερίνη Χριστοφιλοπούλου (Βυζαντινή Ιστορία, Α΄:324-610, [Αθήνα,1975], σελ.248) γράφει ότι «Ο Ιουστίνος Α΄(518-527) τέλος, θείος και ιδρυτής της δυναστείας του Ιουστινιανού, καταγόταν από χωριό κοντά στα Σκόπια».
Ο Κ.Παπαρηγόπουλος (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους.., βιβλίο ένατο, Μεσαιωνικός Ελληνισμός, [Αθήνα: Γαλαξίας, 1969], σελ.94) γράφει: «Ο Ιουστινιανός εγεννήθη… εν Δαρδανία` και ο μεν πατήρ αυτού ωνομάζετο Ίστοκ … αυτός ούτος δε Ουπράβδα, είχον δηλαδή … ονόματα καθ΄όλας τας πιθανότητας σλαυικά, τα οποία … επί το λατινικώτερον διεμορφώθησαν, το μεν Ίστοκ εις Σαββάτιον … το δε Ουπράβδα εις Ιουστινιανόν.»
«Ουπράβδα» στα μακεδονικά και «Ιουστινιανος» στα λατινικά σημαίνει δίκαιος.
Για να φτάσουν αυτοί στο σημείο να γίνουν αυτοκράτορες από το 518 μ.Χ., σημαίνει ότι ζούσαν εκεί πολύ πριν το την αρχή του 6ου αιώνα. Άρα αυτά περί Σλάβων που ήρθαν από τον 6ο αιώνα και μετά δεν ευσταθούν.
Τρίτη 7 Απριλίου 2009
Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν μπορεί να λέγεται το Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης
Η αναφορά του Αμερικανού προέδρου Μπαρακ Ομπάμα στη Μακεδονία, όχι ως ΦΥΡΟΜ, κατά τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ, και η άρνησή του να επισκεφτεί το Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης, ήταν δυσάρεστη εξέλιξη για την ελλαδική κοινή γνώμη.
Είχε προηγηθεί, μάλιστα, η ανακοίνωση της απόφασης του τουρκικού Ακυρωτικού Δικαστηρίου, το οποίο αποφάνθηκε ότι το Πατριαρχείο είναι θρησκευτικό ίδρυμα των χριστιανών της Τουρκίας και όχι οικουμενικό.
Αυτό έκανε την υπουργό εξωτερικών Ντ. Μπακογιάννη, να δηλώσει μεταξύ άλλων:
“Σε μια προσπάθεια να μειώσει το θρησκευτικό ρόλο του Ορθόδοξου Οικουμενικού Πατριαρχείου, το Δικαστήριο – για πρώτη φορά από το 1923 – αποφάνθηκε σχετικά με τον εκκλησιαστικό τίτλο του Οικουμενικού Πατριάρχη, που ηγείται την Ορθόδοξης Εκκλησίας σε παγκόσμιο επίπεδο, από τον 6ο αιώνα μ.Χ.
Το Οικουμενικό Πατριαρχείο είναι ο πνευματικός ηγέτης 300 εκατομμυρίων Ορθόδοξων Χριστιανών σε όλο τον κόσμο.”
Το Πατριαρχείο Κων/λης χαρακτηρίστηκε Οικουμενικό κατά τον 6ο αιώνα από την αυτοκρατορική εξουσία, την εποχή που αυτή έφτανε από τα παράλια της Ισπανίας μέχρι την Αίγυπτο, τον Καύκασο, τον Δούναβη και τις Άλπεις.
Κυρίως ο Αυτοκράτορας Ιουστινιανός (527-565 μ.Χ.)) επεδίωξε να επεκτείνει την αυτοκρατορία του σε όλες τις χώρες γύρω από τη Μεσόγειο. Για το σκοπό αυτό αποφάσισε την επιβολή ενός θρησκευτικού δόγματος, του Ανατολικού Ορθόδοξου.
Η επιβολή αυτή έγινε με σκληρά και βίαια μέτρα. Όλοι οι λαοί και όλα τα άλλα δόγματα ήταν υποχρεωμένα να αποδεχθούν αυτή τη βίαιη επιβολή.
