Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γενίτσαροι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γενίτσαροι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Παρασκευή 14 Μαΐου 2010
Οι Γενίτσαροι της εποχής μας
Γενίτσαρους κατά την τουρκοκρατία ονόμαζαν τους στρατιώτες που ανήκαν σε ειδικό σώμα που το αποτελούσαν εξισλαμισμένοι χριστιανοί.
Επειδή οι Γενίτσαροι ήταν οι πιο φανατικοί διώκτες των πρώην ομοθρήσκων τους και ομογενών τους, σήμερα ο όρος κατέληξε να χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει αυτόν που απαρνείται την ταυτότητα των προγόνων του και στρέφεται κατά των ομογενών του.
Ο Θεσμός των Γενιτσάρων
Γενίτσαροι στα τουρκικά σημαίνει "νέος στρατός": yeni, "νέος" + çeri, "στρατός"
Η θεσμός του σώματος των Γενιτσάρων δημιουργήθηκε στα τέλη του 14ου αιώνα και κράτησε μέχρι τις αρχές του 19ου.
Η επιλογή γινόταν μεταξύ των χριστιανοπαίδων ηλικίας από 6 - 15 ετών, εξ ού και το όνομα "παιδομάζωμα", ανά πενταετία ή συντομότερα αν υπήρχαν στρατιωτικές ανάγκες και κυρίως από τις επαρχίες της Βαλκανικής.
Αρχικά αυτά τα χριστιανόπαιδα τα παραχωρούσαν σε Οθωμανούς τιμαριούχους και γεωργούς, όπου κάτω από συνθήκες σκληρής πειθαρχίας τα εκτούρκιζαν και τα εξισλάμιζαν.
Σε ηλικία 14 – 20 ετών τα μετέφεραν σε κέντρα στρατιωτικής εκπαίδευσης για να τα εντάξουν τελικά στα τάγματα των Γενιτσάρων.
Οι γενίτσαροι, εξισλαμισθέντες πλέον, γίνονταν οι πιο φανατικοί ισλαμιστές και πολεμιστές, καθώς μάλιστα τίποτε δεν τους συνέδεε με την ομαλή οικογενειακή και κοινωνική ζωή, αφού λησμονούσαν γονείς και γενέτειρα γη, με συνέπεια να θεωρούνται οι φανατικότεροι αλλά και οι καλύτεροι υπερασπιστές του εκάστοτε Σουλτάνου.
Στην αρχή ήταν μικρό σώμα, αλλά ενώ τον 15ο αιώνα δεν ήταν παρά 20.000, το 1820 αριθμούσαν περίπου 135.000. Σ’ αυτούς οφείλονταν η επέκταση κυρίως στα Βαλκάνια.
Οι Γενίτσαροι εξελίχθηκαν σε παραστρατιωτικό κέντρο εξουσίας και συμμετείχαν σε εσωτερικούς πολιτικούς και οικονομικούς ανταγωνισμούς. Για πολλούς γονείς η ένταξη στο σώμα των Γενιτσάρων ήταν ο μοναδικός τρόπος κοινωνικής ανόδου και διαφυγής από τη σκληρή ζωή πείνας για τα παιδιά τους.
Αυτοί αποφάσιζαν για θέματα στρατού, εμπλεκόντουσαν σε πολιτικές αποφάσεις και, σε πολλές περιπτώσεις, είχαν την απόλυτη κυριαρχία της κρατικής μηχανής.
Συμμετείχαν στη διαφθορά και την αναποτελεσματικότητα του κρατικού μηχανισμού. Οι συντάξεις και οι μισθοί από τον κρατικό προϋπολογισμό ήταν ένα πολύ μεγάλο βάρος. Μάλιστα, πολλοί έπαιρναν κρατικό μισθό, ενώ δεν υπηρετούσαν καν στο στράτευμα.
Οι Γενίτσαροι όμως έμειναν γνωστοί στην ιστορία των Βαλκανικών λαών κυρίως για τη σκληρή συμπεριφορά τους απέναντι στους πρώην ομογενείς και ομόθρησκούς τους.
Η προγραμματισμένη ανατροφή και εκπαίδευση δημιουργούσε στις ψυχές τους θρησκευτικό μουσουλμανικό ακατασίγαστο φανατισμό και τυφλή υπακοή στον μοναδικό τους αφέντη, τον σουλτάνο. Ο φανατισμός τους στρέφονταν κυρίως κατά των χριστιανών και γι’ αυτό τους έλεγαν και χριστιανομάχους. Κάτι ανάλογο δηλαδή με τους μακεδονομάχους που ονομάστηκαν έτσι επειδή μάχονταν τους Μακεδόνες.