Οι αυτοκράτορες του Βυζαντίου ονομάζονταν «δεσπόται της οικουμένης». Έτσι και το Πατριαρχείο της πρωτεύουσας το ονόμασαν «Οικουμενικό»
Η επικράτεια του οικουμενικού αυτοκράτορα ήταν και επικράτεια του «οικουμενικού» δια της βίας Πατριαρχείου. Φυσικά, όταν περιορίστηκε η επικράτεια της αυτοκρατορίας, περιορίστηκε και η επικράτεια του Οικ.Πατριαρχείου.
Όταν καταργήθηκε τελείως η γνωστή ως Βυζάντιο, Ανατολική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία (1453), μαζί με τους «οικουμενικούς δεσπότες» ήταν φυσικό να καταργηθούν και οι «οικουμενικοί πατριάρχες».
Οι πατριάρχες, όμως, κατάφεραν να κρατήσουν τα προνόμιά τους. Πριν την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τον Μωάμεθ τον Πορθητή, ήρθαν σε συνεννόηση μαζί του. Βοήθησαν στην κατάληψη της πόλης, με αντάλλαγμα την διατήρηση των προνομίων τους.
Έτσι, παρόλο που καταργήθηκε η πολιτική εξουσία που τους επέβαλε ως οικουμενικούς, η θρησκευτική τους «οικουμενική» εξουσία δεν καταργήθηκε.
Φυσικά οι λαοί δεν αποδέχθηκαν εκείνη την ανέντιμη συναλλαγή.
Όσοι ορθόδοξοι λαοί δεν έπεσαν κάτω από την οθωμανική εξουσία ή απελευθερώθηκαν αργότερα από αυτήν, δημιούργησαν δικά τους πατριαρχεία, τα οποία δεν αναγνώριζαν την οικουμενικότητα του Πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης.
Μεταξύ αυτών ήταν και η αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος, την οποία το Πατριαρχείο χαρακτήρισε σχισματική. Οι σχέσεις των δύο εκκλησιών αποκαταστάθηκαν το 1850, χωρίς να καταργηθεί το αυτοκέφαλο της Ελλαδικής Εκκλησίας.
Λαοί που παρέμεναν υπόδουλοι, άρχισαν να δημιουργούν δικά τους Πατριαρχεία, όπως το Αρμενικό Πατριαρχείο και η Βουλγαρική Εξαρχία, με έδρα επίσης την Κωνσταντινούπολη, στις οποίες προσχώρησαν και άλλοι πληθυσμοί.
Εμείς οι Μακεδόνες έχουμε ανεξόφλητους λογαριασμούς με αυτό το Πατριαρχείο. Φοβούμενο, ότι με την απελευθέρωση της Μακεδονίας, θα χάσει άλλο ένα μεγάλο κομμάτι του ποιμνίου του, υπονόμευσε το μακεδονικό απελευθερωτικό κίνημα. Επηρέασε τους Μακεδόνες Πατριαρχικούς να μη συμμετάσχουν με όλες τους τις δυνάμεις στον απελευθερωτικό αγώνα, και μάλιστα έστρεψε μερικούς εναντίον του.
Κατά την εξέγερση του Ίλιντεν τα όργανά του συνεργάστηκαν και βοήθησαν τους κατακτητές, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τον μητροπολίτη Καστοριάς Καραβαγγέλη.
Τα όργανά του είναι εκείνα που δημιούργησαν τα πρώτα μισθοφορικά σώματα το 1904, τα οποία δολοφονώντας, καίγοντας, βιάζοντας, τρομοκρατώντας και συκοφαντώντας επιχείρησαν να επαναφέρουν στις τάξεις του μακεδονικούς πληθυσμούς που είχαν αποσχιστεί από αυτό.
Αυτό δίδαξε ο Χριστός; Την δια της βίας ένταξη συνανθρώπων τους στην εκκλησία τους; Η συκοφαντία, το ψέμα, ο εκβιασμός είναι η αγάπη προς τον πλησίον που δίδαξε ο Χριστός; Το «όστις θέλει οπίσω μου ελθείν» του Χριστού το μετέτρεψαν σε «δια της βίας οπίσω μου ελθείν».
Καταδίωξε και κατασυκοφάντησε ακόμα και τη μακεδονική γλώσσα και την κυριλλική γραφή, που είναι δημιούργημα της Μακεδονίας.
Τη συγγνώμη των Καθολικών την απαίτησαν, τη δική τους έμπρακτη συγγνώμη από εμάς τους Μακεδόνες πότε θα ζητήσουν;
Το Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης εάν ήθελε να είναι οικουμενικό για όλους τους Ορθοδόξους, το λιγότερο που όφειλε να κάνει, είναι να εκλέγει τον Πατριάρχη με τις ίδιες διαδικασίες που εκλέγουν οι Καθολικοί τον Πάπα. Με εκλογές αντιπροσώπων από όλες τις ομόδοξες εκκλησίες. Όπως εκλέχθηκε Πάπας γερμανικής καταγωγής, όπως εκλέχθηκε ο προηγούμενος από αυτόν, που ήταν πολωνικής.
Μόνο όταν θα μπορέσει να εκλεγεί Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης και ένας Ρώσος, Ουκρανός, Βούλγαρος, Σέρβος, Μακεδόνας, Ρουμάνος κλπ., τότε θα μπορεί να λέγεται Οικουμενικός Πατριάρχης των Ορθοδόξων.
Αυτήν, όμως, τη δημοκρατική και ενωτική διαδικασία, το Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης είναι καταδικασμένο να την αποφεύγει και να την υπονομεύει. Ξέρει ότι σε μια τέτοια περίπτωση, το Πατριαρχείο θα πέσει σε άλλα χέρια, κάτι που οι προστάτες του δεν θέλουν.
Το βλέπουν ως πολιτικό οργανισμό και ως τέτοιο τον στηρίζουν. Από τη μιά θυμίζουν στην Τουρκία, ότι κάποτε εκείνα τα μέρη ανήκαν σε χριστιανούς, από την άλλη δεν επιτρέπουν την ένωση των Ορθοδόξων λαών σε μια Εκκηλησία, κάτι που θα ενίσχυε την επιρροή της Ρωσίας στην περιοχή.
Η Ντ. Μπακογιάννη μιλώντας για τον Πατριάρχη, τον χαρακτήρισε «πνευματικό ηγέτη 300 εκατομμυρίων Ορθοδόξων Χριστανών σε όλο τον κόσμο».
Η πραγματικότητα είναι, πως αναγνωρίζεται μόνο από 15 περίπου εκ. Ορθοδόξων σε όλο τον κόσμο. Οι άλλοι Ορθόδοξοι λαοί έχουν τους δικούς τους πνευματικούς ηγέτες. Ήταν λογικό, λοιπόν, να αντιδράσουν άλλοι Ορθόδοξοι Πατριάρχες.
Πιο έντονα αντέδρασε ο Πατριάρχης Ρωσίας, ο οποίος έχει και έναν πρόσθετο λόγο. Κατηγορεί τον κ.Βαρθολομαίο, ότι υποδαύλισε τον πρόσφατο διχασμό στο Ορθόδοξο Πατριαρχείο Ουκρανίας. Την προσφυγή στα τουρκικά δικαστήρια κατά της οικουμενικότητας του Πατριαρχείου έκανε Βούλγαρος ιερέας.
Είχε προηγηθεί, μάλιστα, η ανακοίνωση της απόφασης του τουρκικού Ακυρωτικού Δικαστηρίου, το οποίο αποφάνθηκε ότι το Πατριαρχείο είναι θρησκευτικό ίδρυμα των χριστιανών της Τουρκίας και όχι οικουμενικό.
Αυτό έκανε την υπουργό εξωτερικών Ντ. Μπακογιάννη, να δηλώσει μεταξύ άλλων:
“Σε μια προσπάθεια να μειώσει το θρησκευτικό ρόλο του Ορθόδοξου Οικουμενικού Πατριαρχείου, το Δικαστήριο – για πρώτη φορά από το 1923 – αποφάνθηκε σχετικά με τον εκκλησιαστικό τίτλο του Οικουμενικού Πατριάρχη, που ηγείται την Ορθόδοξης Εκκλησίας σε παγκόσμιο επίπεδο, από τον 6ο αιώνα μ.Χ.
Το Οικουμενικό Πατριαρχείο είναι ο πνευματικός ηγέτης 300 εκατομμυρίων Ορθόδοξων Χριστιανών σε όλο τον κόσμο.”