Ο Σύγχρονος Γενιτσαρισμός
Ο γενιτσαρισμός με λίγα λόγια ήταν η πολιτική της μετατροπής αλλογενών και αλλόθρησκων σε φανατικούς οπαδούς του καθεστώτος στην προσπάθειά του να κρατάει υπό την εξουσία του αλλόθρησκους και αλλογενείς πληθυσμούς.
Αυτή την μετατροπή βέβαια δεν την επιδίωξαν μόνο οι Οθωμανοί, αλλά και άλλοι πολιτικοί θεσμοί. Ήταν οι θεσμοί που προέκυψαν από τη διάλυση της οθωμανικής αυτοκρατορίας.
Οι κυριότεροι τέτοιοι θεσμοί, που μας αφορούν άμεσα και εμάς, είναι το πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης, η Εκκλησία της Ελλάδας και το κράτος της Ελλάδας.
Το πατριαρχείο με τη διάλυση της οθωμανικής αυτοκρατορίας σταδιακά άρχισε να χάνει το μεγαλύτερο μέρος του ποιμνίου του. Όλοι οι λαοί που απελευθερώνονταν από τους Οθωμανούς, αποτίναζαν και την ιδεολογικοπολιτική κηδεμονία του πατριαρχείου. Ακόμα και η Εκκλησία της Ελλάδας είχε αποσχιστεί και είχε γίνει αυτοκέφαλη.
Οι αλλόγλωσσοι και αλλοεθνείς πληθυσμοί που παρέμεναν ακόμα στην επικράτειά του άρχισαν να δείχνουν σημάδια απόσχισης. Τότε οι δεσποτάδες θυμήθηκαν την πολιτική της γεγιτσαροποίησης που είχαν διδαχθεί από τους οθωμανούς συμμάχους τους. Βέβαια δεν είχαν τη δυνατότητα να παίρνουν τα νεαρά χριστιανόπουλα από τους γονείς τους και να τα περνούν από τη σχετική παιδαγωγική διαδικασία γενιτσαροποίησης. Είχαν όμως τη δυνατότητα να τα διαπαιδαγωγούν χωρίς να τα αρπάξουν, αφού ο σουλτάνος τους είχε παραχωρήσει το αποκλειστικό δικαίωμα της μόρφωσης των χριστιανών της επικράτειάς του.
Τα σχολεία, οι εκκλησίες, τα μοναστήρια μετατράπηκαν σε σχολές γενιτσαροποίησης με τη διαφορά ότι αντί για φανατική πίστη στον Μωάμεθ και τον σουλτάνο, δίδασκαν φανατική πίστη στην ορθοδοξία και τον Πατριάρχη. Οι Οθωμανοί εκτούρκιζαν, οι πατριαρχικοί εξελλήνιζαν.
Το ελλαδικό κράτος κατά τη δημιουργία του είχε στην επικράτειά του πολλούς αλλογενείς και αλλόθρησκους. Οι Αρβανίτες που ήταν η μεγαλύτερη μη ελληνόφωνη ομάδα απλώς έπρεπε να εγκαταλείψουν τη γλώσσα τους. Οι μουσουλμάνοι Αλβανοί (τουρκαλβανοί) ή έπρεπε να φύγουν από τις εστίες τους ή έπρεπε να αλλαξοπιστήσουν και να απαρνηθούν τη γλώσσα τους και την καταγωγή τους. Πολλοί από εκείνους προτίμησαν να παραμείνουν στις εστίες τους και να εξελληνιστούν.
Η επέκταση της Ελλάδας μετά το 1912 στη νότια Ήπειρο, νότια Μακεδονία και Δυτική Θράκη είχε σαν αποτέλεσμα να περιληφθούν στην επικράτειά της μεγάλοι αλλοεθνείς, αλλόγλωσσοι και αλλόθρησκοι πληθυσμοί. Αν δεν εξελλήνιζε αυτούς τους πληθυσμούς ήταν πολύ αμφίβολο αν θα μπορούσε να κρατήσει αυτές τις περιοχές στο μέλλον, καθώς οι πληθυσμοί αυτοί αποτελούσαν την πλειοψηφία.
Για τον σεβασμό αυτών των πληθυσμών της Δυτικής Θράκης είχε δέσμευση από τις διεθνείς συνθήκες, αλλά ήταν και υπό την προστασία της Τουρκίας.
Οι Μακεδόνες, όμως, και οι Αλβανοί της Ηπείρου δεν είχαν την ανάλογη προστασία και ήταν εκτεθειμένοι στις διαθέσεις της Ελλάδας. Υπήρχε λοιπόν η δυνατότητα να απαρνηθούν την εθνική τους ταυτότητα και να εξελληνιστούν. Δηλαδή έπρεπε να μετατραπούν σε Γενίτσαρους.