Το Πατριαρχείο Κων/λης χαρακτηρίστηκε Οικουμενικό κατά τον 6ο αιώνα από την αυτοκρατορική εξουσία, την εποχή που αυτή έφτανε από τα παράλια της Ισπανίας μέχρι την Αίγυπτο, τον Καύκασο, τον Δούναβη και τις Άλπεις.
Κυρίως ο Αυτοκράτορας Ιουστινιανός (527-565 μ.Χ.)) επεδίωξε να επεκτείνει την αυτοκρατορία του σε όλες τις χώρες γύρω από τη Μεσόγειο. Για το σκοπό αυτό αποφάσισε την επιβολή ενός θρησκευτικού δόγματος, του Ανατολικού Ορθόδοξου.
Η επιβολή αυτή έγινε με σκληρά και βίαια μέτρα. Όλοι οι λαοί και όλα τα άλλα δόγματα ήταν υποχρεωμένα να αποδεχθούν αυτή τη βίαιη επιβολή.
Οι αυτοκράτορες του Βυζαντίου ονομάζονταν «δεσπόται της οικουμένης». Έτσι και το Πατριαρχείο της πρωτεύουσας το ονόμασαν «Οικουμενικό»
Η επικράτεια του οικουμενικού αυτοκράτορα ήταν και επικράτεια του «οικουμενικού» δια της βίας Πατριαρχείου. Φυσικά, όταν περιορίστηκε η επικράτεια της αυτοκρατορίας, περιορίστηκε και η επικράτεια του Οικ.Πατριαρχείου.
Όταν καταργήθηκε τελείως η γνωστή ως Βυζάντιο, Ανατολική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία (1453), μαζί με τους «οικουμενικούς δεσπότες» ήταν φυσικό να καταργηθούν και οι «οικουμενικοί πατριάρχες».
Οι πατριάρχες, όμως, κατάφεραν να κρατήσουν τα προνόμιά τους. Πριν την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τον Μωάμεθ τον Πορθητή, ήρθαν σε συνεννόηση μαζί του. Βοήθησαν στην κατάληψη της πόλης, με αντάλλαγμα την διατήρηση των προνομίων τους.
Έτσι, παρόλο που καταργήθηκε η πολιτική εξουσία που τους επέβαλε ως οικουμενικούς, η θρησκευτική τους «οικουμενική» εξουσία δεν καταργήθηκε.
Φυσικά οι λαοί δεν αποδέχθηκαν εκείνη την ανέντιμη συναλλαγή.
Όσοι ορθόδοξοι λαοί δεν έπεσαν κάτω από την οθωμανική εξουσία ή απελευθερώθηκαν αργότερα από αυτήν, δημιούργησαν δικά τους πατριαρχεία, τα οποία δεν αναγνώριζαν την οικουμενικότητα του Πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης.
Μεταξύ αυτών ήταν και η αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος, την οποία το Πατριαρχείο χαρακτήρισε σχισματική. Οι σχέσεις των δύο εκκλησιών αποκαταστάθηκαν το 1850, χωρίς να καταργηθεί το αυτοκέφαλο της Ελλαδικής Εκκλησίας.
Λαοί που παρέμεναν υπόδουλοι, άρχισαν να δημιουργούν δικά τους Πατριαρχεία, όπως το Αρμενικό Πατριαρχείο και η Βουλγαρική Εξαρχία, με έδρα επίσης την Κωνσταντινούπολη, στις οποίες προσχώρησαν και άλλοι πληθυσμοί.
Εμείς οι Μακεδόνες έχουμε ανεξόφλητους λογαριασμούς με αυτό το Πατριαρχείο. Φοβούμενο, ότι με την απελευθέρωση της Μακεδονίας, θα χάσει άλλο ένα μεγάλο κομμάτι του ποιμνίου του, υπονόμευσε το μακεδονικό απελευθερωτικό κίνημα. Επηρέασε τους Μακεδόνες Πατριαρχικούς να μη συμμετάσχουν με όλες τους τις δυνάμεις στον απελευθερωτικό αγώνα, και μάλιστα έστρεψε μερικούς εναντίον του.
Κατά την εξέγερση του Ίλιντεν τα όργανά του συνεργάστηκαν και βοήθησαν τους κατακτητές, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τον μητροπολίτη Καστοριάς Καραβαγγέλη.
Τα όργανά του είναι εκείνα που δημιούργησαν τα πρώτα μισθοφορικά σώματα το 1904, τα οποία δολοφονώντας, καίγοντας, βιάζοντας, τρομοκρατώντας και συκοφαντώντας επιχείρησαν να επαναφέρουν στις τάξεις του μακεδονικούς πληθυσμούς που είχαν αποσχιστεί από αυτό.
Αυτό δίδαξε ο Χριστός; Την δια της βίας ένταξη συνανθρώπων τους στην εκκλησία τους; Η συκοφαντία, το ψέμα, ο εκβιασμός είναι η αγάπη προς τον πλησίον που δίδαξε ο Χριστός; Το «όστις θέλει οπίσω μου ελθείν» του Χριστού το μετέτρεψαν σε «δια της βίας οπίσω μου ελθείν».
Καταδίωξε και κατασυκοφάντησε ακόμα και τη μακεδονική γλώσσα και την κυριλλική γραφή, που είναι δημιούργημα της Μακεδονίας.
Τη συγγνώμη των Καθολικών την απαίτησαν, τη δική τους έμπρακτη συγγνώμη από εμάς τους Μακεδόνες πότε θα ζητήσουν;
Το Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης εάν ήθελε να είναι οικουμενικό για όλους τους Ορθοδόξους, το λιγότερο που όφειλε να κάνει, είναι να εκλέγει τον Πατριάρχη με τις ίδιες διαδικασίες που εκλέγουν οι Καθολικοί τον Πάπα. Με εκλογές αντιπροσώπων από όλες τις ομόδοξες εκκλησίες. Όπως εκλέχθηκε Πάπας γερμανικής καταγωγής, όπως εκλέχθηκε ο προηγούμενος από αυτόν, που ήταν πολωνικής.
Μόνο όταν θα μπορέσει να εκλεγεί Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης και ένας Ρώσος, Ουκρανός, Βούλγαρος, Σέρβος, Μακεδόνας, Ρουμάνος κλπ., τότε θα μπορεί να λέγεται Οικουμενικός Πατριάρχης των Ορθοδόξων.
Αυτήν, όμως, τη δημοκρατική και ενωτική διαδικασία, το Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης είναι καταδικασμένο να την αποφεύγει και να την υπονομεύει. Ξέρει ότι σε μια τέτοια περίπτωση, το Πατριαρχείο θα πέσει σε άλλα χέρια, κάτι που οι προστάτες του δεν θέλουν.
Το βλέπουν ως πολιτικό οργανισμό και ως τέτοιο τον στηρίζουν. Από τη μιά θυμίζουν στην Τουρκία, ότι κάποτε εκείνα τα μέρη ανήκαν σε χριστιανούς, από την άλλη δεν επιτρέπουν την ένωση των Ορθοδόξων λαών σε μια Εκκηλησία, κάτι που θα ενίσχυε την επιρροή της Ρωσίας στην περιοχή.
Η Ντ. Μπακογιάννη μιλώντας για τον Πατριάρχη, τον χαρακτήρισε «πνευματικό ηγέτη 300 εκατομμυρίων Ορθοδόξων Χριστανών σε όλο τον κόσμο».
Η πραγματικότητα είναι, πως αναγνωρίζεται μόνο από 15 περίπου εκ. Ορθοδόξων σε όλο τον κόσμο. Οι άλλοι Ορθόδοξοι λαοί έχουν τους δικούς τους πνευματικούς ηγέτες. Ήταν λογικό, λοιπόν, να αντιδράσουν άλλοι Ορθόδοξοι Πατριάρχες.
Πιο έντονα αντέδρασε ο Πατριάρχης Ρωσίας, ο οποίος έχει και έναν πρόσθετο λόγο. Κατηγορεί τον κ.Βαρθολομαίο, ότι υποδαύλισε τον πρόσφατο διχασμό στο Ορθόδοξο Πατριαρχείο Ουκρανίας. Την προσφυγή στα τουρκικά δικαστήρια κατά της οικουμενικότητας του Πατριαρχείου έκανε Βούλγαρος ιερέας.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)