Για την μετατροπή των Μακεδόνων σε γενίτσαρους χρησιμοποιήθηκαν παρόμοιες πρακτικές με αυτές των Οθωμανών. Τα δημόσια σχολεία, η εκκλησία και τα ιδρύματα στην Μακεδονία λειτούργησαν όχι για την εξυπηρέτηση εκπαιδευτικών και πνευματικών σκοπών, αλλά για την γενιτσαροποίηση των Μακεδόνων.
Οι Οθωμανοί εκτουρκίσανε μια μικρή μερίδα αλλοεθνών και αλλόθρησκων. Η Ελλάδα στο μηχανισμό εξελληνισμού (γενιτσαροποίησης) έβαλε όλους τους αλλόγλωσσους και αλλοεθνείς.
Επειδή δεν μπορούσε να στείλει τόσο μεγάλους πληθυσμούς σε «ελληνικά» τσιφλίκια για εξελληνισμό, όπως οι Οθωμανοί σε τουρκικά, εγκατέστησε ανάμεσά τους «ελληνικούς» πληθυσμούς. Στα μακεδονικά χωριά έκανε δημόσιους παιδικούς σταθμούς για να αρχίζει η γενιτσαροποίηση από την τρυφερή εκείνη ηλικία.
Μόνο στις νομαρχίες της Μακεδονίας δημιουργήθηκαν «Διευθύνσεις Πολιτιστικών Υποθέσεων», που στην πράξη ήταν «Διευθύνσεις Πλύσης Εγκεφάλων».
Κατά τον Εμφύλιο 1946 – 1949 διαφάνηκε η θέληση των Μακεδόνων να καλλιεργήσουν την εθνική τους ταυτότητα με την συμπαράσταση του Δ.Σ.Ε. και του Κ.Κ.Ε. Αυτό ανάγκασε το εθνορατσιστικό καθεστώς των Αθηνών να λάβει πρόσθετα μέτρα. Για να απομακρύνει τα μακεδονόπουλα από τις περιοχές όπου υπήρχε ελευθερία έκφρασης της μακεδονικής ταυτότητας έκανε παιδομάζωμα ανάλογο με αυτό που έκανε ο σουλτάνος για τη δημιουργία γενιτσάρων.
Επειδή όμως η λέξη παιδομάζωμα παρέπεμπε στην αντίστοιχη πολιτική του σουλτάνου και του ΚΚΕ, χρησιμοποίησαν τη λέξη παιδοφύλαγμα.
Τα παιδιά μεταφέρονταν σε «παιδουπόλεις» που ανήκαν στην «Πρόνοια Βορείων Επαρχιών της Ελλάδος» που ήταν παράρτημα του «Βασιλικού Ιδρύματος Πρόνοιας».
Μετά το τέλος του εμφυλίου, από τις 53 παιδουπόλεις έμειναν ενεργές οι 14 οι οποίες λειτουργούσαν μέχρι τη δεκαετία του ’70. Είναι γνωστές σας «Παιδουπόλεις της Φρειδερίκης». Επίσημα βέβαια εμφανίζονταν σαν «Παιδουπόλεις και Επαγγελματικές Σχολές». Στην πραγματικότητα όμως ήταν σχολές πλύσης εγκεφάλων παρόμοιες με εκείνες του σουλτάνου. Το κύριο μέλημά τους ήταν να μετατρέψουν τα μακεδονόπουλα σε φανατικούς Έλληνες και να τα κάνουν να απεχθάνονται και να μισούν τη γλώσσα τους και τους εκτός Ελλάδας ομογενείς τους.
Οι διαφορές ανάμεσα στον οθωμανικό και τον ρωμαίϊκο γενιτσαρισμό είναι ελάχιστες.
Οι Οθωμανοί γενίτσαροι γίνονταν φανατικοί οπαδοί του ισλαμισμού και του σουλτάνου, ενώ οι ρωμιοί γενίτσαροι γίνονταν φανατικοί οπαδοί της ορθοδοξίας και του πατριαρχείου, του ελληνισμού και του βασιλιά. Δεν είναι καθόλου τυχαίο που σχεδόν όλοι οι κληρικοί και οι θρησκόληπτοι ήταν και βασιλόφρονες.
Έτσι φτάσαμε στο σημερινό κατάντημα, όπου οι γενιτσαροποιημένοι Μακεδόνες της Ελλάδας να απαρνούνται την ταυτότητα των προγόνων τους και πολλοί από αυτούς να στρέφονται με φανατισμό κατά των ομογενών τους της Δημοκρατίας της Μακεδονίας και της διασποράς. Ενώ δεν προέβαλαν καμία αντίδραση στον εποικισμό της πατρίδας τους με νέους ασιατικούς πληθυσμούς (κυρίως Ρωσοπόντιους), εκδηλώνουν την αντίδρασή τους στον επαναπατρισμό των ομογενών τους πολιτικών και οικονομικών προσφύγων. Διαδηλώνουν, και μάλιστα πολλοί από αυτούς με φανατισμό, κατά του δικαιώματος μιας μερίδας ομογενών τους να ονομάζουν το κράτος τους Δημοκρατία της Μακεδονίας.
Και το τραγελαφικό είναι πως πολλοί από τους Μακεδόνες γενίτσαρους, όχι μόνο είναι ομοεθνείς με τους Μακεδόνες της Δ.Μακεδονίας, αλλά είναι και συγγενείς τους.
Βέβαια δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία για το πόσο περιφρονητικά σκέπτονται γι’ αυτούς οι εξ Ασίας, Πελοπονήσου κλπ «ομοεθνείς» τους. Βέβαια είναι και πάρα πολλοί εκείνοι οι Μακεδόνες που έχουν ξεκάθαρη άποψη αλλά φοβούνται να εκδηλωθούν φοβούμενοι πιθανές επιπτώσεις.
Η τρομοκρατία δεκαετιών έχει γεμίσει την ψυχή τους με φόβο που οι δια της βίας «ομοεθνείς» τους φροντίζουν να συντηρούν.
Οι φορείς του γενιτσαρισμού ξέρουν πολύ καλά ότι πλέον δεν μπορούν δια της βίας να εξελληνίζουν. Μπορούν όμως με την μαύρη προπαγάνδα, το ψέμα, την συκοφαντία, την κινδυνολογία, την πολιτική τρομοκρατία να δημιουργούν ένα κλίμα ανελευθερίας για τους Μακεδόνες, καθιστώντας τους παθητικούς γενίτσαρους. Όλοι οι Μακεδόνες της ελλαδικής Μακεδονίας, όλοι όσοι εγκαταστάθηκαν ως έποικοι σ’ αυτήν, αλλά και η συντριπτική πλειοψηφία των υπηκόων της Ελλάδας ξέρουν την αλήθεια αλλά δεν τολμούν να την πούνε και να την υποστηρίξουν.
Δεν τολμούν να παραδεχθούν ότι όλοι είναι σε κάποιο βαθμό γενίτσαροι. Όλοι έχουν εγκαταλείψει την πραγματική τους ταυτότητα του ελληνόφωνου Ρωμιού, του Αλβανού, του Μακεδόνα, του Βλάχου του Καππαδόκη (Πόντιου, Τουρκόφωνου, Καραμανλή κλπ) και έχουν φορέσει τη μάσκα του Έλληνα. Ακριβώς όπως οι Οθωμανοί εκτουρκισμένοι γενίτσαροι ήταν περήφανοι που ήταν γενίτσαροι έτσι ακριβώς είναι περήφανοι και οι Ρωμιοί εξελληνισμένοι γενίτσαροι. Απλώς δεν θέλουν να χρησιμοποιήσουν τη λέξη γενίτσαρος, γιατί έχει αρνητική χροιά λόγω της πρώτης εφαρμογής του γενιτσαρισμού από τους Οθωμανούς. Χρησιμοποιούν κυρίως τη λέξη πατριώτης που είναι πιο γοητευτική.
Είναι δυνατόν να είναι περήφανος κάποιος που απαρνήθηκε και περιφρονεί την πραγματική εθνική του ταυτότητα και να είναι περήφανος για μια εθνική ταυτότητα που του επέβαλαν άλλοι;
Είναι δυνατόν οι σύγχρονοι Γενίτσαροι να έχουν τον σεβασμό των άλλων λαών και μάλιστα σε μια εποχή που η ελεύθερη επικοινωνία λαών και πολιτισμών έχει καταρρίψει όλα τα τείχη.
Οι μόνοι ευρωπαϊκοί λαοί που ζουν ακόμα σε ιδεολογικοπολιτικό γκέτο, είναι οι λαοί της ελλαδικής επικράτειας.
Τα τείχη αυτού του γκέτο χτίστηκαν και συντηρούνται από τον μεσαιωνικό φονταμενταλιστικό χριστιανισμό και το ιστοριοκαπηλευτικό εθνορατσιστικό κατεστημένο της χώρας μας.
Ή τα γκρεμίζουμε αυτά τα τείχη ή παραμένουμε η πιο ανελεύθερη, ανυπόληπτη και καθυστερημένη κοινωνία της Ευρώπης.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)